Ιστορίες του περιθωρίου, με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Μικρές, κακές ιστορίες, που – αυστηρά μιλώντας – δεν προορίζονται για γράψιμο, και, σίγουρα, δεν γράφονται με την προσδοκία να αρέσουν.
Το βιβλίο θα παρουσιαστεί επίσημα στις 26 Απριλίου, στο Σπίτι της Συνεργασίας
Η Ήβη, μια δραστήρια και ατίθαση δημοσιογράφος, χωρίζει στα τριάντα τέσσερα κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό της. Η Πηνελόπη, παντρεμένη με Τουρκοκύπριο, ζει στο Βαρώσι και ψάχνει τον γιο της, που έχει μεγαλώσει στην άλλη πλευρά. Δυο γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν αντισυμβατικά σε ένα νησί όπου κυριαρχεί άλλη τάξη πραγμάτων.
Σμίγουν οι ζωές τους και συναντιούνται το 2004, παραμονές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, σε μια περίοδο έντονης πόλωσης.
Το συναπάντημα των ιστοριών τους έχει αφορμή ένα πραγματικό γεγονός: την λογοκρισία που ασκήθηκε στον Ευρωπαίο αξιωματούχο Γκίντερ Φερχόϊγκεν, ένθερμο υποστηρικτή του Σχεδίου Ανάν, όταν κατόπιν άνωθεν οδηγιών ακυρώθηκαν οι συνεντεύξεις του σε όλα τα κυπριακά μέσα.
Περιπέτειες από τις ζωές απλών ανθρώπων διασταυρώνονται στην κρίσιμη εκείνη εποχή, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια, λίγο πριν χαθεί ένας δρόμος που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στην ηρεμία.
Η έκδοση του βιβλίου ταυτίζεται με μία ιδιαίτερη χρονική συγκυρία, καθώς το 2024 συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την καταψήφιση του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν, που πρότειναν τα Ηνωμένα Έθνη, με τη σύμφωνη γνώμη των δυο κοινοτήτων του νησιού, ως λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Η περίοδος πριν και μετά το δημοψήφισμα έχει μείνει στην ιστορία της χώρας ως μια περίοδος κοινωνικής πόλωσης και έντονης προπαγάνδας, αφού το σχέδιο απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές και απορριπτικούς, σε μία χρονική συγκυρία που βρήκε την κυπριακή κοινωνία απροετοίμαστη να συζητήσει με ωριμότητα και μετριοπάθεια το όποιο ενδεχόμενο επίλυσης. Έκτοτε, οι δυο κοινότητες του νησιού δεν έχουν βρεθεί τόσο κοντά σε παρόμοια ευκαιρία επίτευξης μόνιμης ειρήνης, με τους πιο απαισιόδοξους πολιτικούς αναλυτές να κάνουν λόγο για την τελευταία χαμένη ευκαιρία επίλυσης.
Το βιβλίο εκδίδεται από τις εκδόσεις Το Ροδακιό, στην Ελλάδα. Η υδατογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο είναι δημιουργία της εικαστικού Κατερίνας Ατταλίδου.
Το τέλος του λατρεμένου ροφήματος όπως το γνωρίζουμε και τα σενάρια για το μέλλον της βιομηχανίας
2026, Ελλάδα. Σε κάποιο γουστόζικο cafe-boutique κάποιας παρόδου της Κολοκοτρώνη, μια γυναίκα με προσεγμένο ντύσιμο κι ένα βιβλίο στο χέρι πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας της. Πίνει μια γουλιά από τη γυάλινη κούπα της και νιώθει ευγνώμων. Τώρα μπορεί να ξεκινήσει σωστά τη μέρα της. Έστω κι αν δεν αντέχει πια η τσέπη της κι έναν δεύτερο ίδιο καφέ το απόγευμα. Η ερώτηση για πόσο ακόμα θ’ αντέξει η τσέπη της και τον μοναδικό καφέ specialty της ημέρας προς το παρόν δεν ταλαιπωρεί τις σκέψεις της. Θα έπρεπε; Οι ειδικοί λένε πως ναι.
2026, Βραζιλία. Ένας παραγωγός καφέ γονατίζει αφήνοντας το βάρος του σώματός του να πέσει με φόρα πάνω στο χώμα της γης που με τόση υπομονή καλλιέργησε. Η φυτεία του δεν άντεξε την τέταρτη χρονιά ξηρασίας που μαστίζει τη χώρα και η πύρινη λαίλαπα που παραμονεύει στη φυτεία παραδίπλα είναι ζήτημα χρόνου να κάψει ολοσχερώς και τη δική του. Άλλη τέχνη δεν ξέρει να κάνει. Αλλά ακόμα δεν περνάει από το μυαλό του η σκέψη ότι από αύριο θα πρέπει να βρει άλλο τρόπο να βγάζει το βιος του. Θα έπρεπε; Οι ειδικοί λένε όχι απαραίτητα.
Οι δυο ιστορίες μπορεί να είναι αποκύημα της φαντασίας, αλλά πόρρω απέχουν από τη σημερινή πραγματικότητα. Κλιματική κρίση και αυξημένο κόστος καλλιέργειας σπρώχνουν συνεχώς τις τιμές του καφέ προς τα πάνω και «δοκιμάζουν» τις αντοχές της παραγωγής ανά το παγκόσμιο, με αποτέλεσμα η βιομηχανία του καφέ να βρίσκεται σε τέλμα και η βιωσιμότητά της υπό τις υφιστάμενες συνθήκες να τίθεται εν αμφιβόλω.
