Επιλεγμένα

Το πρώτο μου βιβλίο: «Ηρεμίας 21»

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί επίσημα στις 26 Απριλίου, στο Σπίτι της Συνεργασίας

Η Ήβη, μια δραστήρια και ατίθαση δημοσιογράφος, χωρίζει στα τριάντα τέσσερα κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό της. Η Πηνελόπη, παντρεμένη με Τουρκοκύπριο, ζει στο Βαρώσι και ψάχνει τον γιο της, που έχει μεγαλώσει στην άλλη πλευρά. Δυο γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν αντισυμβατικά σε ένα νησί όπου κυριαρχεί άλλη τάξη πραγμάτων. 

Σμίγουν οι ζωές τους και συναντιούνται το 2004, παραμονές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, σε μια περίοδο έντονης πόλωσης.

Το συναπάντημα των ιστοριών τους έχει αφορμή ένα πραγματικό γεγονός: την λογοκρισία που ασκήθηκε στον Ευρωπαίο αξιωματούχο Γκίντερ Φερχόϊγκεν, ένθερμο υποστηρικτή του Σχεδίου Ανάν, όταν κατόπιν άνωθεν οδηγιών ακυρώθηκαν οι συνεντεύξεις του σε όλα τα κυπριακά μέσα. 

Περιπέτειες από τις ζωές απλών ανθρώπων διασταυρώνονται στην κρίσιμη εκείνη εποχή, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια, λίγο πριν χαθεί ένας δρόμος που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στην ηρεμία.

Η έκδοση του βιβλίου ταυτίζεται με μία ιδιαίτερη χρονική συγκυρία, καθώς το 2024 συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την καταψήφιση του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν, που πρότειναν τα Ηνωμένα Έθνη, με τη σύμφωνη γνώμη των δυο κοινοτήτων του νησιού, ως λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Η περίοδος πριν και μετά το δημοψήφισμα έχει μείνει στην ιστορία της χώρας ως μια περίοδος κοινωνικής πόλωσης και έντονης προπαγάνδας, αφού το σχέδιο απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές και απορριπτικούς, σε μία χρονική συγκυρία που βρήκε την κυπριακή κοινωνία απροετοίμαστη να συζητήσει με ωριμότητα και μετριοπάθεια το όποιο ενδεχόμενο επίλυσης. Έκτοτε, οι δυο κοινότητες του νησιού δεν έχουν βρεθεί τόσο κοντά σε παρόμοια ευκαιρία επίτευξης μόνιμης ειρήνης, με τους πιο απαισιόδοξους πολιτικούς αναλυτές να κάνουν λόγο για την τελευταία χαμένη ευκαιρία επίλυσης. 

Το βιβλίο εκδίδεται από τις εκδόσεις Το Ροδακιό, στην Ελλάδα. Η υδατογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο είναι δημιουργία της εικαστικού Κατερίνας Ατταλίδου.

Μια γάτα σκοτωμένη στην άκρη του δρόμου

Σκοτωμένη μια γάτα στην άκρη του δρόμου
κι εσύ στο πίσω κάθισμα τραγουδάς Χατζηπιερή.

Φοβάμαι μην την πιάσει το μάτι σου.
Δεν θέλω να την ξέρεις -όχι ακόμα- αυτή την εκδοχή της ζωής.

Ευτυχώς το ραδιόφωνο πριν μπεις πρόλαβα να το χαμηλώσω.
Μια μπάσα αλλέγκρα φωνή απαριθμούσε θανάτους σε Γάζα, Ουκρανία, Τεχεράνη.

Αναζητώ ανήσυχη το βλέμμα σου μεσ’ απ’ το καθρεφτάκι.
Το ρεφραίν το λες πιο δυνατά καθώς κοιτάς ψηλά τα δέντρα.

Μπερδεύεις τις λέξεις στο τραγούδι σου,
χορεύεις με τις πατούσες, τη μύτη, το στόμα
και χαμογελάς.

Η αλήθεια σου απέχει απ’ την αλήθεια του κόσμου,
μόλις μια γάτα σκοτωμένη στην άκρη του δρόμου.

Η Ξένη

Πάτερ μν ν τος ορανος

Τα χέρια μου σφίγγουν ακόμα το διαβατήριο κι οι χτύποι της καρδιάς μου πάλλονται δυνατά σ’ ολόκληρο το σώμα μου καθώς βλέπω το νησί απ’ το παράθυρο του αεροπλάνου να μικραίνει. Δεκαοκτώ χρόνια σ’ αυτή τη χώρα – δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια – και ό,τι κατάφερα να πάρω μαζί μου φεύγοντας είναι μόνο το διαβατήριό μου.

Άσχημο πράγμα η απελπισία. Μπορεί να σ’ οδηγήσει στην άλλη άκρη της γης, μακριά απ’ ό,τι πιο πολύ στον κόσμο αγαπάς, μόνο και μόνο για να σε αποτελειώσει εκεί η στενοχώρια της φυγής.

Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με.

Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον

«Λίλιμπετ! Έλα ν’ ακούσεις! Η Γκρέις λέει ότι μπορεί να σου βρει δουλειά», φώναξε η μητέρα μου απ’ το απέναντι διαμέρισμα. Αν μάζευα ένα πέσο κάθε φορά που άκουγα την ίδια κουβέντα δεν θα την είχα την ανάγκη κανενός. Επειδή όμως ήταν ζήτημα να έβγαζα την εβδομάδα με τα χρήματα που είχα στην άκρη, άφησα την Κάρμεν στο πάρκο της κι έτρεξα στης γειτόνισσας για ν’ ακούσω περισσότερα.

«Μαμά, σου ‘χω πει χίλιες φορές πως στη Σιγκαπούρη δεν πάω» αποκρίθηκα καθώς στερέωνα την εξώπορτα με μια ξύλινη πλάκα, για να μπορώ ν’ ακούω το μωρό. «Δεν άκουσες τις προάλλες που απαγχόνισαν μια δικιά μας; Δεν ήταν ούτε είκοσι-πέντε. Πνίγηκε, λέει, το μωρό που πρόσεχε, στον κουβά της σφουγγαρίστρας».

Η μητέρα μου κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Ακούς Γκρέις; Ψωμί δεν έχει να φάει, αλλά κάνει ιδιοτροπίες για τις χώρες που προσφέρουν δουλειά. Κάτσε, Λίλιμπετ. Κανείς δε μίλησε για τη Σιγκαπούρη. Πες της, Γκρέις!»

