Επιλεγμένα

Είμαι οι ιστορίες μου

Μεγάλες ιστορίες δεν μπορώ να γράψω, γιατί δεν τα πάω καλά με την πλοκή. Μου αρέσουν άλλωστε οι μικρές ιστορίες, που αφήνουν τη φαντασία να τις συνεχίσει νοερά και δεν βαραίνουν τον νου. Μαζεύω σκόρπιες ιστορίες στα σημειωματάριά μου, πάντοτε με ημερομηνία αλλά ποτέ συμμαζεμένα και ταξινομημένα. Γράφω σε πολλά σημειωματάρια ταυτόχρονα, τα αφήνω μισο-γεμάτα και παίρνω άλλα, ή έχω ένα στο σπίτι κι ένα πάντα στην τσάντα μου, για έκτακτες περιπτώσεις, οπότε οι ιστορίες μου διαμοιράζονται σ’ αυτά και σε τόσα άλλα ξεχασμένα, κρυμμένα, παραμελημένα. Κι άλλες ιστορίες μου είναι στον υπολογιστή ή καλύτερα στους υπολογιστές, εδώ κι εκεί, σκόρπιες, όπως και οι σκέψεις μου. Με κατατρέχει η ανασφάλεια, δεν ξέρω αν γράφω καλά ή όσο καλά φαντάζομαι. 

Προσπαθώ να τις γράφω σαν μικρά, «κακά μυθιστορήματα», όπως λέει και η Ιζαμπέλ Αλλιέντε στους φοιτητές της, που ψάχνουν το κουράγιο να γράψουν υπό το βάρος της αυθεντίας των δικών τους αγαπημένων συγγραφέων. Κάποτε μου βγαίνουν, κάποτε όχι.

Θέλω να γράφω ιστορίες για να τις βγάζω από μέσα μου, για να εξιλεώνομαι, για να δημιουργώ, γράφοντάς τες, άλλους κόσμους και ιδανικές ή μη καταστάσεις που με κάνουν να ταξιδεύω όταν οι συνθήκες δεν μου το επιτρέπουν. Θέλω να γράφω για την ευχαρίστηση που μου δίνει το γράψιμο, χωρίς να λαμβάνω υπόψη στην εξίσωση το αναμενόμενο ή επιθυμητό αποτέλεσμα. θέλω να γράφω για να τις διαβάσει κάποτε η κόρη μου, ελπίζοντας ότι θα με γνωρίζει μέχρι τότε τόσο καλά, που δεν θα με παρεξηγήσει μέσα απ’ αυτές. Ότι θα με ξέρει τόσο βαθιά, που δεν θα ξαφνιάζεται με καμία, καθώς θα αναμένει από ‘μένα κάθε πιθανή ιστορία που μπορεί να βάλει ο νους της. Ελπίζω κάποτε να τις διαβάσει και να την εμπνεύσουν να ταξιδέψει, να εξερευνήσει τη ζωή χωρίς ταμπού, να αποδεχτεί τον εαυτό της χωρίς επιβεβλημένα σχήματα και προσχήματα και, ίσως, να γράψει κι εκείνη με τη σειρά της τις δικές της ιστορίες. 

Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.

Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.

Ποια είμ’ εγώ, που θα εκδώσω και βιβλίο;

Ναι, θέλω να εκδώσω ένα βιβλίο. Ένα μικρό μυθιστόρημα, μία νουβέλα αν θέλετε. Η ιδέα γεννήθηκε το 2016, μέσα από τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής που παρακολουθώ, και μέσα από μία άσκηση επινόησης χαρακτήρων, που έμελλε να γίνει η αγαπημένη μου.

Κάνοντας αυτή την άσκηση, δημιούργησα μία ηρωίδα: μία ατίθαση δημοσιογράφο, που ζει στην Κύπρο το 2004 και εργάζεται σε μία εβδομαδιαία εφημερίδα κάνοντας πολιτικό ρεπορτάζ στη διάρκεια της ίσως πιο πολωμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού: παραμονές του σχεδίου Ανάν. Ήξερα ότι η Ήβη ήταν τριάντα-τεσσάρων, ήταν δυναμική, εθισμένη στη δουλειά της και εξαίρετη σε αυτήν, ότι είχε προβλήματα συμπεριφοράς λόγω συναισθηματικής ανωριμότητας, ότι ο δρόμος της προς την ωριμότητα θα ξεκινούσε όταν χώριζε από μία ανούσια σχέση, που την κρατούσε δέσμιά της για χρόνια, κι ότι είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον αρχισυντάκτη της, που έβλεπε σαν πατρική φιγούρα. Ήξερα επίσης ότι η ιστορία δεν θα ήταν επί της ουσίας πολιτική. Θα καταπιανόταν με πολιτικές εξελίξεις της εποχής, αλλά μέχρι εκεί.