Όμως, πώς φτάσαμε ως εδώ;
Κλιματική Κρίση και Βιωσιμότητα
Το Ινστιτούτο των Ηνωμένων Εθνών για το Νερό, το Περιβάλλον και την Υγεία προειδοποίησε στις 20 Ιανουαρίου 2026 ότι η Γη εισέρχεται σε μια νέα φάση – τη φάση της «εξάντλησης του νερού» – όπου τα ποτάμια συστήματα, οι δεξαμενές και τα επίπεδα των υπόγειων υδάτων μειώνονται πολύ πιο γρήγορα από την ικανότητα της φύσης να αναγεννηθεί.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι παρά η πιο πρόσφατη επίπτωση της κλιματικής αλλαγής, που συμπιέζει χρόνο με το χρόνο την παραγωγή του καφέ και αυξάνει το κόστος της σηματοδοτώντας μια συνεχή και κατακόρυφη αύξηση στην τιμή του.
Σύμφωνα, μάλιστα με την ιστοσελίδα Trading Economics, η τιμή του ακατέργαστου καφέ Arabica την τελευταία δεκαετία σχεδόν τριπλασιάστηκε εκτοξευόμενη στα 6,17 ευρώ ανά κιλό από μόλις 2,34 το 2016.
«Η συντριπτική πλειοψηφία των αγρότοπων ερημοποιούνται», εξηγεί ο Felipe Croce, ιδιοκτήτης της φάρμας καφέ Fazenda Ambiental Fortaleza (FAF) στη Βραζιλία, που εξάγει το 80% της παραγωγής της στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης Ελλάδας και Κύπρου. «Μέσα σε διάστημα πέντε χρόνων είχαμε το 2021 έναν από τους χειρότερους παγετούς και το 2024 τη χειρότερη ανομβρία στην ιστορία της χώρας», συμπληρώνει. Οι αγρότες, σύμφωνα με τον Croce, ψάχνουν για εύκολες λύσεις αυξάνοντας τις επενδύσεις τους σε υποδομές ύδρευσης και χημικά λιπάσματα, «αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αν δεν εφαρμοστούν υπεύθυνες και βιώσιμες λύσεις, μια μέρα απλώς θα ανοίξουν τη μάνικα και δε θα βγει ούτε στάλα νερό».
Σύμφωνα με τον Antoine Nétien, Γάλλο πρωτοπόρο του καφέ specialty και σύμβουλο, ορισμένες ποικιλίες καφέ έχουν ήδη εξαφανιστεί, όπως για παράδειγμα στην Αιθιοπία, ενώ σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Βραζιλίας, οι αγρότες στρέφονται στην καλλιέργεια Robusta, που είναι πιο ανθεκτική από την Arabica.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης στις φυτείες καφέ ανά το παγκόσμιο, είναι και η αύξηση της θερμοκρασίας στο νησί Σουλαουέσι της Ινδονησίας, αναφέρει ο Nétien. Με μέσες θερμοκρασίες παραδοσιακά από 18 μέχρι 24 βαθμούς κελσίου, σήμερα στο νησί η ελάχιστη μέση θερμοκρασία είναι 22 βαθμούς, με αποτέλεσμα να ευνοείται η ανάπτυξη μυκήτων και παρασιτων, που αποτελούν τον μεγαλύτερο εχθρό του καφέ. Στο τελευταίο του ταξίδι εκεί, θυμάται, οι αρρώστιες ήταν εμφανείς πάνω στα φυτά, που αρρώσταιναν το ένα μετά το άλλο. «Ήταν ό,τι πιο τραγικό να βλέπεις μια φυτεία να καταστρέφεται σε ζωντανό χρόνο μπροστά στα μάτια σου», μας είπε χαρακτηριστικά.
Το τέλος του καφέ όπως τον ξέρουμε
Στην ερώτησή μας κατά πόσο ο καφές εν τέλει θα εξαφανιστεί, Antoine Nétien και Felipe Croce απαντούν το ίδιο: Ο καφές όχι. Ωστόσο ο ποιοτικός καφές specialty, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εξαφανιστεί από τα φλυτζάνια των μαζών και πολύ σύντομα θα αποτελεί προϊόν υπέρ-πολυτελείας.
Η παραγωγή του καφέ Arabica, εξηγούν, που θεωρείται ο πιο γευστικός καφές και ταυτόχρονα μια από τις πιο ευάλωτες ποικιλίες, θα συρρικνωθεί τόσο πολύ, που θα αναγκάσει τους παραγωγούς να στραφούν σε λιγότερο εύγευστες ποικιλίες ή σε ποικιλίες που είναι τόσο σπάνιες, που καθίστανται αυτομάτως οικονομικά απρόσιτες. Είναι ήδη εμφανής η στροφή των αγροτών στις χώρες που παραδοσιακά καλλιεργούσαν Arabica προς πιο ανθεκτικές -αλλά λιγότερο γευστικές- ποικιλίες, όπως η Robusta, που καλλιεργείται ευρέως στο Βιετνάμ, χώρα που έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε 3η χώρα στην παραγωγή καφέ στον κόσμο. Από την άλλη, σπάνιες ποικιλίες καφέ, που πωλούνται πανάκριβα, καλλιεργούνται ήδη στον Νότιο Ειρηνικό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Νέα Καληδονία.
Γενικότερα παρατηρείται μια γεωγραφική μετατόπιση των φυτειών του καφέ, ο οποίος ευδοκιμεί σε περιοχές με τροπικό κλίμα, καθώς η υγρασία αποτελεί απαραίτητο παράγοντα για την ανάπτυξή του. Καθώς η κλιματική κρίση δημιουργεί συνθήκες ξηρασίας στις περιοχές που παραδοσιακά τον καλλιεργούν, ταυτόχρονα δημιουργεί ευνοϊκότερα κλίματα σε άλλες, όπως για παράδειγμα η πόλη της Καλιφόρνια στις ΗΠΑ ή ακόμα και η Κίνα, οι οποίες έχουν μπει δυναμικά στο παιχνίδι κυρίως με υβριδικές ποικιλίες καφέ.