«Θυμάσαι την κόρη της αδερφής μου;», είπε εκείνη και μου έβαλε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι bubble.

Άρπαξα μια χαρτοπετσέτα για να τη βάλω στο σουτιέν μου. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να βρεχόταν η μπλούζα μου από το γάλα που έσταζε ακόμα το στήθος μου. «Τη Νταίζη;» ρώτησα. «Εκείνην που πήγε στου διαόλου – Θου, Κύριε – τη μάνα να δουλέψει;»

«Εκείνην, ναι. Πήγε σε ένα νησί. Κύπρο, Κάπρο, κάπως έτσι το λένε, νομίζω. Δεν ξέρω κι εγώ κατά πού πέφτει, αλλά η Νταίζη λέει ότι εκεί είναι ήσυχα, οι άνθρωποι είναι φιλικοί, μιλάνε Αγγλικά και της δίνουν καλά λεφτά.»

«Πάω στοίχημα πως δεν είναι όλοι έτσι», απάντησα, και προσπάθησα ν’ ακούσω αν το μωρό έβγαζε κανέναν ήχο από απέναντι.

Η Γκρέις έσυρε το μπολ με τα μπισκότα βουτύρου προς το μέρος μου. «Δεν ξέρω πώς είναι οι άλλοι, αλλά η Νταίζη είναι πολύ ευχαριστημένη. Κάθε τρεις του μήνα στέλνει τα λεφτά και από το σπίτι της δε λείπει τίποτα», απάντησε.

«Και μου έχει βρει δουλειά;» ρώτησα κοιτώντας τα μπισκότα. Αν δεν είχα τα κιλά της εγκυμοσύνης θα άδειαζα το μπολ. Αντιστάθηκα, όμως, και δεν πήρα ούτε ένα.

«Η κόρη της κυρίας που φροντίζει είναι έγκυος, το πρώτο της.», αποκρίθηκε η Γκρέις. «Δεν είμαι σίγουρη τι δουλειά κάνει ο άντρας της, αλλά η Νταίζη λέει ότι έχει κάποιο σημαντικό πόστο. Ψάχνουν κάποια κοπέλα εμπιστοσύνης για να φροντίζει το σπίτι και να προσέχει το μωρό, που έρχεται σε δύο μήνες. Δεν θέλουν να πάνε μέσω πρακτορείου, λέει. Ψάχνουν κάποια να πάει συστημένη.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και η φωνή μου βγήκε πιο τσιριχτή απ’ όσο περίμενα. «Σε δυο μήνες; Μα σε δυο μήνες η μικρή θα είναι μόνο έξι μηνών! Αποκλείεται, ας βρουν κάποια άλλη.» Σηκώθηκα ευθύς για να πάω στο μωρό. Ήμουν σίγουρη ότι την άκουσα να κλαίει.

Προτού προλάβω να κινηθώ, η μητέρα μου εμφανίστηκε απ’ τον διάδρομο που ένωνε τα δυο διαμερίσματα. Είχε στην αγκαλιά της την Κάρμεν. «Σάμπως δεν είναι για χάρη της που θα πας;» είπε γλυκά. «Ξανασκέψου το, Λίλιμπετ. Δεν αξίζει αυτό το μωρό μια καλύτερη ζωή;»

Έμεινα να την κοιτώ καθώς περπατούσε προς το μέρος μου. «Πες πως μένεις εδώ και της δίνεις όλη σου την αγάπη», συνέχισε. Αυτό νομίζεις θα είναι αρκετό όταν θα κλαίει κι εσύ δεν θα ‘χεις να της δώσεις να φάει γιατί θα σου ‘χει τελειώσει το γάλα; Με τι χρήματα θα τη μεγαλώσεις; Ή μήπως πιστεύεις ότι θα συγκινηθεί ο αχαΐρευτος ο πατέρας της; Για θύμισέ μου πότε ήταν η τελευταία φορά που ήρθε να τη δει;» συνέχισε κουνώντας την Κάρμεν δεξιά-αριστερά.

Ξανακάθησα στη θέση μου. Όσο και να με πονούσε, είχε δίκιο η μητέρα μου. Εκείνο το μωρό, που μου ´στειλε τόσο απρόσμενα ο Κύριος, δεν θα ´χε στον ήλιο μοίρα αν δεν έβρισκα αμέσως δουλειά. Σε λίγους μήνες θα ´πρεπε να πάει στο βρεφονηπιακό, θ’ άρχιζε να τρώει κανονικά φαγητό και τα λεφτά απ´ το κράτος σίγουρα δεν έφταναν για όλ’ αυτά. Πήρα αγκαλιά την Κάρμεν, την έβαλα στο στήθος κι έμεινα να τη χαζεύω καθώς άρπαζε, με τη λαιμαργία υγιούς μωρού παιδιού, τη θηλή μου. Δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου στη σκέψη ότι, αν δεχόμουν, ίσως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα να μην την αναγνώριζα. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν θα με αναγνώριζε εκείνη.

«Κύριε ελέησον», ψιθύρισα ρουφώντας τη μύτη μου. «Πόσα δίνουν;»

Η απάντηση της Γκρέις δεν μου άφησε και πολύ περιθώριο για σκέψη. «Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος. Εκεί τα λένε λίρες, νομίζω.»

«Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος…!», αναφώνησε η μητέρα μου, «με τόσα χρήματα, σε καμιά δεκαριά χρονάκια θα μπορούμε μέχρι και να εξοφλήσουμε το χρέος του μακαρίτη του πατέρα σου». Γονάτισε δίπλα μου για να χαϊδέψει τα μαλλιά της Κάρμεν, που αποκοιμούνταν σιγά-σιγά στην αγκαλιά μου και πιπιλούσε ακόμα τη ρώγα μου. «Έλα τώρα, Λίλιμπετ, μην το πολυσκέφτεσαι. Δεν αξίζει αυτή εδώ η φατσούλα να ξεφύγει απ´ τη δικιά μας μοίρα;», συμπλήρωσε ικετευτικά.

Ύστερα γύρισε πάνω μου και μισόκλεισε τα βλέφαρα. «Μόνο μην τολμήσεις και μπλέξεις όπως ο πατέρας σου και μας πάρεις στο λαιμό σου, όπως έκανε εκείνος.»

Θεός φυλάξοι.

