Επιλεγμένα

Το πρώτο μου βιβλίο: «Ηρεμίας 21»

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί επίσημα στις 26 Απριλίου, στο Σπίτι της Συνεργασίας

Η Ήβη, μια δραστήρια και ατίθαση δημοσιογράφος, χωρίζει στα τριάντα τέσσερα κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό της. Η Πηνελόπη, παντρεμένη με Τουρκοκύπριο, ζει στο Βαρώσι και ψάχνει τον γιο της, που έχει μεγαλώσει στην άλλη πλευρά. Δυο γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν αντισυμβατικά σε ένα νησί όπου κυριαρχεί άλλη τάξη πραγμάτων. 

Σμίγουν οι ζωές τους και συναντιούνται το 2004, παραμονές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, σε μια περίοδο έντονης πόλωσης.

Το συναπάντημα των ιστοριών τους έχει αφορμή ένα πραγματικό γεγονός: την λογοκρισία που ασκήθηκε στον Ευρωπαίο αξιωματούχο Γκίντερ Φερχόϊγκεν, ένθερμο υποστηρικτή του Σχεδίου Ανάν, όταν κατόπιν άνωθεν οδηγιών ακυρώθηκαν οι συνεντεύξεις του σε όλα τα κυπριακά μέσα. 

Περιπέτειες από τις ζωές απλών ανθρώπων διασταυρώνονται στην κρίσιμη εκείνη εποχή, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια, λίγο πριν χαθεί ένας δρόμος που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στην ηρεμία.

Η έκδοση του βιβλίου ταυτίζεται με μία ιδιαίτερη χρονική συγκυρία, καθώς το 2024 συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την καταψήφιση του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν, που πρότειναν τα Ηνωμένα Έθνη, με τη σύμφωνη γνώμη των δυο κοινοτήτων του νησιού, ως λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Η περίοδος πριν και μετά το δημοψήφισμα έχει μείνει στην ιστορία της χώρας ως μια περίοδος κοινωνικής πόλωσης και έντονης προπαγάνδας, αφού το σχέδιο απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές και απορριπτικούς, σε μία χρονική συγκυρία που βρήκε την κυπριακή κοινωνία απροετοίμαστη να συζητήσει με ωριμότητα και μετριοπάθεια το όποιο ενδεχόμενο επίλυσης. Έκτοτε, οι δυο κοινότητες του νησιού δεν έχουν βρεθεί τόσο κοντά σε παρόμοια ευκαιρία επίτευξης μόνιμης ειρήνης, με τους πιο απαισιόδοξους πολιτικούς αναλυτές να κάνουν λόγο για την τελευταία χαμένη ευκαιρία επίλυσης. 

Το βιβλίο εκδίδεται από τις εκδόσεις Το Ροδακιό, στην Ελλάδα. Η υδατογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο είναι δημιουργία της εικαστικού Κατερίνας Ατταλίδου.

Η Παναγιά μαζί του

Ο θείος μου ο Παντελής εν ίσως ο τελευταίος γνήσιος άθρωπος της εργαθκιάς που ξέρω. Μεγαλώννοντας εφάνταζε στα μμάθκια μου σχεδόν θκυο μέτρα. Ψιντρός μεν, αλλά με τζείνην τη μυική δύναμην που έχουν οι αθρώποι που επεράσαν τη ζωήν τους μες τα χτίσματα. Τζαι μούζουρος. Ψηλός, ψιντρός, μουζουρής, με σγουρόν πυκνόν μαλλίν τζαι μουστάτζιν, τζαι με κάτι μελισσιά μμάθκια που λάμπουν σάννα τζαι φωτίζουνται που μέσα.

Άντρας της μιτσιάς αδερφής της μάμμας μου τζαι παπάς της συνομήλικης εξαδέρφης μου της Κρίστας, με την οποίαν επήαμεν μαζίν Δημοτικόν στην Λακατάμεια. Κάθε μεσημέριν που εσχολάνναμεν επηαίνναμεν περπατητές σπίτιν τους ώσπου να σχολάσει ο παπάς μου να έρτει να με πιάσει.

Θυμούμαι τον να έρκεται που τα χτίσματα με το παούριν το στροντζυλόν που πολυστερίνην τζαι την μαειρισσούαν τυλιμένην μες την καρό τη μαντιλιάν. Ρούχα-μαλλιά ξιμαρισμένα που το κουγκρίν τζαι την κούρασην γραμμένην παντού στο πρόσωπον του. Δύσκολα τον έχαννες να καταφτάννει με το διπλοκάμπινον του. Έξερα ότι εν’ το δικόν του αν έβλεπα κάτι κότσινα κεφαλαία γράμματα πας τον προφυλακτήραν του.

Μόλις άρκεψα να θκιεβάζω θυμούμαι έκαμεν μου τρομερήν εντύπωσην το τι έγραφεν. Τι να εσήμαινεν άραγε το «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ»; Ότι εβούραν πολλά με το διπλοκάμπινον τζαι εχρειάζετουν έξτρα προσοχήν που την Παναγίαν; Ότι η δουλειά του ήταν τόσον επικίνδυνη που έπρεπεν να τον προσέχει; Έκαμνα υποθέσεις μες τον νουν μου αν ο θείος ο Παντελής το επρόφερεν «Η Παναγία» ή «Η Παναγιά» τζαι επροσπαθούσα να τον φανταστώ να το λαλεί για να μαντέψω ποιον του εταίρκαζεν παραπάνω. Επροσπαθούσα να μαντέψω αν το επαράγγειλεν έτσι το διπλοκάμπινον ή αν τα εκόλλησεν μετά τα γράμματα τζαι πόθθεν θα εγόρασεν έτσι ανθεχτικά αυτοκόλλητα.