Ταυτόχρονα, οι επεξεργαστές της πρώτης ύλης άρχισαν ήδη να καταφεύγουν σε διάφορα τεχνάσματα για να κρύψουν την ήδη υποβαθμισμένη ποιότητα και γεύση του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με τον Nétien, είναι η χρήση μαγιάς ή και τεχνητών γεύσεων φρούτων στις δεξαμενές όπου πλένονται οι πράσινοι κόκκοι καφέ προτού αποξηραθούν για να εξαχθούν και να καβουρδιστούν. «Η πολυπλοκότητα της γεύσης αυτού που γνωρίζουμε ως specialty coffee σύντομα θα χαθεί», αναφέρει με απογοήτευση, «με αποτέλεσμα η γεύση του καφέ να φθάνει στα φλυτζάνια μας υποβαθμισμένη».
Η εμπειρία και η τιμή του καφέ αναμένεται επίσης ότι θα επηρεαστούν και από μια αναδυόμενη τάση για καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένου καφέ, ενώ από τη βιομηχανία δεν λείπει ούτε η κλωνοποίηση κυττάρων του καφέ σε εργαστηριακό επίπεδο.
Ο Felipe Croce στη φάρμα καφέ του, στη Βραζιλία.
Ο καίριος ρόλος των αγροτών
Με το κόστος στις επενδύσεις τους σε ύδρευση να εκτοξεύεται στα ύψη λόγω της ξηρασίας, και με την τιμή του λιπάσματος και των φυτοφαρμάκων να αυξάνεται δυσανάλογα με το κέρδος τους, ορισμένοι αγρότες, όπως ο Felipe Croce, στρέφονται προς βιωσιμότερες μεθόδους καλλιέργειας.
Η φάρμα του, το όνομα της οποίας στα Ελληνικά σημαίνει «περιβαλλοντικό φρούριο», ακολουθεί τις πρακτικές αυτές από το 2001. «Αναγεννητική γεωργία πάει να πει να διαγιγνώσκεις τα αδύνατα σημεία της φάρμας και ενεργά να τα ενδυναμώνεις με φυσικό τρόπο. Καταφέραμε να διπλασιάσουμε την οργανική ύλη του εδάφους μας, ενώ βελτιώνουμε συνεχώς την ισορροπία της μικροβιολογίας του εδάφους χρησιμοποιώντας τεχνικές αγροδασοκομίας και τις συμβιωτικές σχέσεις μεταξύ των φυτών της περιοχής», εξηγεί. Στην ουσία οι πρακτικές αυτές καθιστούν τη φάρμα του πιο ανθεκτική απέναντι στην κλιματική κρίση και πιο αυτάρκη σε ό,τι αφορά τη χρήση λιπάσματος και φυτοφαρμάκων.
Ωστόσο οι περισσότεροι αγρότες εξακολουθούν να καταφεύγουν σε εύκολες και γρήγορες λύσεις. Το πιο σημαντικό, τονίζει, για μια ευρύτερη αλλαγή, είναι η επανεκπαίδευση των αγροτών και η αλλαγή της κουλτούρας τους.
Σύμφωνα με τον Antoine Nétien, οι αγρότες παράλληλα θα πρέπει να επιμορφώνονται και σε σχέση με τις εμπορικές πτυχές της παραγωγής τους. «Είναι αναγκαίο να τους δοθούν τα εργαλεία και η γνώση που θα ενδυναμώσει τη διαπραγματευτική τους δύναμη απέναντι στους εξαγωγείς και τους επεξεργαστές του καφέ που παράγουν, των οποίων το κέρδος αυξάνεται χωρίς αυτό να αντανακλάται στις εμπορικές τους συμφωνίες», εξηγεί.
ΕΝΘΕΤΟ 1
Έπινες και στο χωριό σου Specialty Coffee;
Όταν στον απόηχο του 20ού αιώνα ξέραμε μόνο τον φραπέ και οι γονείς μας τον παραδοσιακό καφέ στο μπρίκι, στη μακρινή Αμερική το κύμα του specialty coffee διένυε ήδη το δεύτερο -και καθοριστικότερο- κύμα του.
Μια ανάγκη αντίστασης σε ένα σύστημα αδιαφανές και μαζικοποιημένο προκαλούσε την αντίδραση μιας μερίδας παθιασμένων φίλων του καφέ που δεν επιζητούσαν τίποτε άλλο παρά ποιότητα και ιχνηλασιμότητα. Ο καφές, για εκείνους, δεν θα έπρεπε να ήταν άλλο ένα εμπόρευμα μαζικής κατανάλωσης. Όπως και στην περίπτωση του κρασιού, θεωρούσαν ότι έπρεπε να αντιμετωπίζεται σαν ένα γκουρμέ αγαθό.
Η προέλευσή του – το όνομα και η ιστορία της φάρμας που το παρήγαγε, οι μέθοδοι γεωργίας του αγρότη και η ποικιλία των φυτών – για πρώτη φορά στην ιστορία του καφέ μπαίνουν σε πρώτο πλάνο και σύντομα η έννοια του δίκαιου προς τους παραγωγούς εμπορίου, του λεγόμενου fair trade, εισέρχεται στις πρακτικές της βιομηχανίας. Ήταν κάτι παραπάνω από μία νέα τάση στους κύκλους της βιομηχανίας του καφέ. Ήταν μια φιλοσοφική προσέγγιση που θα άλλαζε ριζικά λίγα χρόνια αργότερα τη σχέση και του πιο παραδοσιακού ελληνικού και κυπριακού νοικοκυριού με το πιο δημοφιλές ρόφημα της καθημερινότητάς του.
Με την είσοδο της νέας χιλιετίας το κύμα αυτό άρχισε να διεθνοποιείται επεκτεινόμενο σε όλες τις ηπείρους σύντομα χτυπώντας και τη δική μας πόρτα.