Και μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν

Με τη Νταίζη βρισκόμασταν κάθε Κυριακή, που είχαμε ολοήμερο ρεπό. Συναντιόμασταν το πρωί, γύρω στις εφτάμιση, στην Πλατεία Σολωμού, όπου τερμάτιζαν όλα τα λεωφορεία της γραμμής, και περπατούσαμε μαζί μέχρι την Καθολική Εκκλησία στην Πύλη Πάφου. Ήταν η μοναδική μέρα της βδομάδας που έβγαζα τ’ αθλητικά μου παπούτσια και τις φόρμες και φορούσα φουστάνι. Άφηνα το μαλλί μου κάτω και βαφόμουν.

Μετά την εκκλησία μαζευόμασταν καμιά δεκαπενταριά γυναίκες, όλες οικιακές βοηθοί, στο σπίτι μιας κοπέλας απ’ την παρέα της εκκλησίας, της Κάθριν. Ένα διαμέρισμα ισόγειο, με λευκό φως και σεντόνια στην τζαμαρία αντί για κουρτίνες. Οι περισσότερες έρχονταν για να καλαμπουρδίσουν, να πουν τα νέα της βδομάδας και να κουτσομπολέψουν. Αν έλεγα ότι προσπάθησα ιδιαίτερα να κοινωνικοποιηθώ μαζί τους, θα ήταν ψέμα. Μ’ ενοχλούσε που τις έβλεπα τόσο ανέμελες. Σαν να μην είχαν αφήσει κι εκείνες πίσω τις οικογένειές τους. Με τάραζε η σκέψη ότι μπορεί κι εγώ – θου, Κύριε – να κατέληγα έτσι.

Αντ’ αυτού, παρακολουθούσα ανελλιπώς τις παρτίδες Τόγκιτ που έπαιζαν μετά το φαγητό. Μου έφερναν στο μυαλό τον πατέρα μου κι έτσι ένιωθα λίγο πιο κοντά στις Φιλιππίνες. Αν είν’ έτσι που παίζουν, μπορώ να τους πάρω τα σώβρακα, σκεφτόμουν αναλογιζόμενη τα κόλπα που μου είχε μάθει.

«Νόμιζα πως ήξερες να παίζεις, μάγκα», τον άκουγα να λέει στους συμπαίκτες του κάθε βράδυ, μετά από αμέτρητες ώρες παιχνιδιού. «Η τύχη ευνοεί τους θαρραλέους, αλλά τίποτε δεν διαρκεί για πάντα, Άντριου», του απαντούσε ο θείος μου – σταθερά ο δεύτερος παίκτης του τρίο – καθώς κούμπωνε το μπουφάν του σκυφτός.

Αρνιόμουν να πάω για ύπνο μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι τους. Μέχρι να έρθει στο τέλος της εκείνη η θεία πάλη. Κάθε βράδυ στο σαλόνι μας αναμετριούνταν ο διάβολος και ο θεός, σε μία ύστατη προσπάθεια επικράτησης του ενός επί του άλλου. Τα χαρτιά ήταν απλώς το μέσο. Κι εγώ, σαν παιδί, ήθελα ο πατέρας μου, ό,τι κοντινότερο στον Θεό είχα στη ζωή μου, να νικά. Κάθε φορά. Έπρεπε ο πατέρας μου να νικά. «Πάντα το καλό νικάει το κακό», μας έλεγαν στο σχολείο οι μοναχές. Το μόνο που με παρηγορούσε τα βράδια που έχανε, ήταν η προοπτική της επανάληψης της πάλης το επόμενο βράδυ. Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά, επαναλάμβανα εμμονικά μέχρι το πρωί.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανε να νικήσει μια εβδομάδα. Επτά ολόκληρες ημέρες. Δεν κοιμήθηκα μέχρι να νικήσει ξανά και έτρωγα ελάχιστα. Αρνιόμουν να αποδεχθώ το γεγονός. Η ηγουμένη στο καθολικό σχολείο χρειάστηκε να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι να ρωτήσει αν ήταν όλα εντάξει, γιατί δεν συμμετείχα καθόλου στην τάξη. Ποτέ δεν ήμουν ακριβώς αυτό που λέμε άριστη μαθήτρια, αλλά έβρισκα πάντα ευφυείς τρόπους να τα βγάζω πέρα χωρίς πολλά-πολλά. Έκανα παρέα με τα κορίτσια που ήξερα ότι έκαναν ανελλιπώς τα μαθήματά τους και φρόντιζα να τ’ αντιγράφω. Άκουγα το μάθημα και αποστήθιζα πληροφορίες που απόβαιναν συχνά σωτήριες όταν με ρωτούσαν οι μοναχές κάτι στα ξαφνικά και γενικά ήμουνα άσος στο να καμουφλάρομαι αν όχι σε άριστη, τουλάχιστον σε επιμελή μαθήτρια. «Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν», έλεγε ο πατέρας μου, κι αυτό ακριβώς προσπαθούσα να κάνω. Αλλά εκείνη τη βδομάδα ούτε γι’ αυτό είχα διάθεση.

Η καρδιά μου πονούσε που τον έβλεπα να κάθεται ακίνητος στα σκοτεινά σε μια γωνιά του καναπέ, αξύριστος, με τις πιτζάμες και μ’ ένα τενεκεδάκι μπύρας στο χέρι απ’ το πρωί. Περνούσα δήθεν τυχαία από μπροστά του για να του κλέψω ένα χαμόγελο, ένα πείραγμα. Μάταια. Δεν εντόπιζε καν την παρουσία μου στο δωμάτιο.

Όμως τα βράδια που νικούσε, κοίταζα την πράσινη τσόχα με τις στάχτες και τις σταγόνες από χυμένο ρούμι και σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι που είμαι κόρη ενός τόσο χαρισματικού ανθρώπου. Τον έβλεπα να μπλοφάρει και να πιάνει τους συμπαίκτες του εξ απροόπτου, να τους λυγίζει την ψυχολογία αγέρωχος κι εκείνοι να φεύγουν απ’ το σπίτι μας ταπεινωμένοι.

Κάθε φορά που νικούσε, πριν τον καληνυχτίσω, σήκωνα το κεφάλι ψηλά, κοίταζα το μαυρισμένο ταβάνι μας απ’ τους καπνούς και ευχαριστούσα τον Θεό που είχε βοηθήσει να επικρατήσει γι’ άλλη μια φορά η ανωτερότητα του πατέρα μου. Ύστερα σκαρφάλωνα στα γόνατά του, έσφιγγα τα χέρια μου γύρω απ’ τον λαιμό του, έπαιρνα μια βαθιά τζούρα απ’ την καπνίλα που μύριζαν τα μαλλιά του και του έδινα ένα ρουφηχτό φιλί πάνω στα αξύριστά του μάγουλα. Εκείνος με γαργαλούσε και μου ψιθύριζε, με την εμποτισμένη από ρούμι ανάσα του, «μικρό μου διαβολάκι, είδες πώς τους έκανα σκόνη;». Είναι τώρα είκοσι χρόνια που αυτοκτόνησε, και δεν θυμάμαι πια τη φωνή του.