Σαν φκαρμένος που ταινίαν γουέστερν, ο θείος μου καπνίζει το τσιγάρον του κουμπημένον στο τέρμαν της σχισμής των δαχτύλων του. Τζαι άμαν το ρουφά εν’ σάννα τζαι κλείει το στόμαν του με την παλάμην του ολόκληρην. Εν είδα άλλον άθρωπον στη ζωήν μου να καπνίζει με έτσι μοναδικόν στυλ.

Μιαν μέραν επηαίνναμεν βόλταν οι θκυο οικογένειες κάπου εχτός Λευκωσίας τζαι επέλεξα να πάω μαζίν τους, με το διπλοκάμπινον. Ήμασταν ξαπολυμένες με την ανηψιάν μου στο πίσω κάθισμαν, γονατισμένες να θωρούμεν πίσω τζαι ο Καζαντζίδης στη διαπασών. Τα παράθυρα ορθάννοιχτα να μας φυσά ο αέρας μες το χάιγουει τζαι τζείνος να τραγουδά με την ψυσιήν του «είσαι η ζωή μου/η αναπνοή μου».

Είσεν το σέριν του έξω με το τσιγάρον στα δάχτυλα τζαι έτσι όπως ετραγουδούσεν «γλύκα μου και φως μου/το φιλί σου δώσ’ μου» έσσυψεν στην πλευράν της θείας μου της Ντίνας τζαι έδωσεν της έναν τσακριστόν φιλίν πάνω στο στέρνο.

Εκρυφογελάσαμεν με την Κρίσταν τζαι για μέρες μετά επροσπαθούσα να επεξεργαστώ την ιδέαν ότι οι γονιοί μας μπορεί να αγαπιούνται τζαι έτσι. Διάχυτα, γελαστά, αυθόρμητα.

Ο θείος μου ο Παντελής εν’ η πιο αγνή μορφή εργαθκιάς τζαι αθρωπιάς που ξέρω. Που ήξερα. Στο καλό, θείε μου. Η Παναγιά μαζί σου.

Δυσοίωνο το μέλλον του καφέ

Το τέλος του λατρεμένου ροφήματος όπως το γνωρίζουμε και τα σενάρια για το μέλλον της βιομηχανίας

2026, Ελλάδα. Σε κάποιο γουστόζικο cafe-boutique κάποιας παρόδου της Κολοκοτρώνη, μια γυναίκα με προσεγμένο ντύσιμο κι ένα βιβλίο στο χέρι πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας της. Πίνει μια γουλιά από τη γυάλινη κούπα της και νιώθει ευγνώμων. Τώρα μπορεί να ξεκινήσει σωστά τη μέρα της. Έστω κι αν δεν αντέχει πια η τσέπη της κι έναν δεύτερο ίδιο καφέ το απόγευμα. Η ερώτηση για πόσο ακόμα θ’ αντέξει η τσέπη της και τον μοναδικό καφέ specialty της ημέρας προς το παρόν δεν ταλαιπωρεί τις σκέψεις της. Θα έπρεπε; Οι ειδικοί λένε πως ναι.

2026, Βραζιλία. Ένας παραγωγός καφέ γονατίζει αφήνοντας το βάρος του σώματός του να πέσει με φόρα πάνω στο χώμα της γης που με τόση υπομονή καλλιέργησε. Η φυτεία του δεν άντεξε την τέταρτη χρονιά ξηρασίας που μαστίζει τη χώρα και η πύρινη λαίλαπα που παραμονεύει στη φυτεία παραδίπλα είναι ζήτημα χρόνου να κάψει ολοσχερώς και τη δική του. Άλλη τέχνη δεν ξέρει να κάνει. Αλλά ακόμα δεν περνάει από το μυαλό του η σκέψη ότι από αύριο θα πρέπει να βρει άλλο τρόπο να βγάζει το βιος του. Θα έπρεπε; Οι ειδικοί λένε όχι απαραίτητα.

Οι δυο ιστορίες μπορεί να είναι αποκύημα της φαντασίας, αλλά πόρρω απέχουν από τη σημερινή πραγματικότητα. Κλιματική κρίση και αυξημένο κόστος καλλιέργειας σπρώχνουν συνεχώς τις τιμές του καφέ προς τα πάνω και «δοκιμάζουν» τις αντοχές της παραγωγής ανά το παγκόσμιο, με αποτέλεσμα η βιομηχανία του καφέ να βρίσκεται σε τέλμα και η βιωσιμότητά της υπό τις υφιστάμενες συνθήκες να τίθεται εν αμφιβόλω.

Όμως, πώς φτάσαμε ως εδώ;

Κλιματική Κρίση και Βιωσιμότητα

Το Ινστιτούτο των Ηνωμένων Εθνών για το Νερό, το Περιβάλλον και την Υγεία προειδοποίησε στις 20 Ιανουαρίου 2026 ότι η Γη εισέρχεται σε μια νέα φάση – τη φάση της «εξάντλησης του νερού» – όπου τα ποτάμια συστήματα, οι δεξαμενές και τα επίπεδα των υπόγειων υδάτων μειώνονται πολύ πιο γρήγορα από την ικανότητα της φύσης να αναγεννηθεί.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι παρά η πιο πρόσφατη επίπτωση της κλιματικής αλλαγής, που συμπιέζει χρόνο με το χρόνο την παραγωγή του καφέ και αυξάνει το κόστος της σηματοδοτώντας μια συνεχή και κατακόρυφη αύξηση στην τιμή του.