Πες μου τι καφέ πίνεις να σου πω ποιος είσαι
Σήμερα δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η σχέση ενός ανθρώπου με τον καφέ μαρτυρά πολλά για το κοινωνικό του στάτους. Για τους γνώστες του καφέ, το αν πίνει κανείς μονοποικιλιακό ή όχι, αν βάζει στον καφέ του σιρόπια, αν παραγγέλνει τον καφέ του από αλυσίδες καφέ ή από καφέ-μπουτίκ, ακόμα και το είδος της μηχανής καφέ που έχει στο σπίτι του και το αν τη χρησιμοποιεί με κάψουλες ή ολόκληρους κόκκους καφέ έχει τη σημασία του.
Τα χέρια μου σφίγγουν ακόμα το διαβατήριο κι οι χτύποι της καρδιάς μου πάλλονται δυνατά σ’ ολόκληρο το σώμα μου καθώς βλέπω το νησί απ’ το παράθυρο του αεροπλάνου να μικραίνει. Δεκαοκτώ χρόνια σ’ αυτή τη χώρα – δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια – και ό,τι κατάφερα να πάρω μαζί μου φεύγοντας είναι μόνο το διαβατήριό μου.
Άσχημο πράγμα η απελπισία. Μπορεί να σ’ οδηγήσει στην άλλη άκρη της γης, μακριά απ’ ό,τι πιο πολύ στον κόσμο αγαπάς, μόνο και μόνο για να σε αποτελειώσει εκεί η στενοχώρια της φυγής.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
…
Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον
«Λίλιμπετ! Έλα ν’ ακούσεις! Η Γκρέις λέει ότι μπορεί να σου βρει δουλειά», φώναξε η μητέρα μου απ’ το απέναντι διαμέρισμα. Αν μάζευα ένα πέσο κάθε φορά που άκουγα την ίδια κουβέντα δεν θα την είχα την ανάγκη κανενός. Επειδή όμως ήταν ζήτημα να έβγαζα την εβδομάδα με τα χρήματα που είχα στην άκρη, άφησα την Κάρμεν στο πάρκο της κι έτρεξα στης γειτόνισσας για ν’ ακούσω περισσότερα.
«Μαμά, σου ‘χω πει χίλιες φορές πως στη Σιγκαπούρη δεν πάω» αποκρίθηκα καθώς στερέωνα την εξώπορτα με μια ξύλινη πλάκα, για να μπορώ ν’ ακούω το μωρό. «Δεν άκουσες τις προάλλες που απαγχόνισαν μια δικιά μας; Δεν ήταν ούτε είκοσι-πέντε. Πνίγηκε, λέει, το μωρό που πρόσεχε, στον κουβά της σφουγγαρίστρας».
Η μητέρα μου κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Ακούς Γκρέις; Ψωμί δεν έχει να φάει, αλλά κάνει ιδιοτροπίες για τις χώρες που προσφέρουν δουλειά. Κάτσε, Λίλιμπετ. Κανείς δε μίλησε για τη Σιγκαπούρη. Πες της, Γκρέις!»
«Θυμάσαι την κόρη της αδερφής μου;», είπε εκείνη και μου έβαλε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι bubble.
Άρπαξα μια χαρτοπετσέτα για να τη βάλω στο σουτιέν μου. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να βρεχόταν η μπλούζα μου από το γάλα που έσταζε ακόμα το στήθος μου. «Τη Νταίζη;» ρώτησα. «Εκείνην που πήγε στου διαόλου – Θου, Κύριε – τη μάνα να δουλέψει;»
«Εκείνην, ναι. Πήγε σε ένα νησί. Κύπρο, Κάπρο, κάπως έτσι το λένε, νομίζω. Δεν ξέρω κι εγώ κατά πού πέφτει, αλλά η Νταίζη λέει ότι εκεί είναι ήσυχα, οι άνθρωποι είναι φιλικοί, μιλάνε Αγγλικά και της δίνουν καλά λεφτά.»
«Πάω στοίχημα πως δεν είναι όλοι έτσι», απάντησα, και προσπάθησα ν’ ακούσω αν το μωρό έβγαζε κανέναν ήχο από απέναντι.
Η Γκρέις έσυρε το μπολ με τα μπισκότα βουτύρου προς το μέρος μου. «Δεν ξέρω πώς είναι οι άλλοι, αλλά η Νταίζη είναι πολύ ευχαριστημένη. Κάθε τρεις του μήνα στέλνει τα λεφτά και από το σπίτι της δε λείπει τίποτα», απάντησε.
«Και μου έχει βρει δουλειά;» ρώτησα κοιτώντας τα μπισκότα. Αν δεν είχα τα κιλά της εγκυμοσύνης θα άδειαζα το μπολ. Αντιστάθηκα, όμως, και δεν πήρα ούτε ένα.
«Η κόρη της κυρίας που φροντίζει είναι έγκυος, το πρώτο της.», αποκρίθηκε η Γκρέις. «Δεν είμαι σίγουρη τι δουλειά κάνει ο άντρας της, αλλά η Νταίζη λέει ότι έχει κάποιο σημαντικό πόστο. Ψάχνουν κάποια κοπέλα εμπιστοσύνης για να φροντίζει το σπίτι και να προσέχει το μωρό, που έρχεται σε δύο μήνες. Δεν θέλουν να πάνε μέσω πρακτορείου, λέει. Ψάχνουν κάποια να πάει συστημένη.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και η φωνή μου βγήκε πιο τσιριχτή απ’ όσο περίμενα. «Σε δυο μήνες; Μα σε δυο μήνες η μικρή θα είναι μόνο έξι μηνών! Αποκλείεται, ας βρουν κάποια άλλη.» Σηκώθηκα ευθύς για να πάω στο μωρό. Ήμουν σίγουρη ότι την άκουσα να κλαίει.