Μια Κυριακή καθώς τις κοίταζα να παίζουν μια πολύ βαρετή παρτίδα, γυρνάει και μου λέει η Νταίζη: «Πόσο πρέπει να ‘χει μεγαλώσει η Κάρμεν! Όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’ λέει η θεία μου ότι την ακούει να φωνάζει». Αυτό το «όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’», μα το Θεό, μου σούβλισε την ψυχή. Εμένα ούτε καν μου μιλάει στο τηλέφωνο, πόσο μάλλον να με φωνάξει «μαμά». Χωρίς να σηκώσω το βλέμμα απ’ την παρτίδα σηκώθηκα πάνω, άρπαξα απ’ τα χέρια της μίας τα χαρτιά, την έσπρωξα και κάθισα στη θέση της. Δεν θυμάμαι σε τι κατάσταση ήμουν όταν το έκανα, αλλά θυμάμαι σίγουρα ότι καμιά τους δεν έφερε αντίσταση.

Ένιωσα ξαφνικά μια δίψα να εισπράξω την ευχαρίστηση που μου ‘δινε το αίσθημα της νίκης. Κι όταν άφησα να κυλήσουν τα φύλλα μου στην τσόχα απλώνοντας το χέρι για να μαζέψω τα κέρδη, ένιωσα – Θεέ μου συγχώρα με – σαν θεά. Το βλέμμα στα πρόσωπά τους κάθε φορά που έπεφταν θύματα στις μπλόφες μου – εκείνο το βλέμμα με τα σφιγμένα χείλη και τα μισόκλειστα μάτια ή το άλλο, που κρύβεται πίσω από παλάμες για να κρύψει την ντροπή – με γέμιζε με μία ένταση ευφορίας που δεν άφηνε χώρο για καμία θλίψη.

Δεν ήταν όμως μόνο εκείνη η γενναία δόση αδρεναλίνης που μ’ έκανε να αφεθώ στον εθισμό. Σ’ εκείνη θα μπορούσα να αντισταθώ, όπως αντιστέκομαι στα μπισκότα βουτύρου όταν θέλω να χάσω κανένα κιλό. Εκείνο στο οποίο δεν κατάφερα ν’ αντισταθώ ήταν το πόσο κοντά μου ένιωθα τον πατέρα μου όποτε, μετά από ‘κείνη τη μέρα, έπαιρνα στα χέρια τα χαρτιά.

Μετά από είκοσι χρόνια που δεν υπήρχε πουθενά στη ζωή μου, μπορούσα να τον αισθανθώ επιτέλους δίπλα μου. Και τότε έπαυα να είμαι η Λίλιμπετ, η μητέρα της Κάρμεν, που ήρθε εδώ πέρα για έναν και μόνο σκοπό. Γινόμουν ξανά το μικρό «διαβολάκι» του πατέρα μου, με τη νωπή μυρωδιά του ακόμα πάνω στα μαλλιά μου και τη βραχνή του φωνή  ν’ αντηχεί και πάλι παντού γύρω μου.

Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.

Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.

Οι καλύτεροι παί… Κύριε φύλαξόν με.

– ΤΕΛΟΣ    –

Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο 17ο τεύχος του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ, τον Ιανουάριο του 2026.

“When the world remains silent, we set sail”: Inside the Gaza flotilla mission

Gaza Flotilla Cyprus

A crew member of the Global Sumud Flotilla shares her experience on board and spreads hope amidst the darkness

When states—and even international organisations—stand idle as genocide unfolds at the eastern end of the Mediterranean, what fills the void? The perpetrator, emboldened, escalates. What began as mass killing transforms into calculated, intentional starvation.

But this absence of state action until the peace agreement was signed on 9 October, created space for something unexpected: a rare flowering of global solidarity, manifesting in the bottom-up movement known as the Global Sumud Flotilla.

“When the world remains silent, we set sail.” With this motto, the Global Sumud Flotilla defines itself as a coalition of everyday people—organisers, humanitarians, doctors, artists, clergy, lawyers, and seafarers—united by a single conviction: the siege and genocide must end. Independent, international, and unaffiliated with any government or political party, their allegiance is to “justice, freedom, and the sanctity of human life.”

Mina Morsán, a 35-year-old social psychologist from Mexico, was one of approximately 500 crew members of the Global Sumud Flotilla who set sail in late August from ports in Spain and Italy in an attempt to break the Israeli siege on Gaza and deliver vital supplies. She was aboard the boat named Shireen, tasked with legal observation and support.

I met Mina by chance on 6 October 2025 in a bustling university courtyard in Nicosia. A Greek Cypriot academic was about to hand her off to a Turkish Cypriot colleague for a tour of northern Nicosia—she’d spent the previous night at an activist lawyer’s home in the south. Here was someone from the far reaches of the Western world who had just traveled to Gaza in the name of solidarity, now being showered with solidarity herself. Throughout our time together, her “comrades”—as they called themselves—kept calling: Had she eaten? Would she make the bus to Pafos for her flight home? If a storm hit, her shipmates were welcome to shelter with them.

Mina had met the captain of Shireen at a Climate Justice Congress in Milan two years earlier. When the captain called her that summer to say she’d been asked to lead the boat accompanying the Sumud Flotilla, she invited Mina to join.

Whatsapp Image 2025 10 20 At 10.44.23 E3097ed7

Life on the boat

Solidarity was at the core of the journey in every way, according to Mina. Even though the Shireen had its own stock of food and supplies, the fleet was organized so that boats could help one another. “If you were running out of coffee and your neighboring boat was short of bread, you could communicate and exchange,” Mina explained.

Some boats were big, others smaller, so some carried more supplies than others. “We were carrying lawyers and medics. If needed, they could change to another boat.” Mina supported not only the Shireen’s crew but any other boat that needed help, in whatever way she could. As a keen diver, she would freedive with fins and a mask to check boats for signs of sabotage. “One time they had put chains and ropes in the propeller of a boat, which broke it and wasted them a lot of time,” she said. Her familiarity with the sea also made her capable of helping comrades who got seasick. During her month aboard Shireen, she cleaned, fixed whatever needed fixing, and did whatever else was required.

“Everyone could be useful in a mission like this,” Mina said. “You are an engineer, a captain, a lawyer, a medic, a diver—anyone could have something to offer there.” She paused, laughing. “Of course, engineers were popular. Social psychologists were not that popular.”