Σύμφωνα, μάλιστα με την ιστοσελίδα Trading Economics, η τιμή του ακατέργαστου καφέ Arabica την τελευταία δεκαετία σχεδόν τριπλασιάστηκε εκτοξευόμενη στα 6,17 ευρώ ανά κιλό από μόλις 2,34 το 2016.

«Η συντριπτική πλειοψηφία των αγρότοπων ερημοποιούνται», εξηγεί ο Felipe Croce, ιδιοκτήτης της φάρμας καφέ Fazenda Ambiental Fortaleza (FAF) στη Βραζιλία, που εξάγει το 80% της παραγωγής της στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης Ελλάδας και Κύπρου. «Μέσα σε διάστημα πέντε χρόνων είχαμε το 2021 έναν από τους χειρότερους παγετούς και το 2024 τη χειρότερη ανομβρία στην ιστορία της χώρας», συμπληρώνει. Οι αγρότες, σύμφωνα με τον Croce, ψάχνουν για εύκολες λύσεις αυξάνοντας τις επενδύσεις τους σε υποδομές ύδρευσης και χημικά λιπάσματα, «αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αν δεν εφαρμοστούν υπεύθυνες και βιώσιμες λύσεις, μια μέρα απλώς θα ανοίξουν τη μάνικα και δε θα βγει ούτε στάλα νερό».

Σύμφωνα με τον Antoine Nétien, Γάλλο πρωτοπόρο του καφέ specialty και σύμβουλο, ορισμένες ποικιλίες καφέ έχουν ήδη εξαφανιστεί, όπως για παράδειγμα στην Αιθιοπία, ενώ σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Βραζιλίας, οι αγρότες στρέφονται στην καλλιέργεια Robusta, που είναι πιο ανθεκτική από την Arabica.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης στις φυτείες καφέ ανά το παγκόσμιο, είναι και η αύξηση της θερμοκρασίας στο νησί Σουλαουέσι της Ινδονησίας, αναφέρει ο Nétien. Με μέσες θερμοκρασίες παραδοσιακά από 18 μέχρι 24 βαθμούς κελσίου, σήμερα στο νησί η ελάχιστη μέση θερμοκρασία είναι 22 βαθμούς, με αποτέλεσμα να ευνοείται η ανάπτυξη μυκήτων και παρασιτων, που αποτελούν τον μεγαλύτερο εχθρό του καφέ. Στο τελευταίο του ταξίδι εκεί, θυμάται, οι αρρώστιες ήταν εμφανείς πάνω στα φυτά, που αρρώσταιναν το ένα μετά το άλλο. «Ήταν ό,τι πιο τραγικό να βλέπεις μια φυτεία να καταστρέφεται σε ζωντανό χρόνο μπροστά στα μάτια σου», μας είπε χαρακτηριστικά.

Το τέλος του καφέ όπως τον ξέρουμε

Στην ερώτησή μας κατά πόσο ο καφές εν τέλει θα εξαφανιστεί, Antoine Nétien και Felipe Croce απαντούν το ίδιο: Ο καφές όχι. Ωστόσο ο ποιοτικός καφές specialty, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εξαφανιστεί από τα φλυτζάνια των μαζών και πολύ σύντομα θα αποτελεί προϊόν υπέρ-πολυτελείας.

Η παραγωγή του καφέ Arabica, εξηγούν, που θεωρείται ο πιο γευστικός καφές και ταυτόχρονα μια από τις πιο ευάλωτες ποικιλίες, θα συρρικνωθεί τόσο πολύ, που θα αναγκάσει τους παραγωγούς να στραφούν σε λιγότερο εύγευστες ποικιλίες ή σε ποικιλίες που είναι τόσο σπάνιες, που καθίστανται αυτομάτως οικονομικά απρόσιτες. Είναι ήδη εμφανής η στροφή των αγροτών στις χώρες που παραδοσιακά καλλιεργούσαν Arabica προς πιο ανθεκτικές -αλλά λιγότερο γευστικές- ποικιλίες, όπως η Robusta, που καλλιεργείται ευρέως στο Βιετνάμ, χώρα που έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε 3η χώρα στην παραγωγή καφέ στον κόσμο. Από την άλλη, σπάνιες ποικιλίες καφέ, που πωλούνται πανάκριβα, καλλιεργούνται ήδη στον Νότιο Ειρηνικό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Νέα Καληδονία.

Γενικότερα παρατηρείται μια γεωγραφική μετατόπιση των φυτειών του καφέ, ο οποίος ευδοκιμεί σε περιοχές με τροπικό κλίμα, καθώς η υγρασία αποτελεί απαραίτητο παράγοντα για την ανάπτυξή του. Καθώς η κλιματική κρίση δημιουργεί συνθήκες ξηρασίας στις περιοχές που παραδοσιακά τον καλλιεργούν, ταυτόχρονα δημιουργεί ευνοϊκότερα κλίματα σε άλλες, όπως για παράδειγμα η πόλη της Καλιφόρνια στις ΗΠΑ ή ακόμα και η Κίνα, οι οποίες έχουν μπει δυναμικά στο παιχνίδι κυρίως με υβριδικές ποικιλίες καφέ.