Προτού προλάβω να κινηθώ, η μητέρα μου εμφανίστηκε απ’ τον διάδρομο που ένωνε τα δυο διαμερίσματα. Είχε στην αγκαλιά της την Κάρμεν. «Σάμπως δεν είναι για χάρη της που θα πας;» είπε γλυκά. «Ξανασκέψου το, Λίλιμπετ. Δεν αξίζει αυτό το μωρό μια καλύτερη ζωή;»
Έμεινα να την κοιτώ καθώς περπατούσε προς το μέρος μου. «Πες πως μένεις εδώ και της δίνεις όλη σου την αγάπη», συνέχισε. Αυτό νομίζεις θα είναι αρκετό όταν θα κλαίει κι εσύ δεν θα ‘χεις να της δώσεις να φάει γιατί θα σου ‘χει τελειώσει το γάλα; Με τι χρήματα θα τη μεγαλώσεις; Ή μήπως πιστεύεις ότι θα συγκινηθεί ο αχαΐρευτος ο πατέρας της; Για θύμισέ μου πότε ήταν η τελευταία φορά που ήρθε να τη δει;» συνέχισε κουνώντας την Κάρμεν δεξιά-αριστερά.
Ξανακάθησα στη θέση μου. Όσο και να με πονούσε, είχε δίκιο η μητέρα μου. Εκείνο το μωρό, που μου ´στειλε τόσο απρόσμενα ο Κύριος, δεν θα ´χε στον ήλιο μοίρα αν δεν έβρισκα αμέσως δουλειά. Σε λίγους μήνες θα ´πρεπε να πάει στο βρεφονηπιακό, θ’ άρχιζε να τρώει κανονικά φαγητό και τα λεφτά απ´ το κράτος σίγουρα δεν έφταναν για όλ’ αυτά. Πήρα αγκαλιά την Κάρμεν, την έβαλα στο στήθος κι έμεινα να τη χαζεύω καθώς άρπαζε, με τη λαιμαργία υγιούς μωρού παιδιού, τη θηλή μου. Δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου στη σκέψη ότι, αν δεχόμουν, ίσως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα να μην την αναγνώριζα. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν θα με αναγνώριζε εκείνη.
«Κύριε ελέησον», ψιθύρισα ρουφώντας τη μύτη μου. «Πόσα δίνουν;»
Η απάντηση της Γκρέις δεν μου άφησε και πολύ περιθώριο για σκέψη. «Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος. Εκεί τα λένε λίρες, νομίζω.»
«Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος…!», αναφώνησε η μητέρα μου, «με τόσα χρήματα, σε καμιά δεκαριά χρονάκια θα μπορούμε μέχρι και να εξοφλήσουμε το χρέος του μακαρίτη του πατέρα σου». Γονάτισε δίπλα μου για να χαϊδέψει τα μαλλιά της Κάρμεν, που αποκοιμούνταν σιγά-σιγά στην αγκαλιά μου και πιπιλούσε ακόμα τη ρώγα μου. «Έλα τώρα, Λίλιμπετ, μην το πολυσκέφτεσαι. Δεν αξίζει αυτή εδώ η φατσούλα να ξεφύγει απ´ τη δικιά μας μοίρα;», συμπλήρωσε ικετευτικά.
Ύστερα γύρισε πάνω μου και μισόκλεισε τα βλέφαρα. «Μόνο μην τολμήσεις και μπλέξεις όπως ο πατέρας σου και μας πάρεις στο λαιμό σου, όπως έκανε εκείνος.»
Θεός φυλάξοι.
…
Και μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν
Με τη Νταίζη βρισκόμασταν κάθε Κυριακή, που είχαμε ολοήμερο ρεπό. Συναντιόμασταν το πρωί, γύρω στις εφτάμιση, στην Πλατεία Σολωμού, όπου τερμάτιζαν όλα τα λεωφορεία της γραμμής, και περπατούσαμε μαζί μέχρι την Καθολική Εκκλησία στην Πύλη Πάφου. Ήταν η μοναδική μέρα της βδομάδας που έβγαζα τ’ αθλητικά μου παπούτσια και τις φόρμες και φορούσα φουστάνι. Άφηνα το μαλλί μου κάτω και βαφόμουν.
Μετά την εκκλησία μαζευόμασταν καμιά δεκαπενταριά γυναίκες, όλες οικιακές βοηθοί, στο σπίτι μιας κοπέλας απ’ την παρέα της εκκλησίας, της Κάθριν. Ένα διαμέρισμα ισόγειο, με λευκό φως και σεντόνια στην τζαμαρία αντί για κουρτίνες. Οι περισσότερες έρχονταν για να καλαμπουρδίσουν, να πουν τα νέα της βδομάδας και να κουτσομπολέψουν. Αν έλεγα ότι προσπάθησα ιδιαίτερα να κοινωνικοποιηθώ μαζί τους, θα ήταν ψέμα. Μ’ ενοχλούσε που τις έβλεπα τόσο ανέμελες. Σαν να μην είχαν αφήσει κι εκείνες πίσω τις οικογένειές τους. Με τάραζε η σκέψη ότι μπορεί κι εγώ – θου, Κύριε – να κατέληγα έτσι.
Αντ’ αυτού, παρακολουθούσα ανελλιπώς τις παρτίδες Τόγκιτ που έπαιζαν μετά το φαγητό. Μου έφερναν στο μυαλό τον πατέρα μου κι έτσι ένιωθα λίγο πιο κοντά στις Φιλιππίνες. Αν είν’ έτσι που παίζουν, μπορώ να τους πάρω τα σώβρακα, σκεφτόμουν αναλογιζόμενη τα κόλπα που μου είχε μάθει.