Mina recalls looking at the stars, trying to spot drones. “I’m a star and binocular psycho,” she says. “My best friend was the binoculars, and my favorite shift was 4 a.m. till 8 a.m., when I was just looking at the sky all night as much as I could. I was like, ‘Okay, this is the fourth drone. They’re gonna crash onto us. Oh no, they didn’t. Are they coming?’ And if they were approaching, I would tell whoever was with me, ‘Hey, let’s keep an eye on that.’”

Every day they tried to cook nice meals, utilising whatever they had available, Mina says. It was their way of taking care of each other—through food and music, and frequent check-ins to make sure everyone was okay. Two of her comrades from Palestine taught the rest Palestinian songs at night under the stars.

It was a bit like camping, Mina explains. “When you are surrounded by darkness and maybe dangerous things out there, but you are with people you trust and singing sounds and things like that.” The presence of other boats around was also comforting, she adds. “It was like, we’re together in a very dark place, out of our comfort zone, for sure, but we’re together, and yeah, what are you gonna do? Turn around and go home? Not possible anymore.”

To Mina, that was the ultimate form of solidarity.

All I could respond was how impressive I found it that the anarchists, leftists from all over the globe had come together and actually put into practice all of its beliefs for this one cause.

“I would expect this to happen in the anarchist world,” Mina responds, without flinching.

What struck Mina most profoundly wasn’t what happened on the water, but what rippled back home. In Mexico, friends from privileged backgrounds—people she describes as living in a bubble, often blind to injustice even in their own country—suddenly began paying attention to Palestine. Because someone they knew had gone there, the cause became real, even legitimate. For her wealthy, Catholic friends to see beyond their insulated world and recognize this as a humanitarian issue aligned with their own values felt, to Mina, like the mission’s greatest victory.

“People who were never close to the cause are now thinking about it,” she reflects. They know someone -a medic, a graduate student, a diver- who was there. Not a terrorist, just an ordinary person trying to do something. And that personal connection, she believes, dismantles the easiest dismissals. When someone asks, “But what about Hamas?” the answer becomes simple: “I don’t think Mina is in Hamas.”

Drone attacks in Tunisia

One of the darkest moments of the trip, she admits, was when two boats were attacked by Israeli drones while in Tunisia. According to Mina, one of the drones hit a Mexican comrade’s boat. “He was away at that moment, but it was his boat, so it was close enough, and it was really dangerous. And everyone, of course, was super stressed, but nobody was taking a step back. Everyone was like, ‘Okay, this is getting dark, but we will keep forward.’” Following the attacks, everyone on her boat was more alert, as they were leading the way at that time, she said.

Some media reported that the drone attacks in Tunisia were most likely controlled by Israeli submarines following the Flotilla. “People were saying, ‘I’ve seen a lot of bubbles,’ and we were like, ‘Nah, don’t be paranoid,’” Mina said. What happened next proves, in her opinion, that the Israeli army could go to another country and attack boats with international flags with no remorse, and most worryingly, or consequences.

After Tunisia, Flotilla participants spiked from 300 to almost 500 people representing around 46 countries, Mina says. They were forced to dock in Italy for safety reasons before moving on with their journey, and support poured in from every corner. “People were really trying to help the mission,” Mina says. “Even the people that sold us the life rafts for the boats, they were like, ‘Oh, you’re going with the Flotilla, okay, let’s just skip this [bureaucratic process]. We’ll move it forward for you.’ Everyone was doing their best to be part [of our efforts].”

Societal support to the movement

That’s when the real pressure on local governments started. “If we miss communication with you, we’re gonna stop the country,” Mina recalls politicians and unionists saying. And they did so before anything had happened to the Flotilla again. According to Reuters and BBC, some 300,000–400,000 people marched in Rome in solidarity with the people of Gaza during a general strike. People held banners with slogans like “Stop the Massacre” and “Hands off the Flotilla!” 

There were around 40 Italians aboard the Flotilla ships. Among the protests that unraveled in cities across Italy, dockworkers in Naples blockaded the port and protesters in Turin pulled metal barriers onto railways. People supporting the cause of the Global Sumud Flotilla and the end of the genocide in Gaza were able to paralyze the EU’s third most populous state.

But it wasn’t just in Italy where people took charge. Following the example of Italians, Greeks too took to the streets in a powerful show of solidarity with the Palestinian people and the efforts of the Global Sumud Flotilla to end the Israeli siege. Workers at the Piraeus port in Athens decided on 3 October to go on a 24-hour work strike denouncing the Israeli attack on the Global Sumud Flotilla in Tunisia. The call to strike was initiated by Palestinian and anti-war organizations but was quickly picked up by trade unionists, workers and students, health workers, teachers, and port workers.

Both the Italian and Greek governments even sent their navies to escort the Flotilla on its way out of their countries. Though it was uncertain whether they did so because of societal pressure, the symbolism of their presence alone might have prevented the Flotilla from being attacked again- this time in European waters and airspace. Mina was unsure too. “None of us trusts the governments,” she said. But she seemed sure of one thing: “People have had enough.”

A failure for the flotilla, a win for humanity

The boats of the Global Sumud Flotilla were intercepted by the Israeli army on 3–4 October. Every crew member on board at that time -437 activists, parliamentarians, and lawyers from across the globe- were arrested and held in detention for several days under questionable conditions. Mina was luckily not one of them, as the legal observation boat she was aboard had spotted the drones gathering above the fleet early enough to change route and dock in Pafos.

Once communication among them was interrupted by the drones, all they had left were their Signal messaging groups. The last messages Mina recalls were “We’re seeing them approaching,” before her comrades threw their phones in the sea so they wouldn’t fall into the army’s hands. All they could do at that point, Mina says, was wish them good luck.

During our time together, she didn’t know the fate of her Mexican comrades. It was later that night, as we rushed to get her to the bus to Pafos so that she could catch her flight, that she received a message saying they were all okay.

“Getting all of these people from so many cultures, languages, nationalities organizing to try to break the siege was a clear message to the countries”, she had told me during our interview. “Your state has the resources and the political status, the power to do this the proper way, but it doesn’t do it. We are trying. States are not even trying.”

Whatsapp Image 2025 10 20 At 10.44.23 8351007c

Instead of a closure, I asked Mina to send a message to someone who supports Israel’s actions in Gaza. She said she wanted to remind them to ask themselves “who’s winning from this hatred, and if it is indeed solving the threats that the Israeli population has faced since it existed.”