Ταυτόχρονα, οι επεξεργαστές της πρώτης ύλης άρχισαν ήδη να καταφεύγουν σε διάφορα τεχνάσματα για να κρύψουν την ήδη υποβαθμισμένη ποιότητα και γεύση του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με τον Nétien, είναι η χρήση μαγιάς ή και τεχνητών γεύσεων φρούτων στις δεξαμενές όπου πλένονται οι πράσινοι κόκκοι καφέ προτού αποξηραθούν για να εξαχθούν και να καβουρδιστούν. «Η πολυπλοκότητα της γεύσης αυτού που γνωρίζουμε ως specialty coffee σύντομα θα χαθεί», αναφέρει με απογοήτευση, «με αποτέλεσμα η γεύση του καφέ να φθάνει στα φλυτζάνια μας υποβαθμισμένη».

Η εμπειρία και η τιμή του καφέ αναμένεται επίσης ότι θα επηρεαστούν και από μια αναδυόμενη τάση για καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένου καφέ, ενώ από τη βιομηχανία δεν λείπει ούτε η κλωνοποίηση κυττάρων του καφέ σε εργαστηριακό επίπεδο.

Ο Felipe Croce στη φάρμα καφέ του, στη Βραζιλία.

Ο καίριος ρόλος των αγροτών

Με το κόστος στις επενδύσεις τους σε ύδρευση να εκτοξεύεται στα ύψη λόγω της ξηρασίας, και με την τιμή του λιπάσματος και των φυτοφαρμάκων να αυξάνεται δυσανάλογα με το κέρδος τους, ορισμένοι αγρότες, όπως ο Felipe Croce, στρέφονται προς βιωσιμότερες μεθόδους καλλιέργειας.

Η φάρμα του, το όνομα της οποίας στα Ελληνικά σημαίνει «περιβαλλοντικό φρούριο», ακολουθεί τις πρακτικές αυτές από το 2001. «Αναγεννητική γεωργία πάει να πει να διαγιγνώσκεις τα αδύνατα σημεία της φάρμας και ενεργά να τα ενδυναμώνεις με φυσικό τρόπο. Καταφέραμε να διπλασιάσουμε την οργανική ύλη του εδάφους  μας, ενώ βελτιώνουμε συνεχώς την ισορροπία της μικροβιολογίας του εδάφους χρησιμοποιώντας τεχνικές αγροδασοκομίας και τις συμβιωτικές σχέσεις μεταξύ των φυτών της περιοχής», εξηγεί. Στην ουσία οι πρακτικές αυτές καθιστούν τη φάρμα του πιο ανθεκτική απέναντι στην κλιματική κρίση και πιο αυτάρκη σε ό,τι αφορά τη χρήση λιπάσματος και φυτοφαρμάκων.

Ωστόσο οι περισσότεροι αγρότες εξακολουθούν να καταφεύγουν σε εύκολες και γρήγορες λύσεις. Το πιο σημαντικό, τονίζει, για μια ευρύτερη αλλαγή, είναι η επανεκπαίδευση των αγροτών και η αλλαγή της κουλτούρας τους.

Σύμφωνα με τον Antoine Nétien, οι αγρότες παράλληλα θα πρέπει να επιμορφώνονται και σε σχέση με τις εμπορικές πτυχές της παραγωγής τους. «Είναι αναγκαίο να τους δοθούν τα εργαλεία και η γνώση που θα ενδυναμώσει τη διαπραγματευτική τους δύναμη απέναντι στους εξαγωγείς και τους επεξεργαστές του καφέ που παράγουν, των οποίων το κέρδος αυξάνεται χωρίς αυτό να αντανακλάται στις εμπορικές τους συμφωνίες», εξηγεί.

ΕΝΘΕΤΟ 1

Έπινες και στο χωριό σου Specialty Coffee;

Όταν στον απόηχο του 20ού αιώνα ξέραμε μόνο τον φραπέ και οι γονείς μας τον παραδοσιακό καφέ στο μπρίκι, στη μακρινή Αμερική το κύμα του specialty coffee διένυε ήδη το δεύτερο -και καθοριστικότερο- κύμα του.

Μια ανάγκη αντίστασης σε ένα σύστημα αδιαφανές και μαζικοποιημένο προκαλούσε την αντίδραση μιας μερίδας παθιασμένων φίλων του καφέ που δεν επιζητούσαν τίποτε άλλο παρά ποιότητα και ιχνηλασιμότητα. Ο καφές, για εκείνους, δεν θα έπρεπε να ήταν άλλο ένα εμπόρευμα μαζικής κατανάλωσης. Όπως και στην περίπτωση του κρασιού, θεωρούσαν ότι έπρεπε να αντιμετωπίζεται σαν ένα γκουρμέ αγαθό.

Η προέλευσή του – το όνομα και η ιστορία της φάρμας που το παρήγαγε, οι μέθοδοι γεωργίας του αγρότη και η ποικιλία των φυτών – για πρώτη φορά στην ιστορία του καφέ μπαίνουν σε πρώτο πλάνο και σύντομα η έννοια του δίκαιου προς τους παραγωγούς εμπορίου, του λεγόμενου fair trade, εισέρχεται στις πρακτικές της βιομηχανίας. Ήταν κάτι παραπάνω από μία νέα τάση στους κύκλους της βιομηχανίας του καφέ. Ήταν μια φιλοσοφική προσέγγιση που θα άλλαζε ριζικά λίγα χρόνια αργότερα τη σχέση και του πιο παραδοσιακού ελληνικού και κυπριακού νοικοκυριού με το πιο δημοφιλές ρόφημα της καθημερινότητάς του.