«Νόμιζα πως ήξερες να παίζεις, μάγκα», τον άκουγα να λέει στους συμπαίκτες του κάθε βράδυ, μετά από αμέτρητες ώρες παιχνιδιού. «Η τύχη ευνοεί τους θαρραλέους, αλλά τίποτε δεν διαρκεί για πάντα, Άντριου», του απαντούσε ο θείος μου – σταθερά ο δεύτερος παίκτης του τρίο – καθώς κούμπωνε το μπουφάν του σκυφτός.
Αρνιόμουν να πάω για ύπνο μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι τους. Μέχρι να έρθει στο τέλος της εκείνη η θεία πάλη. Κάθε βράδυ στο σαλόνι μας αναμετριούνταν ο διάβολος και ο θεός, σε μία ύστατη προσπάθεια επικράτησης του ενός επί του άλλου. Τα χαρτιά ήταν απλώς το μέσο. Κι εγώ, σαν παιδί, ήθελα ο πατέρας μου, ό,τι κοντινότερο στον Θεό είχα στη ζωή μου, να νικά. Κάθε φορά. Έπρεπε ο πατέρας μου να νικά. «Πάντα το καλό νικάει το κακό», μας έλεγαν στο σχολείο οι μοναχές. Το μόνο που με παρηγορούσε τα βράδια που έχανε, ήταν η προοπτική της επανάληψης της πάλης το επόμενο βράδυ. Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά, επαναλάμβανα εμμονικά μέχρι το πρωί.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανε να νικήσει μια εβδομάδα. Επτά ολόκληρες ημέρες. Δεν κοιμήθηκα μέχρι να νικήσει ξανά και έτρωγα ελάχιστα. Αρνιόμουν να αποδεχθώ το γεγονός. Η ηγουμένη στο καθολικό σχολείο χρειάστηκε να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι να ρωτήσει αν ήταν όλα εντάξει, γιατί δεν συμμετείχα καθόλου στην τάξη. Ποτέ δεν ήμουν ακριβώς αυτό που λέμε άριστη μαθήτρια, αλλά έβρισκα πάντα ευφυείς τρόπους να τα βγάζω πέρα χωρίς πολλά-πολλά. Έκανα παρέα με τα κορίτσια που ήξερα ότι έκαναν ανελλιπώς τα μαθήματά τους και φρόντιζα να τ’ αντιγράφω. Άκουγα το μάθημα και αποστήθιζα πληροφορίες που απόβαιναν συχνά σωτήριες όταν με ρωτούσαν οι μοναχές κάτι στα ξαφνικά και γενικά ήμουνα άσος στο να καμουφλάρομαι αν όχι σε άριστη, τουλάχιστον σε επιμελή μαθήτρια. «Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν», έλεγε ο πατέρας μου, κι αυτό ακριβώς προσπαθούσα να κάνω. Αλλά εκείνη τη βδομάδα ούτε γι’ αυτό είχα διάθεση.
Η καρδιά μου πονούσε που τον έβλεπα να κάθεται ακίνητος στα σκοτεινά σε μια γωνιά του καναπέ, αξύριστος, με τις πιτζάμες και μ’ ένα τενεκεδάκι μπύρας στο χέρι απ’ το πρωί. Περνούσα δήθεν τυχαία από μπροστά του για να του κλέψω ένα χαμόγελο, ένα πείραγμα. Μάταια. Δεν εντόπιζε καν την παρουσία μου στο δωμάτιο.
Όμως τα βράδια που νικούσε, κοίταζα την πράσινη τσόχα με τις στάχτες και τις σταγόνες από χυμένο ρούμι και σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι που είμαι κόρη ενός τόσο χαρισματικού ανθρώπου. Τον έβλεπα να μπλοφάρει και να πιάνει τους συμπαίκτες του εξ απροόπτου, να τους λυγίζει την ψυχολογία αγέρωχος κι εκείνοι να φεύγουν απ’ το σπίτι μας ταπεινωμένοι.
Κάθε φορά που νικούσε, πριν τον καληνυχτίσω, σήκωνα το κεφάλι ψηλά, κοίταζα το μαυρισμένο ταβάνι μας απ’ τους καπνούς και ευχαριστούσα τον Θεό που είχε βοηθήσει να επικρατήσει γι’ άλλη μια φορά η ανωτερότητα του πατέρα μου. Ύστερα σκαρφάλωνα στα γόνατά του, έσφιγγα τα χέρια μου γύρω απ’ τον λαιμό του, έπαιρνα μια βαθιά τζούρα απ’ την καπνίλα που μύριζαν τα μαλλιά του και του έδινα ένα ρουφηχτό φιλί πάνω στα αξύριστά του μάγουλα. Εκείνος με γαργαλούσε και μου ψιθύριζε, με την εμποτισμένη από ρούμι ανάσα του, «μικρό μου διαβολάκι, είδες πώς τους έκανα σκόνη;». Είναι τώρα είκοσι χρόνια που αυτοκτόνησε, και δεν θυμάμαι πια τη φωνή του.
Μια Κυριακή καθώς τις κοίταζα να παίζουν μια πολύ βαρετή παρτίδα, γυρνάει και μου λέει η Νταίζη: «Πόσο πρέπει να ‘χει μεγαλώσει η Κάρμεν! Όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’ λέει η θεία μου ότι την ακούει να φωνάζει». Αυτό το «όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’», μα το Θεό, μου σούβλισε την ψυχή. Εμένα ούτε καν μου μιλάει στο τηλέφωνο, πόσο μάλλον να με φωνάξει «μαμά». Χωρίς να σηκώσω το βλέμμα απ’ την παρτίδα σηκώθηκα πάνω, άρπαξα απ’ τα χέρια της μίας τα χαρτιά, την έσπρωξα και κάθισα στη θέση της. Δεν θυμάμαι σε τι κατάσταση ήμουν όταν το έκανα, αλλά θυμάμαι σίγουρα ότι καμιά τους δεν έφερε αντίσταση.