“Is this making Israel safer?” she asks. “I believe that Jewish people should be able to live freely and in a respected way wherever they are. You need to be respected because you’re a human being, not because you belong to a particular state.”

The story was originally published on In-Cyprus.com

Η κυρία Μαίρη πάει για ύπνο

Δημοσιευμένο στον ιστότοπο του περιοδικού Ο Αναγνώστης στις 13 Αυγούστου 2025

Βγαίνω από το κτήριο και κοντοστέκομαι ευθυτενής. Ισιώνω το σάλι μου και κοιτάζω τριγύρω. Δεν με βλέπει κανένας. Ξεδιπλώνω το χαρτομάντηλο που μου ‘δωσε πριν από λίγο ο γιατρός και σκουπίζω την άκρη των ματιών μου. 

Βγάζω το καθρεφτάκι από την τσάντα και τσεκάρω το μακιγιάζ μου. Κάποτε βαφόμουν το πρωί και ως το βράδυ με πέρναγες για το ίδιο φρεσκοβαμμένη. Τώρα, η σκιά πάνω στα σακουλιασμένα μου βλέφαρα άντε ν’ αντέξει μία ώρα. Πόσο μάλλον αν έχω κλάψει κιόλας.

Παρατηρώ καλά-καλά το πρόσωπό μου. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια φτάνουν μέχρι τους κροτάφους. Τα χείλη μου είναι ζαρωμένα. Περνάω το χέρι πάνω απ’ το χαλαρωμένο δέρμα του λαιμού μου. Το βλέμμα πέφτει πάνω στις καφέ κουκκίδες που έχουν κατακλύσει το πίσω μέρος της παλάμης μου. Είναι οι ίδιες που είχε κι η γαλλίδα δασκάλα του πιάνου μου όταν πρωτοξεκίνησα. Να δεις πώς τις έλεγε… Κατεβάζω απότομα το χέρι.Fleur du cimetière τις έλεγε. Λουλούδια του κοιμητηρίου. Ας μην τις κοιτάζω καλύτερα.

Το ξανθό μαλλί, τουλάχιστον, στέκει ακόμα πλούσιο πάνω στο κεφάλι μου και το χτένισμά του κρατιέται καλά από το περασμένο Σάββατο. Το ίδιο και το γαλάζιο χρώμα των ματιών και η λεπτή μου μύτη. Μοιάζουν σχεδόν άφθαρτα από τον χρόνο. Χαμογελάω. Θα μπορούσε να ‘ταν και χειρότερα. Το ‘πε κι ο γιατρός:

«Έχετε τον οργανισμό μιας 65άρας. Σπάνιο πράγμα για γυναίκα 78 χρονών.»

Στο άκουσμα του κομπλιμάν κόρδωσα σαν την πέρδικα. Πού να ‘ξερα πως θα μου μαύριζε την ψυχούλα αμέσως μετά με τα μαντάτα που μου ανακοίνωσε; Απλώνω άλλη μια στρώση από το ροζ μου κραγιόν, κλείνω το καθρεφτάκι και αρχίζω να περπατάω προς το πάρκινγκ. 

Το ταξί με περιμένει στην ίδια θέση που με άφησε πριν από μία ώρα. 

«Όλα εντάξει με την εξέταση κυρά Μαιρούλα;» με ρωτά ο Τάκης καθώς μου ανοίγει την πόρτα. 

«Όλα υπό έλεγχο», του απαντώ κοφτά. Αυτό το κυρά, αν και ανάρμοστο, συνήθως δεν με ενοχλεί. Σήμερα μου τη δίνει στα νεύρα.

Ξεκινάμε για το σπίτι. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο και όλα μου φαίνονται διαφορετικά. Οι τζακαράντες που προσπερνάμε με ταχύτητα κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου, τα ζευγάρια των ανθρώπων που περπατάνε βιαστικά, τ’ αυτοκίνητα που τρέχουνε φουριόζικα, τα παιδιά που σχολνάν κι αφήνουν με φόρα πίσω τους το σχολείο. Όλα κινούνται σ΄ ένα τέμπο πρέστο, που για πρώτη φορά αδυνατώ ν’ ακολουθήσω. Σαν κάποιος να έχει πειράξει τον μετρονόμο για να μου κάνει πλάκα. 

Για μια στιγμή ταξιδεύω πίσω στα νιάτα μου. Μου έκανε στ’ αλήθεια αυτή την πλάκα ο γιος μου όταν ήτανε μικρός. Καθόμουνα να συνεχίσω την εξάσκησή μου στο πιάνο μετά από ένα μικρό διαλειμματάκι, ξανάναβα τον μετρονόμο και ξαφνικά τα δάχτυλά μου αδυνατούσαν να πατήσουν συγχρονισμένα τις νότες. Προσπαθούσα ξανά και ξανά. Έκανα τεντώματα στα χέρια, ασκήσεις αναπνοής για συγκέντρωση. Μάταια. Μέχρι που τον άκουγα να γελάει πνιχτά κρυμμένος πίσω από τον καναπέ. Μόνο τότε έπαιρνα πρέφα τι γινότανε. 

Και τι δεν θα ‘δινα να μ’ οδηγούσε εκείνος πίσω στο σπίτι μια τέτοια μέρα… Ας όψεται η περιοδεία του. Κι εγώ επαγγελματίας μουσικός είμαι. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσεις οικογενειακή ζωή και καριέρα. Γι’ αυτό άλλωστε δεν έκανα άλλα παιδιά. 

Σταματάμε σ’ ένα κόκκινο φανάρι. 

«Είσ’ εντάξει με τη μουσική, κυρά Μαιρούλα; Μήπως ν’ αλλάξω σταθμό;» με ρωτάει ο Τάκης.

Τόση ώρα ούτε που άκουγα τι έπαιζε στο ραδιόφωνο. Άλλες φορές είναι το πρώτο πράγμα που προσέχω, κι εγώ πρώτη του ζητάω ν’ αλλάξει σταθμό. Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή… Σπουδαία η κλασική μουσική, αλλά όταν σε παίρνει από κάτω, μόνο κάτι τέτοια σ’ εκφράζουν. 

«Μου κάνει κι ο Καζαντζίδης», του απαντάω τελικά.

Παρατηρώ ότι έχει πάψει από ώρα να παίζει το κομπολόι του. Υποθέτω ότι νιώθει άβολα με τη σιωπή μου. Δεν τον έχω συνηθίσει σε τέτοια. Τις πλείστες φορές δεν βάζω γλώσσα μέσα. Αλλά δεν το κάνει θέμα. Δεν είναι σαν τους άλλους ταξιτζήδες ο Τάκης. Είναι πολύ διακριτικός. Αυτός είναι κι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν τον αλλάζω από τότε που πέθανε ο άντρας μου κι έχω ανάγκη από μεταφορικό. 