Η πλοκή της ιστορίας της Ήβης δεν γεννήθηκε παρά αρκετά χρόνια αργότερα, μαζί με τη γέννηση της κόρης μου, το 2020.

Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά μου ήρθε σαν δώρο εξ’ ουρανού:

Παραμονές του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν, Λευκωσία, Κύπρος. Η πολλά υποσχόμενη, πλην όμως ατίθαση δημοσιογράφος Ήβη Καραπατάκη, καλείται να αναλάβει την αρχισυνταξία της εφημερίδας στην οποία εργάζεται, όταν ο αρχισυντάκτης και μέντοράς της, Πανίκος Σακελαρίδης, παθαίνει έμφραγμα μπροστά στα μάτια της. Το έμφραγμα προκύπτει μετά από έντονη συζήτησή του με τον εκδότη, ο οποίος του ανακοινώνει ότι, κατόπιν άνωθεν οδηγιών, η προγραμματισμένη συνέντευξη με τον Επίτροπο Διεύρυνσης της ΕΕ, Γκίντερ Φερχόιγκεν, ένθερμου υποστηρικτή του σχεδίου, ακυρώνεται. Η πολωμένη ατμόσφαιρα, η παραπληροφόρηση και ο δύσκολος χαρακτήρας της δεν είναι τα μόνα εμπόδια που βρίσκει μπροστά της στα νέα της καθήκοντα, αφού το γράμμα που της έχει αφήσει ο αγαπημένος της αρχισυντάκτης προτού πεθάνει, με τη χειρόγραφη σημείωση «Ηρεμίας είκοσι-ένα, Βαρώσι», και την παρότρυνση αν πάθει κάτι, να το διαβάσει και να πράξει όπως νομίζει, αποκαλύπτει την καλά κρυμμένη ιστορία μίας ελληνοκύπριας γυναίκας, που εξακολουθεί να ζει εθελούσια στην Αμμόχωστο, και ζητά να παραδοθεί το γράμμα στον χαμένο της γιο (δες πιο κάτω μια πιο εκτεταμένη περίληψη).

Η εξεύρεση της πλοκής, ήταν, όπως αποδείχθηκε αργότερα, το εύκολο κομμάτι της υπόθεσης. Εκείνο το αίσθημα, όμως, του αναπόφευκτου, του χρέους που αμέσως ένιωσα απέναντι στην ιστορία, ήταν εκείνο που μου έδωσε την επιμονή να την γράψω, παρά τη δυσκολία της. Μου πήρε δύο χρόνια, και ήταν κάθε άλλο παρά παιχνιδάκι. Χρειάστηκε να αφιερώσω πολύ χρόνο σε αυτήν, αλλά κυρίως να υπερβώ τον εαυτό μου, που δεν χαρακτηρίζεται από συνέπεια όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με επίπονα και χρονοβόρα καθήκοντα. Αλλά τα κατάφερα, και αυτό το οφείλω στην επιμονή, που δεν ήξερα ότι είχα. Εξαιρετικά σημαντική ήταν επίσης η καθοδήγηση της φίλης και δασκάλας μου Νικολέττας, που στάθηκε δίπλα μου σε κάθε φάση της διαδικασίας.

Κι όταν έβαλα εκείνη την πολυπόθητη τελεία, ένιωσα ότι επιτέλους είχα καταφέρει να δώσω στην ιστορία μου φτερά και ήταν μόνο ζήτημα να την βγάλω από τη φωλιά της για να πετάξει και να βρει τον δρόμο της. Μόνο που δεν είχαν ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Όπως αποδείχθηκε εκ νέου, ακόμα δυσκολότερο κομμάτι της διαδικασίας, είναι η επιμέλεια της ιστορίας. Όταν, δε, χαρακτηρίζεσαι από ανασφάλεια (το λες και impostor syndrome), και τείνεις να βλέπεις τα μαύρα ολόμαυρα, τα άσπρα κάτασπρα, και καμία ενδιάμεση απόχρωση, τα πράγματα εύκολα βραχυκυκλώνονται, καθώς η παραμικρή κριτική σου φαντάζει σαν πέλεκυς. Σαν γνωμάτευση κάποιας αρμόδιας επιτροπής, που επιτρέπει ή δεν επιτρέπει σε κάποιον να ονομάζει εαυτόν «συγγραφέα», και, στη δική σου περίπτωση, η απόφαση είναι ομόφωνη και σου ανακοινώνεται εν μέσω τρανταχτών γέλιων και δακτύλων που σε δείχνουν περιπαιχτικά. Νιώθεις περίγελος.