Ένιωσα ξαφνικά μια δίψα να εισπράξω την ευχαρίστηση που μου ‘δινε το αίσθημα της νίκης. Κι όταν άφησα να κυλήσουν τα φύλλα μου στην τσόχα απλώνοντας το χέρι για να μαζέψω τα κέρδη, ένιωσα – Θεέ μου συγχώρα με – σαν θεά. Το βλέμμα στα πρόσωπά τους κάθε φορά που έπεφταν θύματα στις μπλόφες μου – εκείνο το βλέμμα με τα σφιγμένα χείλη και τα μισόκλειστα μάτια ή το άλλο, που κρύβεται πίσω από παλάμες για να κρύψει την ντροπή – με γέμιζε με μία ένταση ευφορίας που δεν άφηνε χώρο για καμία θλίψη.
Δεν ήταν όμως μόνο εκείνη η γενναία δόση αδρεναλίνης που μ’ έκανε να αφεθώ στον εθισμό. Σ’ εκείνη θα μπορούσα να αντισταθώ, όπως αντιστέκομαι στα μπισκότα βουτύρου όταν θέλω να χάσω κανένα κιλό. Εκείνο στο οποίο δεν κατάφερα ν’ αντισταθώ ήταν το πόσο κοντά μου ένιωθα τον πατέρα μου όποτε, μετά από ‘κείνη τη μέρα, έπαιρνα στα χέρια τα χαρτιά.
Μετά από είκοσι χρόνια που δεν υπήρχε πουθενά στη ζωή μου, μπορούσα να τον αισθανθώ επιτέλους δίπλα μου. Και τότε έπαυα να είμαι η Λίλιμπετ, η μητέρα της Κάρμεν, που ήρθε εδώ πέρα για έναν και μόνο σκοπό. Γινόμουν ξανά το μικρό «διαβολάκι» του πατέρα μου, με τη νωπή μυρωδιά του ακόμα πάνω στα μαλλιά μου και τη βραχνή του φωνή ν’ αντηχεί και πάλι παντού γύρω μου.
Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.
Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.
Οι καλύτεροι παί… Κύριε φύλαξόν με.
– ΤΕΛΟΣ –
Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο 17ο τεύχος του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ, τον Ιανουάριο του 2026.
A crew member of the Global Sumud Flotilla shares her experience on board and spreads hope amidst the darkness
When states—and even international organisations—stand idle as genocide unfolds at the eastern end of the Mediterranean, what fills the void? The perpetrator, emboldened, escalates. What began as mass killing transforms into calculated, intentional starvation.
But this absence of state action until the peace agreement was signed on 9 October, created space for something unexpected: a rare flowering of global solidarity, manifesting in the bottom-up movement known as the Global Sumud Flotilla.
“When the world remains silent, we set sail.” With this motto, the Global Sumud Flotilla defines itself as a coalition of everyday people—organisers, humanitarians, doctors, artists, clergy, lawyers, and seafarers—united by a single conviction: the siege and genocide must end. Independent, international, and unaffiliated with any government or political party, their allegiance is to “justice, freedom, and the sanctity of human life.”
Mina Morsán, a 35-year-old social psychologist from Mexico, was one of approximately 500 crew members of the Global Sumud Flotilla who set sail in late August from ports in Spain and Italy in an attempt to break the Israeli siege on Gaza and deliver vital supplies. She was aboard the boat named Shireen, tasked with legal observation and support.
I met Mina by chance on 6 October 2025 in a bustling university courtyard in Nicosia. A Greek Cypriot academic was about to hand her off to a Turkish Cypriot colleague for a tour of northern Nicosia—she’d spent the previous night at an activist lawyer’s home in the south. Here was someone from the far reaches of the Western world who had just traveled to Gaza in the name of solidarity, now being showered with solidarity herself. Throughout our time together, her “comrades”—as they called themselves—kept calling: Had she eaten? Would she make the bus to Pafos for her flight home? If a storm hit, her shipmates were welcome to shelter with them.
Mina had met the captain of Shireen at a Climate Justice Congress in Milan two years earlier. When the captain called her that summer to say she’d been asked to lead the boat accompanying the Sumud Flotilla, she invited Mina to join.
Life on the boat
Solidarity was at the core of the journey in every way, according to Mina. Even though the Shireen had its own stock of food and supplies, the fleet was organized so that boats could help one another. “If you were running out of coffee and your neighboring boat was short of bread, you could communicate and exchange,” Mina explained.
Some boats were big, others smaller, so some carried more supplies than others. “We were carrying lawyers and medics. If needed, they could change to another boat.” Mina supported not only the Shireen’s crew but any other boat that needed help, in whatever way she could. As a keen diver, she would freedive with fins and a mask to check boats for signs of sabotage. “One time they had put chains and ropes in the propeller of a boat, which broke it and wasted them a lot of time,” she said. Her familiarity with the sea also made her capable of helping comrades who got seasick. During her month aboard Shireen, she cleaned, fixed whatever needed fixing, and did whatever else was required.
“Everyone could be useful in a mission like this,” Mina said. “You are an engineer, a captain, a lawyer, a medic, a diver—anyone could have something to offer there.” She paused, laughing. “Of course, engineers were popular. Social psychologists were not that popular.”
Mina recalls looking at the stars, trying to spot drones. “I’m a star and binocular psycho,” she says. “My best friend was the binoculars, and my favorite shift was 4 a.m. till 8 a.m., when I was just looking at the sky all night as much as I could. I was like, ‘Okay, this is the fourth drone. They’re gonna crash onto us. Oh no, they didn’t. Are they coming?’ And if they were approaching, I would tell whoever was with me, ‘Hey, let’s keep an eye on that.’”
Every day they tried to cook nice meals, utilising whatever they had available, Mina says. It was their way of taking care of each other—through food and music, and frequent check-ins to make sure everyone was okay. Two of her comrades from Palestine taught the rest Palestinian songs at night under the stars.