Με την είσοδο της νέας χιλιετίας το κύμα αυτό άρχισε να διεθνοποιείται επεκτεινόμενο σε όλες τις ηπείρους σύντομα χτυπώντας και τη δική μας πόρτα.

Πες μου τι καφέ πίνεις να σου πω ποιος είσαι

Σήμερα δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η σχέση ενός ανθρώπου με τον καφέ μαρτυρά πολλά για το κοινωνικό του στάτους. Για τους γνώστες του καφέ, το αν πίνει κανείς μονοποικιλιακό ή όχι, αν βάζει στον καφέ του σιρόπια, αν παραγγέλνει τον καφέ του από αλυσίδες καφέ ή από καφέ-μπουτίκ, ακόμα και το είδος της μηχανής καφέ που έχει στο σπίτι του και το αν τη χρησιμοποιεί με κάψουλες ή ολόκληρους κόκκους καφέ έχει τη σημασία του.

*Δημοσιέυθηκε στις 12 Απριλίου στον Alpha της Κυριακής.

Μια γάτα σκοτωμένη στην άκρη του δρόμου

Σκοτωμένη μια γάτα στην άκρη του δρόμου
κι εσύ στο πίσω κάθισμα τραγουδάς Χατζηπιερή.

Φοβάμαι μην την πιάσει το μάτι σου.
Δεν θέλω να την ξέρεις -όχι ακόμα- αυτή την εκδοχή της ζωής.

Ευτυχώς το ραδιόφωνο πριν μπεις πρόλαβα να το χαμηλώσω.
Μια μπάσα αλλέγκρα φωνή απαριθμούσε θανάτους σε Γάζα, Ουκρανία, Τεχεράνη.

Αναζητώ ανήσυχη το βλέμμα σου μεσ’ απ’ το καθρεφτάκι.
Το ρεφραίν το λες πιο δυνατά καθώς κοιτάς ψηλά τα δέντρα.

Μπερδεύεις τις λέξεις στο τραγούδι σου,
χορεύεις με τις πατούσες, τη μύτη, το στόμα
και χαμογελάς.

Η αλήθεια σου απέχει απ’ την αλήθεια του κόσμου,
μόλις μια γάτα σκοτωμένη στην άκρη του δρόμου.

Η Ξένη

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς

Τα χέρια μου σφίγγουν ακόμα το διαβατήριο κι οι χτύποι της καρδιάς μου πάλλονται δυνατά σ’ ολόκληρο το σώμα μου καθώς βλέπω το νησί απ’ το παράθυρο του αεροπλάνου να μικραίνει. Δεκαοκτώ χρόνια σ’ αυτή τη χώρα – δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια – και ό,τι κατάφερα να πάρω μαζί μου φεύγοντας είναι μόνο το διαβατήριό μου.

Άσχημο πράγμα η απελπισία. Μπορεί να σ’ οδηγήσει στην άλλη άκρη της γης, μακριά απ’ ό,τι πιο πολύ στον κόσμο αγαπάς, μόνο και μόνο για να σε αποτελειώσει εκεί η στενοχώρια της φυγής.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.

…

Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον

«Λίλιμπετ! Έλα ν’ ακούσεις! Η Γκρέις λέει ότι μπορεί να σου βρει δουλειά», φώναξε η μητέρα μου απ’ το απέναντι διαμέρισμα. Αν μάζευα ένα πέσο κάθε φορά που άκουγα την ίδια κουβέντα δεν θα την είχα την ανάγκη κανενός. Επειδή όμως ήταν ζήτημα να έβγαζα την εβδομάδα με τα χρήματα που είχα στην άκρη, άφησα την Κάρμεν στο πάρκο της κι έτρεξα στης γειτόνισσας για ν’ ακούσω περισσότερα.

«Μαμά, σου ‘χω πει χίλιες φορές πως στη Σιγκαπούρη δεν πάω» αποκρίθηκα καθώς στερέωνα την εξώπορτα με μια ξύλινη πλάκα, για να μπορώ ν’ ακούω το μωρό. «Δεν άκουσες τις προάλλες που απαγχόνισαν μια δικιά μας; Δεν ήταν ούτε είκοσι-πέντε. Πνίγηκε, λέει, το μωρό που πρόσεχε, στον κουβά της σφουγγαρίστρας».

Η μητέρα μου κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Ακούς Γκρέις; Ψωμί δεν έχει να φάει, αλλά κάνει ιδιοτροπίες για τις χώρες που προσφέρουν δουλειά. Κάτσε, Λίλιμπετ. Κανείς δε μίλησε για τη Σιγκαπούρη. Πες της, Γκρέις!»

«Θυμάσαι την κόρη της αδερφής μου;», είπε εκείνη και μου έβαλε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι bubble.