Το οφείλεις, όμως, πρώτα σ’ εσένα και μετά στην ιστορία σου, να εκλογικεύσεις αυτό το συναίσθημα, να σηκώσεις τον εαυτό σου από τα πατώματα και να τον πείσεις ότι δεν πρόκειται περί ρεζιλέματος, αλλά απλώς για άλλη μία ευκαιρία να μάθεις και να γίνεις καλύτερη. Ειδικά εάν η κριτική προέρχεται από ανθρώπους που εκτιμάς και ξέρεις ότι η πρόθεσή τους είναι αγνή. Ακόμα κι αυτήν, όμως, την κριτική, οφείλεις να την φιλτράρεις έχοντας κατά νου και υπερασπιζόμενη το καλό της ιστορίας σου, ωσάν να ήταν παιδί σου.

Αυτό είναι η διαδικασία της δημιουργίας: μια συνεχής διαδικασία υπέρβασης εαυτού. Βγάζεις την ψυχή σου και την προσφέρεις σε δίσκο οικειοθελώς, αν και δεν σου τη ζήτησε κανένας. Θέλει θάρρος να μπορέσεις να τη βγάλεις και να την εκθέσεις σε έναν σκληρό κόσμο. Παλεύεις συνεχώς με τον φόβο, που σε ρωτάει τσιριχτά: «Ποια νομίζεις ότι είσαι κουκλίτσα μου, που θέλεις να εκδώσεις και βιβλίο;». Πρέπει να έχεις το σθένος να υπερασπιστείς την ιστορία και τον εαυτό σου. «Εν ολίγοις, είμαι απλώς ένας ακόμα άνθρωπος, που θέλει να εξασκήσει το αυτονόητο δικαίωμά του να συμμετέχει στη διαδικασία της Δημιουργίας». Αυτό απαντά στη σχετική ερώτηση η Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ, συγγραφέας του δημοφιλούς «Eat, Pray, Love», στο podcast της “Creative Living Beyond Fear”.

Έπειτα, είναι και η δυσκολία της πρόσβασης στις εκδόσεις. Στάθηκα τυχερή να έχω λάβει δυο θετικές απαντήσεις από μικρούς, αλλά σοβαρούς ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, ακόμα και πριν να ξεκινήσω από μόνη μου την επιμέλεια, που είναι απαραίτητο να κάνεις στην ιστορία σου με καθαρό μυαλό αφότου την τελειώσεις (η υπομονή δεν ήταν ποτέ το ατού μου). Πιάστηκα, όμως, στον ύπνο, όταν έμαθα ότι όλοι σχεδόν οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα ζητούν από τους συγγραφείς (ειδικά τους νέους) να συμβάλουν ή και να καλύψουν πλήρως τα έξοδα της έκδοσης. Κι αυτομάτως μου γεννήθηκαν τα εξής ερωτήματα:

  • Αξίζει να δώσω τόσα χρήματα για την ιστορία μου; Κι αν αποδειχθεί αποτυχία;
  • Μήπως θέλουν να μου το εκδώσουν όχι επειδή είναι καλό, αλλά επειδή θα πληρωθούν;
  • Ποια είμαι εγώ που θα στερήσω χρήματα από την οικογένειά μου για να εκδώσω ένα βιβλίο που δεν ζήτησε κανένας;

Ενώ τα ερωτήματα που θα έπρεπε να με απασχολούν είναι:

  • Δεν είναι άδικο να μπαίνει αυτό το εμπόδιο στη νέα γενιά συγγραφέων;
  • Είναι η έκδοση ένα προνόμιο που απολαμβάνουν μόνο οι έχοντες;

Οι απαντήσεις στα αρχικά ερωτήματα είναι απλές, αν και για μένα δεν ήταν πάντα αυτονόητες: Αξίζει να τα δώσεις έστω κι αν αποδειχθεί αποτυχία. Ακόμα και να θέλουν να σου το εκδώσουν επειδή θα πληρωθούν άδραξε την ευκαιρία και σώπα (και μην υποτιμάς του οίκους, οι οποίοι θέλουν να διατηρήσουν ένα επίπεδο στις ιστορίες που εκδίδουν). Είσαι απλώς ένας ακόμα άνθρωπος, που θέλει να συμμετάσχει στη διαδικασία της Δημιουργίας (και η οικογένειά σου δεν θα πεινάσει αν το κάνεις).