Περνάμε τη γέφυρα με τις μουριές και παίρνουμε τη στροφή για την τελική ευθεία προς το σπίτι. 

«Στο Food House να μ’ αφήσεις αγόρι μου», του λέω. «Θα το δεις δέκα μέτρα πριν το σπίτι στο δεξί σου χέρι.»

Τον βλέπω που με κοιτάζει από τη γωνία του ματιού του. 

«Στις διαταγές σου κυρά Μαιρούλα μου», λέει. 

Υπό άλλες συνθήκες θα μου ‘κανε πρόβλημα που του δίνω οδηγίες. Ξέρω τι θα μου έλεγε. «Τριάντα χρόνια στην πιάτσα δεν χρειάστηκα ούτε και μία φορά χάρτη πλοήγησης. Εσύ πες πού θες να πας κι άσε πάνω μου τα υπόλοιπα.» 

Το ταξί σταματά μπροστά από το κατάστημα. Ο Τάκης κατεβαίνει και μού ανοίγει την πόρτα. Προτού κουνηθώ, βγάζω το πορτοφόλι από την τσάντα μου. 

«Πόσο κάνει αγόρι μου;»

«Να πας στο καλό κυρά Μαιρούλα μου», απαντάει και για πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που μ’ έχει πελάτισσα, μου δίνει το χέρι για να με βοηθήσει να κατέβω. 

Βγάζω ένα τριαντάρικο και το αφήνω στο ταμπλό. Τόση ώρα με περίμενε έξω από την κλινική. Ισιώνω το σάλι μου, βάζω την τσάντα στον ώμο και κατεβαίνω χωρίς να του δώσω το χέρι. Πολύ εκνευρίζομαι όταν με λυπούνται.

Περπατάω αργά και σταθερά προς το κατάστημα. Το ζεστό κίτρινο φως και το πορτοκαλί χρώμα των ψυγείων του μες από τη βιτρίνα με παρηγορούν. Αν υπάρχει ένας χώρος, πέρα από τη γωνιά στο σπίτι με το Steinwayμου, που με γεμίζει με αγαλλίαση, είναι δίχως αμφιβολία το Food House της γειτονιάς μου. Ανεβαίνω προσεκτικά τα σκαλιά και στέκομαι μπροστά στην αυτόματη πόρτα. Περιμένοντας ν’ ανοίξει, το βλέμμα μου πλανάται μέσα με αδημονία.  

Η πόρτα ανοίγει και κάνω ένα βήμα μπροστά. 

«Καλώς την κυρία Μαίρη μας!» 

Το ηχόχρωμα της φωνής του Κυριάκου είναι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί σήμερα. Είναι ό,τι καλύτερο μου συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα από τότε που άνοιξε το κατάστημα δίπλα από το σπίτι μου, δυο χρόνια πριν.

«Πώς είμαστε σήμερα; Στις ομορφιές σας, όπως πάντα», μου λέει. «Να σας πάρω αγκαζέ να πάμε μια βόλτα ένα-ένα τα ψυγεία ή ξέρετε τι χρειάζεστε;»

Τα καταπράσινα μάτια του λάμπουν καθώς μου μιλά και τα χέρια του είναι ολάνοιχτα, σαν να με προσκαλούν μέσα τους. Η καρδούλα μου σκιρτά. Κανονικά ακολουθώ κατά γράμμα τους κανόνες κοινωνικής εθιμοτυπίας. Σήμερα, όμως, δεν είναι μια κανονική μέρα. 

«Μια αγκαλιά, αγόρι μου», λέω και χώνομαι στα χέρια του. «Έχω ανάγκη από μία αγκαλιά.»

«Τι έγινε κυρία Μαίρη;», με ρωτά απορημένος. «Σοφία αναλαμβάνεις για λίγο;» φωνάζει στη συνάδελφό του. «Ελάτε.»

Με οδηγεί στο πλαϊνό δωμάτιο, που έχουν τα κομπιούτερ τους. Παίρνει μια καρέκλα και με βάζει να καθίσω. Μου παίρνει με λεπτές κινήσεις την τσάντα από τον ώμο και την ακουμπάει με προσοχή πάνω στο γραφείο. Γονατίζει ακριβώς μπροστά μου και μου δίνει ένα χαρτομάντηλο.

«Να φτιάξω καφέ;» 

«Σ’ ευχαριστώ, αγόρι μου. Ένας καφές είναι ό,τι πρέπει.» 

Τον παρακολουθώ καθώς μετράει τρία φλιτζανάκια νερό, τα χύνει μέσα στο μπρίκι και το βάζει πάνω σ’ ένα μικρό γκαζάκι. Όσο ζεσταίνεται το νερό, αφήνει για λίγο το μπρίκι και κατευθύνεται προς τον κυρίως χώρο του καταστήματος. Κάνει νόημα στη Σοφία με τα χέρια. Της λέει κάτι σαν πέντε λεπτά, κλείσε το, έλα κι εσύ.

Πολύ το ευχαριστιέμαι αυτό το συνωμοτικό σκηνικό που στήνεται για χάρη μου. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ξεχνάω ότι έχω κακά νέα να τους πω. Η Σοφία γυρνάει την πινακίδα στην πόρτα με την ένδειξη «κλειστό» κι έρχεται κοντά μας. Κρατάει μια γκοφρέτα στο χέρι.

«Για την κυρία Μαίρη μας.» 

«Σ’ ευχαριστώ, κορίτσι μου», της λέω, απλώνω το χέρι και τη χώνω μέσα στην τσάντα μου. «Τη φυλάω γι΄ αργότερα.»

Ο Κυριάκος φέρνει σ’ ένα μεταλλικό δισκάκι τους καφέδες.

«Μέτριος για το Σοφάκι και για μένα και σκέτος για την κυρία Μαίρη μας, που έχει περισσή γλυκάδα», λέει. 

Η ευγενής συμπεριφορά του με γεμίζει με ελπίδα για τη νέα γενιά. Αν εξακολουθούν να υπάρχουν τζέντλεμαν ακόμα και ανάμεσα στη σημερινή νεολαία, τότε κάτι πάει καλά σ’ αυτό τον κόσμο, σκέφτομαι. Πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ μου και τους παρακολουθώ να κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. 

«Εσείς τι νέα;» ρωτάω. Κοιτάζει ο ένας τον άλλον.