Άρπαξα μια χαρτοπετσέτα για να τη βάλω στο σουτιέν μου. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να βρεχόταν η μπλούζα μου από το γάλα που έσταζε ακόμα το στήθος μου. «Τη Νταίζη;» ρώτησα. «Εκείνην που πήγε στου διαόλου – Θου, Κύριε – τη μάνα να δουλέψει;»

«Εκείνην, ναι. Πήγε σε ένα νησί. Κύπρο, Κάπρο, κάπως έτσι το λένε, νομίζω. Δεν ξέρω κι εγώ κατά πού πέφτει, αλλά η Νταίζη λέει ότι εκεί είναι ήσυχα, οι άνθρωποι είναι φιλικοί, μιλάνε Αγγλικά και της δίνουν καλά λεφτά.»

«Πάω στοίχημα πως δεν είναι όλοι έτσι», απάντησα, και προσπάθησα ν’ ακούσω αν το μωρό έβγαζε κανέναν ήχο από απέναντι.

Η Γκρέις έσυρε το μπολ με τα μπισκότα βουτύρου προς το μέρος μου. «Δεν ξέρω πώς είναι οι άλλοι, αλλά η Νταίζη είναι πολύ ευχαριστημένη. Κάθε τρεις του μήνα στέλνει τα λεφτά και από το σπίτι της δε λείπει τίποτα», απάντησε.

«Και μου έχει βρει δουλειά;» ρώτησα κοιτώντας τα μπισκότα. Αν δεν είχα τα κιλά της εγκυμοσύνης θα άδειαζα το μπολ. Αντιστάθηκα, όμως, και δεν πήρα ούτε ένα.

«Η κόρη της κυρίας που φροντίζει είναι έγκυος, το πρώτο της.», αποκρίθηκε η Γκρέις. «Δεν είμαι σίγουρη τι δουλειά κάνει ο άντρας της, αλλά η Νταίζη λέει ότι έχει κάποιο σημαντικό πόστο. Ψάχνουν κάποια κοπέλα εμπιστοσύνης για να φροντίζει το σπίτι και να προσέχει το μωρό, που έρχεται σε δύο μήνες. Δεν θέλουν να πάνε μέσω πρακτορείου, λέει. Ψάχνουν κάποια να πάει συστημένη.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και η φωνή μου βγήκε πιο τσιριχτή απ’ όσο περίμενα. «Σε δυο μήνες; Μα σε δυο μήνες η μικρή θα είναι μόνο έξι μηνών! Αποκλείεται, ας βρουν κάποια άλλη.» Σηκώθηκα ευθύς για να πάω στο μωρό. Ήμουν σίγουρη ότι την άκουσα να κλαίει.

Προτού προλάβω να κινηθώ, η μητέρα μου εμφανίστηκε απ’ τον διάδρομο που ένωνε τα δυο διαμερίσματα. Είχε στην αγκαλιά της την Κάρμεν. «Σάμπως δεν είναι για χάρη της που θα πας;» είπε γλυκά. «Ξανασκέψου το, Λίλιμπετ. Δεν αξίζει αυτό το μωρό μια καλύτερη ζωή;»

Έμεινα να την κοιτώ καθώς περπατούσε προς το μέρος μου. «Πες πως μένεις εδώ και της δίνεις όλη σου την αγάπη», συνέχισε. Αυτό νομίζεις θα είναι αρκετό όταν θα κλαίει κι εσύ δεν θα ‘χεις να της δώσεις να φάει γιατί θα σου ‘χει τελειώσει το γάλα; Με τι χρήματα θα τη μεγαλώσεις; Ή μήπως πιστεύεις ότι θα συγκινηθεί ο αχαΐρευτος ο πατέρας της; Για θύμισέ μου πότε ήταν η τελευταία φορά που ήρθε να τη δει;» συνέχισε κουνώντας την Κάρμεν δεξιά-αριστερά.

Ξανακάθησα στη θέση μου. Όσο και να με πονούσε, είχε δίκιο η μητέρα μου. Εκείνο το μωρό, που μου ´στειλε τόσο απρόσμενα ο Κύριος, δεν θα ´χε στον ήλιο μοίρα αν δεν έβρισκα αμέσως δουλειά. Σε λίγους μήνες θα ´πρεπε να πάει στο βρεφονηπιακό, θ’ άρχιζε να τρώει κανονικά φαγητό και τα λεφτά απ´ το κράτος σίγουρα δεν έφταναν για όλ’ αυτά. Πήρα αγκαλιά την Κάρμεν, την έβαλα στο στήθος κι έμεινα να τη χαζεύω καθώς άρπαζε, με τη λαιμαργία υγιούς μωρού παιδιού, τη θηλή μου. Δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου στη σκέψη ότι, αν δεχόμουν, ίσως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα να μην την αναγνώριζα. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν θα με αναγνώριζε εκείνη.

«Κύριε ελέησον», ψιθύρισα ρουφώντας τη μύτη μου. «Πόσα δίνουν;»

Η απάντηση της Γκρέις δεν μου άφησε και πολύ περιθώριο για σκέψη. «Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος. Εκεί τα λένε λίρες, νομίζω.»

«Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος…!», αναφώνησε η μητέρα μου, «με τόσα χρήματα, σε καμιά δεκαριά χρονάκια θα μπορούμε μέχρι και να εξοφλήσουμε το χρέος του μακαρίτη του πατέρα σου». Γονάτισε δίπλα μου για να χαϊδέψει τα μαλλιά της Κάρμεν, που αποκοιμούνταν σιγά-σιγά στην αγκαλιά μου και πιπιλούσε ακόμα τη ρώγα μου. «Έλα τώρα, Λίλιμπετ, μην το πολυσκέφτεσαι. Δεν αξίζει αυτή εδώ η φατσούλα να ξεφύγει απ´ τη δικιά μας μοίρα;», συμπλήρωσε ικετευτικά.