Σχεδόν ένα χρόνο μετά, κι ενώ δεν έχει εκδοθεί ακόμα το βιβλίο, αλλά το έχω δουλέψει όσο μπορώ και το δουλεύω ακόμα, για να είμαι σίγουρη ότι αυτό που θα βγει θα είναι η καλύτερη εκδοχή της ιστορίας μου, πήρα την απόφαση ότι θα το κάνω, ακόμα κι αν χρειαστεί να πληρώσω. Γιατί το χρωστώ στην ιστορία μου. Το χρωστώ στον εαυτό μου.

Εκτεταμένη Περίληψη του βιβλίου

Η Ήβη, ατίθαση δημοσιογράφος, που χωρίζει στα τριάντα-τέσσερα κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό της, και η Πηνελόπη, μία Ελληνοκύπρια, που είναι παντρεμένη με Τουρκοκύπριο, ζει στο Βαρώσι, και ψάχνει τον γιο της, που έχει μεγαλώσει στην άλλη πλευρά, είναι δυο γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν αντισυμβατικά σε ένα νησί που επιβάλλει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον κοινωνικό κομφορμισμό. 

Οι ιστορίες τους σμίγουν και συναντιούνται το 2004, παραμονές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, σε μια περίοδο στην οποία η πόλωση και η αντίσταση στην όποια ενδεχόμενη αλλαγή μεγεθύνουν τη διαφορετικότητά τους ως προς το κατεστημένο, και συνεπώς εντείνουν τις επίμονες δυνάμεις που θέλουν να τις περιθωριοποιήσουν. 

Το συναπάντημα των μυθοπλασμένων ιστοριών τους εκτυλίσσεται με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός: την λογοκρισία που ασκήθηκε σε ευρωπαίο αξιωματούχο, ένθερμο υποστηρικτή του Σχεδίου Ανάν, του οποίου η πρόσβαση σε όλα τα κυπριακά μέσα αποκλείστηκε κατόπιν οδηγιών από την τότε κυβέρνηση, αν και υπήρχε προγραμματισμένη συνέντευξή του σε ένα από αυτά. Παρ’ ότι μυθοπλασμένη, η ιστορία της Ήβης εμπεριέχει πολλές επιμέρους πραγματικές ιστορίες και συμβάντα, που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο συνεντεύξεων με δημοσιογράφους που έζησαν έντονα τα γεγονότα της εποχής.

Απόσπασμα της ιστορίας επιλέχθηκε ανάμεσα από 6,700 συμμετοχές στη μακρά λίστα του διαγωνισμού της Κοινοπολιτείας για νέους συγγραφείς του 2022.

Η κοπέλα

Απόσπασμα

Στον δρόμο προς τα γραφεία του κόμματος, δεν πίστευα ούτε εγώ η ίδια τι πήγαινα να κάνω. Ήξερα πολύ καλά ότι διακινδύνευα να με δει κάποιος από τους κυρίους που ενδεχομένως να είχε έρθει στο σπίτι για επίσκεψη ή για κάποια συνάντηση. Επιπλέον, ένιωθα απίστευτες τύψεις που θα πρόδιδα την εμπιστοσύνη που μου είχε δείξει ο κύριος όλ’ αυτά τα χρόνια. Μπορεί να ήταν διεφθαρμένος, αλλά σ’ εμένα είχε φερθεί πάντοτε άψογα. Κι εκτός αυτού, εξαιτίας του κατάφερα ν’ αναθρέψω την κόρη μου στις Φιλιππίνες και να έχω μια άνετη ζωή σε σύγκριση με τις υπόλοιπες φίλες μου που ζουν εδώ. Αλλά έπρεπε να το κάνω. 