It was a bit like camping, Mina explains. “When you are surrounded by darkness and maybe dangerous things out there, but you are with people you trust and singing sounds and things like that.” The presence of other boats around was also comforting, she adds. “It was like, we’re together in a very dark place, out of our comfort zone, for sure, but we’re together, and yeah, what are you gonna do? Turn around and go home? Not possible anymore.”
To Mina, that was the ultimate form of solidarity.
All I could respond was how impressive I found it that the anarchists, leftists from all over the globe had come together and actually put into practice all of its beliefs for this one cause.
“I would expect this to happen in the anarchist world,” Mina responds, without flinching.
What struck Mina most profoundly wasn’t what happened on the water, but what rippled back home. In Mexico, friends from privileged backgrounds—people she describes as living in a bubble, often blind to injustice even in their own country—suddenly began paying attention to Palestine. Because someone they knew had gone there, the cause became real, even legitimate. For her wealthy, Catholic friends to see beyond their insulated world and recognize this as a humanitarian issue aligned with their own values felt, to Mina, like the mission’s greatest victory.
“People who were never close to the cause are now thinking about it,” she reflects. They know someone -a medic, a graduate student, a diver- who was there. Not a terrorist, just an ordinary person trying to do something. And that personal connection, she believes, dismantles the easiest dismissals. When someone asks, “But what about Hamas?” the answer becomes simple: “I don’t think Mina is in Hamas.”
Drone attacks in Tunisia
One of the darkest moments of the trip, she admits, was when two boats were attacked by Israeli drones while in Tunisia. According to Mina, one of the drones hit a Mexican comrade’s boat. “He was away at that moment, but it was his boat, so it was close enough, and it was really dangerous. And everyone, of course, was super stressed, but nobody was taking a step back. Everyone was like, ‘Okay, this is getting dark, but we will keep forward.’” Following the attacks, everyone on her boat was more alert, as they were leading the way at that time, she said.
Some media reported that the drone attacks in Tunisia were most likely controlled by Israeli submarines following the Flotilla. “People were saying, ‘I’ve seen a lot of bubbles,’ and we were like, ‘Nah, don’t be paranoid,’” Mina said. What happened next proves, in her opinion, that the Israeli army could go to another country and attack boats with international flags with no remorse, and most worryingly, or consequences.
After Tunisia, Flotilla participants spiked from 300 to almost 500 people representing around 46 countries, Mina says. They were forced to dock in Italy for safety reasons before moving on with their journey, and support poured in from every corner. “People were really trying to help the mission,” Mina says. “Even the people that sold us the life rafts for the boats, they were like, ‘Oh, you’re going with the Flotilla, okay, let’s just skip this [bureaucratic process]. We’ll move it forward for you.’ Everyone was doing their best to be part [of our efforts].”
Societal support to the movement
That’s when the real pressure on local governments started. “If we miss communication with you, we’re gonna stop the country,” Mina recalls politicians and unionists saying. And they did so before anything had happened to the Flotilla again. According to Reuters and BBC, some 300,000–400,000 people marched in Rome in solidarity with the people of Gaza during a general strike. People held banners with slogans like “Stop the Massacre” and “Hands off the Flotilla!”
There were around 40 Italians aboard the Flotilla ships. Among the protests that unraveled in cities across Italy, dockworkers in Naples blockaded the port and protesters in Turin pulled metal barriers onto railways. People supporting the cause of the Global Sumud Flotilla and the end of the genocide in Gaza were able to paralyze the EU’s third most populous state.
But it wasn’t just in Italy where people took charge. Following the example of Italians, Greeks too took to the streets in a powerful show of solidarity with the Palestinian people and the efforts of the Global Sumud Flotilla to end the Israeli siege. Workers at the Piraeus port in Athens decided on 3 October to go on a 24-hour work strike denouncing the Israeli attack on the Global Sumud Flotilla in Tunisia. The call to strike was initiated by Palestinian and anti-war organizations but was quickly picked up by trade unionists, workers and students, health workers, teachers, and port workers.
Both the Italian and Greek governments even sent their navies to escort the Flotilla on its way out of their countries. Though it was uncertain whether they did so because of societal pressure, the symbolism of their presence alone might have prevented the Flotilla from being attacked again- this time in European waters and airspace. Mina was unsure too. “None of us trusts the governments,” she said. But she seemed sure of one thing: “People have had enough.”
A failure for the flotilla, a win for humanity
The boats of the Global Sumud Flotilla were intercepted by the Israeli army on 3–4 October. Every crew member on board at that time -437 activists, parliamentarians, and lawyers from across the globe- were arrested and held in detention for several days under questionable conditions. Mina was luckily not one of them, as the legal observation boat she was aboard had spotted the drones gathering above the fleet early enough to change route and dock in Pafos.
Once communication among them was interrupted by the drones, all they had left were their Signal messaging groups. The last messages Mina recalls were “We’re seeing them approaching,” before her comrades threw their phones in the sea so they wouldn’t fall into the army’s hands. All they could do at that point, Mina says, was wish them good luck.
During our time together, she didn’t know the fate of her Mexican comrades. It was later that night, as we rushed to get her to the bus to Pafos so that she could catch her flight, that she received a message saying they were all okay.
“Getting all of these people from so many cultures, languages, nationalities organizing to try to break the siege was a clear message to the countries”, she had told me during our interview. “Your state has the resources and the political status, the power to do this the proper way, but it doesn’t do it. We are trying. States are not even trying.”
Instead of a closure, I asked Mina to send a message to someone who supports Israel’s actions in Gaza. She said she wanted to remind them to ask themselves “who’s winning from this hatred, and if it is indeed solving the threats that the Israeli population has faced since it existed.”
“Is this making Israel safer?” she asks. “I believe that Jewish people should be able to live freely and in a respected way wherever they are. You need to be respected because you’re a human being, not because you belong to a particular state.”