Ύστερα γύρισε πάνω μου και μισόκλεισε τα βλέφαρα. «Μόνο μην τολμήσεις και μπλέξεις όπως ο πατέρας σου και μας πάρεις στο λαιμό σου, όπως έκανε εκείνος.»

Θεός φυλάξοι.

…

Και μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν

Με τη Νταίζη βρισκόμασταν κάθε Κυριακή, που είχαμε ολοήμερο ρεπό. Συναντιόμασταν το πρωί, γύρω στις εφτάμιση, στην Πλατεία Σολωμού, όπου τερμάτιζαν όλα τα λεωφορεία της γραμμής, και περπατούσαμε μαζί μέχρι την Καθολική Εκκλησία στην Πύλη Πάφου. Ήταν η μοναδική μέρα της βδομάδας που έβγαζα τ’ αθλητικά μου παπούτσια και τις φόρμες και φορούσα φουστάνι. Άφηνα το μαλλί μου κάτω και βαφόμουν.

Μετά την εκκλησία μαζευόμασταν καμιά δεκαπενταριά γυναίκες, όλες οικιακές βοηθοί, στο σπίτι μιας κοπέλας απ’ την παρέα της εκκλησίας, της Κάθριν. Ένα διαμέρισμα ισόγειο, με λευκό φως και σεντόνια στην τζαμαρία αντί για κουρτίνες. Οι περισσότερες έρχονταν για να καλαμπουρδίσουν, να πουν τα νέα της βδομάδας και να κουτσομπολέψουν. Αν έλεγα ότι προσπάθησα ιδιαίτερα να κοινωνικοποιηθώ μαζί τους, θα ήταν ψέμα. Μ’ ενοχλούσε που τις έβλεπα τόσο ανέμελες. Σαν να μην είχαν αφήσει κι εκείνες πίσω τις οικογένειές τους. Με τάραζε η σκέψη ότι μπορεί κι εγώ – θου, Κύριε – να κατέληγα έτσι.

Αντ’ αυτού, παρακολουθούσα ανελλιπώς τις παρτίδες Τόγκιτ που έπαιζαν μετά το φαγητό. Μου έφερναν στο μυαλό τον πατέρα μου κι έτσι ένιωθα λίγο πιο κοντά στις Φιλιππίνες. Αν είν’ έτσι που παίζουν, μπορώ να τους πάρω τα σώβρακα, σκεφτόμουν αναλογιζόμενη τα κόλπα που μου είχε μάθει.

«Νόμιζα πως ήξερες να παίζεις, μάγκα», τον άκουγα να λέει στους συμπαίκτες του κάθε βράδυ, μετά από αμέτρητες ώρες παιχνιδιού. «Η τύχη ευνοεί τους θαρραλέους, αλλά τίποτε δεν διαρκεί για πάντα, Άντριου», του απαντούσε ο θείος μου – σταθερά ο δεύτερος παίκτης του τρίο – καθώς κούμπωνε το μπουφάν του σκυφτός.

Αρνιόμουν να πάω για ύπνο μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι τους. Μέχρι να έρθει στο τέλος της εκείνη η θεία πάλη. Κάθε βράδυ στο σαλόνι μας αναμετριούνταν ο διάβολος και ο θεός, σε μία ύστατη προσπάθεια επικράτησης του ενός επί του άλλου. Τα χαρτιά ήταν απλώς το μέσο. Κι εγώ, σαν παιδί, ήθελα ο πατέρας μου, ό,τι κοντινότερο στον Θεό είχα στη ζωή μου, να νικά. Κάθε φορά. Έπρεπε ο πατέρας μου να νικά. «Πάντα το καλό νικάει το κακό», μας έλεγαν στο σχολείο οι μοναχές. Το μόνο που με παρηγορούσε τα βράδια που έχανε, ήταν η προοπτική της επανάληψης της πάλης το επόμενο βράδυ. Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά, επαναλάμβανα εμμονικά μέχρι το πρωί.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανε να νικήσει μια εβδομάδα. Επτά ολόκληρες ημέρες. Δεν κοιμήθηκα μέχρι να νικήσει ξανά και έτρωγα ελάχιστα. Αρνιόμουν να αποδεχθώ το γεγονός. Η ηγουμένη στο καθολικό σχολείο χρειάστηκε να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι να ρωτήσει αν ήταν όλα εντάξει, γιατί δεν συμμετείχα καθόλου στην τάξη. Ποτέ δεν ήμουν ακριβώς αυτό που λέμε άριστη μαθήτρια, αλλά έβρισκα πάντα ευφυείς τρόπους να τα βγάζω πέρα χωρίς πολλά-πολλά. Έκανα παρέα με τα κορίτσια που ήξερα ότι έκαναν ανελλιπώς τα μαθήματά τους και φρόντιζα να τ’ αντιγράφω. Άκουγα το μάθημα και αποστήθιζα πληροφορίες που απόβαιναν συχνά σωτήριες όταν με ρωτούσαν οι μοναχές κάτι στα ξαφνικά και γενικά ήμουνα άσος στο να καμουφλάρομαι αν όχι σε άριστη, τουλάχιστον σε επιμελή μαθήτρια. «Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν», έλεγε ο πατέρας μου, κι αυτό ακριβώς προσπαθούσα να κάνω. Αλλά εκείνη τη βδομάδα ούτε γι’ αυτό είχα διάθεση.