Είχα τρομερή ανάγκη τα χρήματα κι οι κοπέλες στο διαμέρισμα του τζόγου ήταν πολύ ξεκάθαρες την τελευταία φορά που έχασα. «Φέρνεις τα λεφτά ή σου παίρνουμε τα δάχτυλα.» Δεν τις είχα ικανές να μου πάρουν στην κυριολεξία τα δάχτυλα. Αλλά σίγουρα θα μου έκαναν κακό. Κι ήταν κι εκείνοι οι σύντροφοί τους, που δεν έρχονταν στο διαμέρισμα, αλλά ήξερα πως ήταν ικανοί να τις υπερασπιστούν ακόμα και διά της βίας αν έκριναν ότι χρειαζόταν.

Δεν μπορούσα όμως να σκέφτομαι έτσι. Είχα μια αποστολή. Στο κάτω-κάτω, το έκανα για την κόρη μου. Και είχα σκεφτεί ακριβώς πώς θα το έκανα. Πρώτα θα τους έλεγα ότι έχω πληροφορίες για την κυβέρνηση, που σίγουρα θέλουν να γνωρίζουν. Ύστερα, θα τους ζητούσα τα λεφτά. Δεν θα τους έλεγα τίποτα αν δε μου τα έδιναν πρώτα. Έξι χιλιάδες. 

«Τι είναι έξι χιλιάδες για εσάς, κύριοι; Τίποτα, ειδικά μπροστά στην αξία αυτού που έχω να σας πω.» 

Έτσι θα τους έλεγα. Θα μου έδιναν τα χρήματα, θα τους έλεγα «το και το» και θα ’φευγα σαν κυρία. Έτσι μου έλεγε η μάνα μου: «ό,τι κάνεις, να το κάνεις σαν κυρία». Πρώτα θα αγόραζα το εισιτήριο της επιστροφής, ύστερα θα έφτιαχνα τις βαλίτσες μου. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο θα έκανα μια στάση στο διαμέρισμα του τζόγου, θα τους έριχνα επιδεικτικά τα λεφτά στο τραπέζι χαλώντας τους το καρέ, θα τους έδινα και κάτι παραπάνω και θα έφευγα. Σαν κυρία.

Μόνο που τα πράγματα τελικά δεν έγιναν ακριβώς έτσι.

Οι άλλοι (fiction), οι άλλοι (non-fiction), και «Η κοπέλα»

Παρουσίαση αποσπασμάτων ιστοριών από δέκα νέους κύπριους συγγραφείς

Την Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2022, δέκα νέοι Κύπριοι συγγραφείς παρουσίασαν αποσπάσματα από τις ιστορίες τους, fiction και non-fiction, που ανέπτυξαν στο πλαίσιο της περσινής σειράς εργαστηρίων δημιουργικής γραφής της μοναδικής Νικολέττας Δημητρίου.

Όπως εξηγεί η ίδια, «Κατά τη διάρκεια μιας ωραίας, παραγωγικής χρονιάς, δέκα νέες/οι μαθήτριες/τές δημιουργικής γραφής έπιασαν χαρτί και μολύβι, έσκυψαν πάνω από τα τετράδιά τους και, με υπομονή και πίστη στη διαδικασία που ξεδιπλωνόταν μπροστά τους, ξεκίνησαν σιγά-σιγά να δημιουργούν. Ο ασχημάτιστος αρχικά πηλός μπήκε στον τροχό, ξεκίνησε να σηκώνεται, να παίρνει σχήμα, ν’ αλλάζει ξανά και ξανά, να κόβεται, να ξαναενώνεται, να ξανακόβεται και τελικά να παίρνει μορφή, για να δημιουργήσει το δικό μας ‘κουζούιν’ από λέξεις.»

Παρέα μας έκανε ο Μανώλης Μελισσάρης, συγγραφέας των βιβλίων Peer Review (2020) και Οι κλέφτες της Φώκαιας (2021), που μοιράστηκε μαζί μας αποσπάσματα από το νέο του βιβλίο.

Αν έμαθα κάτι από τη σειρά εργαστηρίων της Νικολέττας Δημητρίου, ούσα η παλιότερη μαθήτριά της, είναι ότι δεν σου δίνει μόνο τα εφόδια για να ξεκλειδώσεις και να αναδιπλώσεις περίτεχνα τη συγγραφική φωνή που (σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρεις ότι) κρύβεις. Είναι πάνω απ’ όλα ψυχοθεραπεία. Και μάλιστα Oxford Style.