«Όλοι καλά, κυρία Μαίρη μου», λέει ο Κυριάκος. «Αλλά κάτι θα μας λέγατε.»

Σωστά. Μου φαίνεται ότι το μυαλό μου αποφεύγει να το βάλει σε λέξεις. Ίσως να μη θέλω κιόλας να δηλητηριάσω αυτή την όμορφη παρεΐστικη ατμόσφαιρα με το κακό μου νέο. Έχουν όμως κι οι δυο μια ανησυχία στα μάτια τους. Δεν είναι οίκτος, θα το καταλάβαινα. Δεν θέλω να τους κρατάω άλλο σε αγωνία.

«Όγκος», καταφέρνω να συλλαβίσω. «Πήγα για μαστογραφία το πρωί. Βρήκαν ένα κουβάρι δύο εκατοστά στο δεξί μου στήθος. Ο γιατρός έχει προγραμματίσει επείγουσα επέμβαση για μεθαύριο.»

Ο Κυριάκος σφίγγει τα χείλη. Η Σοφία αφήνει κάτω το φλυτζάνι και μου πιάνει το χέρι.

«Κακοήθης;» με ρωτά. 

«Δεν ξέρουμε, κορίτσι μου. Γι’ αυτό θα το βγάλουμε, για να σταλεί για βιοψία.»

Ο Κυριάκος ισιώνει την πλάτη. «Κυρία Μαίρη μου εγώ δε σας φοβάμαι», λέει. «Βλέπω μπροστά μου μια υγιή γυναίκα. Έτσι να συνεχίσετε να βλέπετε κι εσείς τον εαυτό σας.»

«Δίκιο έχει ο Κούλης, κυρία Μαίρη», προσθέτει η Σοφία. «Χρειάζεται θετική σκέψη.»

Νιώθω καλύτερα μόνο και μόνο που το μοιράστηκα μαζί τους. Το πιστεύω κι εγώ αυτό που λένε για τη θετικότητα. Ανέκαθεν ήμουνα θετικός άνθρωπος. Ίσως υπερβολικά θετικός. Μην είσαι αδαής μαμά, μου έλεγε ο γιος μου όταν ήτανε μικρός. Αναρωτιέμαι πώς θα του πω τα νέα. Μόλις τώρα πέρασε αυτή η σκέψη από το μυαλό μου. Τα μάτια μου βουρκώνουν.

«Στον γιο μου δεν το ‘χω πει. Δεν ξέρω πώς θα το πάρει. Είναι και μακριά. Έχει συναυλίες στην Αυστρία», λέω. Κάνω παύση. 

Αυστρία μου είχε πει ή Αυστραλία; Δεν παίρνει και κανένα τηλέφωνο να τον ρωτήσω ξανά, να ξέρω τι να λέω στον κόσμο. Χρειάζεται πειθαρχία, όμως, μία περιοδεία. Ειδικά όταν είσαι ο μαέστρος μιας ολόκληρης συμφωνικής ορχήστρας. Το καταλαβαίνω αυτό. Και τα τηλέφωνα δεν βοηθάνε. Μάλλον γι’ αυτό μου βγαίνει συνέχεια ο τηλεφωνητής όταν τον παίρνω στο κινητό. Θα το ‘χει κλειστό ο γιόκας μου. 

«Κι αν κάτι πάει στραβά με την επέμβαση;» μονολογώ. «Ποιος θα του το πει; Κι αν αναγκαστεί να διακόψει την περιοδεία του; Αυτό θα ήταν ό,τι χειρότερο για την καριέρα του. Δεν θέλω να του γίνομαι βάρος…» Ο Κυριάκος με διακόπτει. 

«Κυρία Μαίρη, ξέρεις τι λένε στη μπάλα οι προπονητές καμιά φορά;»

«Τι λένε αγόρι μου;» ρωτάω και κοιτάζω τη Σοφία για να δω αν ξέρει για ποιο πράγμα μιλά. Είμαι περίεργη να μάθω αν είναι κάτι που λένε συχνά οι νέοι μεταξύ τους αυτή την εποχή και μου ‘χει διαφύγει. Ευτυχώς τον κοιτάζει κι εκείνη με απορία.

«‘Βλέπουμε τα παιχνίδια ένα-ένα’, λένε. Κι εσύ έτσι να κάνεις.»

«Ποιος θα το περίμενε, ότι θα έκρυβε τόση σοφία μέσα του το άθλημα των μαζών», λέω και πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ μου.

Καθόλου δεν καταλαβαίνω τι εννοεί, αλλά δεν θέλω να φανώ κι άσχετη. Ένας από τους λόγους που οι νέοι με βρίσκουν συμπαθή είναι επειδή ξέρω πώς να συνδιαλέγομαι μαζί τους. Έχω αυτό που λένε νεανικό πνεύμα. Αν πάψει κι αυτό να ισχύει, δεν μου απομένει ελπίδα καμιά. 

«Καλά τα λέει ο Κούλης», προσθέτει η Σοφία. «Κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει στη γωνία κυρία Μαίρη μου. Το μόνο σίγουρο είναι το παρόν. Το παιχνίδι που παίζεις σήμερα.»

Αυτό εννοούσε ο Κυριάκος; Αυτό μάλιστα. Είναι κάτι που μπορώ να κάνω. Carpe diem δεν έλεγε ο Οράτιος; Και δεν θα πω τίποτα στο γιο μου μέχρι να βγει το αποτέλεσμα της βιοψίας. Γιατί να περιπλέκω τα πράγματα; Άλλωστε μπορεί να μην είναι και τίποτα. Μην τον αγχώνω άδικα. Αφήνω το φλυτζάνι και σηκώνομαι όρθια.

«Λοιπόν έχετε δίκιο» λέω. «Ποιος ζει ποιος πεθαίνει μέχρι την επέμβαση. Ως τότε, θα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί. Ξεκινώντας από απόψε. Θα μαγειρέψω τ’ αγαπημένο μου και θ’ ανοίξω και το Pinot Noir του ’95 που κρατάω για σπάνιες περιστάσεις.»

Σηκώνονται κι αυτοί όρθιοι. Τα μάτια του Κυριάκου λάμπουν ξανά. Τι όμορφο θέαμα!

«Ένας σολομός Νορβηγίας με δέρμα και ένα σακουλάκι τεμαχισμένα λαχανικά έφτασαν αμέσως στο ταμείο για την κυρία Μαίρη μας», λέει. 

Απόσπασμα της μεγαλύτερης ιστορίας δημοσιεύτηκε στο blog παλιότερα.