Η καρδιά μου πονούσε που τον έβλεπα να κάθεται ακίνητος στα σκοτεινά σε μια γωνιά του καναπέ, αξύριστος, με τις πιτζάμες και μ’ ένα τενεκεδάκι μπύρας στο χέρι απ’ το πρωί. Περνούσα δήθεν τυχαία από μπροστά του για να του κλέψω ένα χαμόγελο, ένα πείραγμα. Μάταια. Δεν εντόπιζε καν την παρουσία μου στο δωμάτιο.

Όμως τα βράδια που νικούσε, κοίταζα την πράσινη τσόχα με τις στάχτες και τις σταγόνες από χυμένο ρούμι και σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι που είμαι κόρη ενός τόσο χαρισματικού ανθρώπου. Τον έβλεπα να μπλοφάρει και να πιάνει τους συμπαίκτες του εξ απροόπτου, να τους λυγίζει την ψυχολογία αγέρωχος κι εκείνοι να φεύγουν απ’ το σπίτι μας ταπεινωμένοι.

Κάθε φορά που νικούσε, πριν τον καληνυχτίσω, σήκωνα το κεφάλι ψηλά, κοίταζα το μαυρισμένο ταβάνι μας απ’ τους καπνούς και ευχαριστούσα τον Θεό που είχε βοηθήσει να επικρατήσει γι’ άλλη μια φορά η ανωτερότητα του πατέρα μου. Ύστερα σκαρφάλωνα στα γόνατά του, έσφιγγα τα χέρια μου γύρω απ’ τον λαιμό του, έπαιρνα μια βαθιά τζούρα απ’ την καπνίλα που μύριζαν τα μαλλιά του και του έδινα ένα ρουφηχτό φιλί πάνω στα αξύριστά του μάγουλα. Εκείνος με γαργαλούσε και μου ψιθύριζε, με την εμποτισμένη από ρούμι ανάσα του, «μικρό μου διαβολάκι, είδες πώς τους έκανα σκόνη;». Είναι τώρα είκοσι χρόνια που αυτοκτόνησε, και δεν θυμάμαι πια τη φωνή του.

Μια Κυριακή καθώς τις κοίταζα να παίζουν μια πολύ βαρετή παρτίδα, γυρνάει και μου λέει η Νταίζη: «Πόσο πρέπει να ‘χει μεγαλώσει η Κάρμεν! Όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’ λέει η θεία μου ότι την ακούει να φωνάζει». Αυτό το «όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’», μα το Θεό, μου σούβλισε την ψυχή. Εμένα ούτε καν μου μιλάει στο τηλέφωνο, πόσο μάλλον να με φωνάξει «μαμά». Χωρίς να σηκώσω το βλέμμα απ’ την παρτίδα σηκώθηκα πάνω, άρπαξα απ’ τα χέρια της μίας τα χαρτιά, την έσπρωξα και κάθισα στη θέση της. Δεν θυμάμαι σε τι κατάσταση ήμουν όταν το έκανα, αλλά θυμάμαι σίγουρα ότι καμιά τους δεν έφερε αντίσταση.

Ένιωσα ξαφνικά μια δίψα να εισπράξω την ευχαρίστηση που μου ‘δινε το αίσθημα της νίκης. Κι όταν άφησα να κυλήσουν τα φύλλα μου στην τσόχα απλώνοντας το χέρι για να μαζέψω τα κέρδη, ένιωσα – Θεέ μου συγχώρα με – σαν θεά. Το βλέμμα στα πρόσωπά τους κάθε φορά που έπεφταν θύματα στις μπλόφες μου – εκείνο το βλέμμα με τα σφιγμένα χείλη και τα μισόκλειστα μάτια ή το άλλο, που κρύβεται πίσω από παλάμες για να κρύψει την ντροπή – με γέμιζε με μία ένταση ευφορίας που δεν άφηνε χώρο για καμία θλίψη.

Δεν ήταν όμως μόνο εκείνη η γενναία δόση αδρεναλίνης που μ’ έκανε να αφεθώ στον εθισμό. Σ’ εκείνη θα μπορούσα να αντισταθώ, όπως αντιστέκομαι στα μπισκότα βουτύρου όταν θέλω να χάσω κανένα κιλό. Εκείνο στο οποίο δεν κατάφερα ν’ αντισταθώ ήταν το πόσο κοντά μου ένιωθα τον πατέρα μου όποτε, μετά από ‘κείνη τη μέρα, έπαιρνα στα χέρια τα χαρτιά.

Μετά από είκοσι χρόνια που δεν υπήρχε πουθενά στη ζωή μου, μπορούσα να τον αισθανθώ επιτέλους δίπλα μου. Και τότε έπαυα να είμαι η Λίλιμπετ, η μητέρα της Κάρμεν, που ήρθε εδώ πέρα για έναν και μόνο σκοπό. Γινόμουν ξανά το μικρό «διαβολάκι» του πατέρα μου, με τη νωπή μυρωδιά του ακόμα πάνω στα μαλλιά μου και τη βραχνή του φωνή  ν’ αντηχεί και πάλι παντού γύρω μου.

Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.

Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.

Οι καλύτεροι παί… Κύριε φύλαξόν με.

– ΤΕΛΟΣ    –

Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο 17ο τεύχος του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ, τον Ιανουάριο του 2026.