Παραθέτω πιο κάτω το δικό μου απόσπασμα, από τη νουβέλα που γράφω, με τίτλο «Η κοπέλα»:

Στον δρόμο προς τα γραφεία του κόμματος, δεν πίστευα ούτε εγώ η ίδια τι πήγαινα να κάνω. Ήξερα πολύ καλά ότι διακινδύνευα να με δει κάποιος από τους κυρίους που ενδεχομένως να είχε έρθει στο σπίτι για επίσκεψη ή για κάποια συνάντηση. Επιπλέον, ένιωθα απίστευτες τύψεις που θα πρόδιδα την εμπιστοσύνη που μου είχε δείξει ο κύριος όλ’ αυτά τα χρόνια. Μπορεί να ήταν διεφθαρμένος, αλλά σ’ εμένα είχε φερθεί πάντοτε άψογα. Κι εκτός αυτού, εξαιτίας του κατάφερα ν’ αναθρέψω την κόρη μου στις Φιλιππίνες και να έχω μια άνετη ζωή σε σύγκριση με τις υπόλοιπες φίλες μου που ζουν εδώ. Αλλά έπρεπε να το κάνω. 

Είχα τρομερή ανάγκη τα χρήματα κι οι κοπέλες στο διαμέρισμα του τζόγου ήταν πολύ ξεκάθαρες την τελευταία φορά που έχασα. «Φέρνεις τα λεφτά ή σου παίρνουμε τα δάχτυλα.» Δεν τις είχα ικανές να μου πάρουν στην κυριολεξία τα δάχτυλα. Αλλά σίγουρα θα μου έκαναν κακό. Κι ήταν κι εκείνοι οι σύντροφοί τους, που δεν έρχονταν στο διαμέρισμα, αλλά ήξερα πως ήταν ικανοί να τις υπερασπιστούν ακόμα και διά της βίας αν έκριναν ότι χρειαζόταν.

Δεν μπορούσα όμως να σκέφτομαι έτσι. Είχα μια αποστολή. Στο κάτω-κάτω, το έκανα για την κόρη μου. Και είχα σκεφτεί ακριβώς πώς θα το έκανα. Πρώτα θα τους έλεγα ότι έχω πληροφορίες για την κυβέρνηση, που σίγουρα θέλουν να γνωρίζουν. Ύστερα, θα τους ζητούσα τα λεφτά. Δεν θα τους έλεγα τίποτα αν δε μου τα έδιναν πρώτα. Έξι χιλιάδες. 

«Τι είναι έξι χιλιάδες για εσάς, κύριοι; Τίποτα, ειδικά μπροστά στην αξία αυτού που έχω να σας πω.» 

Έτσι θα τους έλεγα. Θα μου έδιναν τα χρήματα, θα τους έλεγα «το και το» και θα ’φευγα σαν κυρία. Έτσι μου έλεγε η μάνα μου: «ό,τι κάνεις, να το κάνεις σαν κυρία». Πρώτα θα αγόραζα το εισιτήριο της επιστροφής, ύστερα θα έφτιαχνα τις βαλίτσες μου. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο θα έκανα μια στάση στο διαμέρισμα του τζόγου, θα τους έριχνα επιδεικτικά τα λεφτά στο τραπέζι χαλώντας τους το καρέ, θα τους έδινα και κάτι παραπάνω και θα έφευγα. Σαν κυρία. Μόνο που τα πράγματα τελικά δεν έγιναν ακριβώς έτσι. 

Φεγγαρένια μου, μην κλαις

Φεγγαρένια μου, παιδί του κόσμου,
μην κλαις που δεν σ’ αγκάλιασε.
Δεν αγαπάνε όλοι το ίδιο.

Παιδί του κόσμου, φεγγαρένια μου,
είν’ αρκετή η αγκαλιά μιας τυχαίας γιαγιάς
για να δεις πώς λάμπει αληθινά ο ήλιος!

Μην κλαις, φεγγαρένια όμορφη!
Ίσως ούτ’ εκείνη ν’ αγαπήθηκε
όπως θά’ θελε να σ’ αγαπά.

Όπως και να’ χει, μην κλαις!
Ίσως δεν θα’ ναι για σένα η ζωή μαρτύριο.
Ίσως για ‘σε τα πράγματα ν’ αλλάξουν!

Μόνο μην αρκεστείς
σ’ αυτή την αγάπη για κριτήριο,
αν θες ν’ αγαπήσεις στ’ αλήθεια, φεγγαρένια.

Είν’ ο κόσμος ένα μυστήριο,
μα είναι πάντα όμορφος ο κόσμος-
μην το ξεχνάς, παιδί τ’ ανέμου, φεγγαρένια μου.