Επιλεγμένα

Είμαι οι ιστορίες μου

Μεγάλες ιστορίες δεν μπορώ να γράψω, γιατί δεν τα πάω καλά με την πλοκή. Μου αρέσουν άλλωστε οι μικρές ιστορίες, που αφήνουν τη φαντασία να τις συνεχίσει νοερά και δεν βαραίνουν τον νου. Μαζεύω σκόρπιες ιστορίες στα σημειωματάριά μου, πάντοτε με ημερομηνία αλλά ποτέ συμμαζεμένα και ταξινομημένα. Γράφω σε πολλά σημειωματάρια ταυτόχρονα, τα αφήνω μισο-γεμάτα και παίρνω άλλα, ή έχω ένα στο σπίτι κι ένα πάντα στην τσάντα μου, για έκτακτες περιπτώσεις, οπότε οι ιστορίες μου διαμοιράζονται σ’ αυτά και σε τόσα άλλα ξεχασμένα, κρυμμένα, παραμελημένα. Κι άλλες ιστορίες μου είναι στον υπολογιστή ή καλύτερα στους υπολογιστές, εδώ κι εκεί, σκόρπιες, όπως και οι σκέψεις μου. Με κατατρέχει η ανασφάλεια, δεν ξέρω αν γράφω καλά ή όσο καλά φαντάζομαι. 

Προσπαθώ να τις γράφω σαν μικρά, «κακά μυθιστορήματα», όπως λέει και η Ιζαμπέλ Αλλιέντε στους φοιτητές της, που ψάχνουν το κουράγιο να γράψουν υπό το βάρος της αυθεντίας των δικών τους αγαπημένων συγγραφέων. Κάποτε μου βγαίνουν, κάποτε όχι. 

Θέλω να γράφω ιστορίες για να τις βγάζω από μέσα μου, για να εξιλεώνομαι, για να δημιουργώ, γράφοντάς τες, άλλους κόσμους και ιδανικές ή μη καταστάσεις που με κάνουν να ταξιδεύω όταν οι συνθήκες δεν μου το επιτρέπουν. Θέλω να γράφω για την ευχαρίστηση που μου δίνει το γράψιμο, χωρίς να λαμβάνω υπόψη στην εξίσωση το αναμενόμενο ή επιθυμητό αποτέλεσμα. θέλω να γράφω για να τις διαβάσει κάποτε η κόρη μου, ελπίζοντας ότι θα με γνωρίζει μέχρι τότε τόσο καλά, που δεν θα με παρεξηγήσει μέσα απ’ αυτές. Ότι θα με ξέρει τόσο βαθιά, που δεν θα ξαφνιάζεται με καμία, καθώς θα αναμένει από ‘μένα κάθε πιθανή ιστορία που μπορεί να βάλει ο νους της. Ελπίζω κάποτε να τις διαβάσει και να την εμπνεύσουν να ταξιδέψει, να εξερευνήσει τη ζωή χωρίς ταμπού, να αποδεχτεί τον εαυτό της χωρίς επιβεβλημένα σχήματα και προσχήματα και, ίσως, να γράψει κι εκείνη με τη σειρά της τις δικές της ιστορίες. 

Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.

Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.

Ένας καράολος τζαι τέσσερις πράσινες φράουλες

..ή ένας συνηθισμένος διάλογος με την κόρη τζαι τον εαυτό μου


«Μάμμα μου;» 

«Αγαπούλα μου». 

Χαμογελά μου, συνεχίζει να μπήει το δάχτυλο της μες την τρύπα του καράολου που κρατά. Ποταβρίζουμαι να δω αν έκλεισα το κάντζιελλον του γκαράζ, στο μεταξύ κάμνω εικόναν να έσιει φκει ήδη έξω σε μια στιγμή που δικλώ αλλού τζαι να χάννεται, να την κλέφκουν, να φακκά χαμέ, να περνά αυτοκίνητο που πάνω της… Έκλεισα το, τα γιέριμα. Έλεος με τούτον το anxiety. Στο κάτω-κάτω αφού θωρώ την, έτην δαμέ, τσουλλοκάθεται τζαι μιλά του καράολου που πνίει με το δάκτυλον της μπημένον μέσα στην τρύπα του. Ανάσα. 

«Μάμμα κοίτα, κάολος!» 

«Θωρώ αγάπη μου, μπράβο!» 

Συνεχίζει τζαι πιλατεύκει τον καράολον. Φαΐν. Τι να της κάμω να φάει; Εχτές έφαεν πρωτεΐνη, προχτές λαχανικά, να της κάμω  μακαρόνια οξά εν η εύκολη λύση; Ίσως κάτι πιο περίπλοκο; Να κάμω λαζάνια; Ο άντρας μου εν τρώει γαλακτοκομικά. Τι άλλο να κάμω που να μπορεί να φάει; Καμιάν σαλάτα με κραμπί, τόνο τζαι μαγιονέζα; Ο γιος του εν τρώει μαγιονέζα, εννα νομίσει πως το κάμνω ξεπίτηδες για να μεν φάει, όπως την άλλη φορά. Εν κανεί που έχω αμφιβολίες για το αν είμαι καλή μάνα, εννα έχουν να λαλούν πως ούτε καλή μητριά είμαι. Κκιάορκασσου, αν είχα τζι εγώ μόνην έγνοιαν έναν καράολο! Μα θώρε τι του κάμνει, μιλά του.

«Κάολε μου, γεια σου κάολε μου! Μάμμα!» 

Ου γαμώτο, ίντα της έδωσα σημασία τωρά, άρκεψεν τα «μάμμα» πάλε. Πού τζαιρός που ανυπομονούσα να ακούσω τούντη λέξη που το στόμα της! Εκάθουμουν κυριολεκτικά με τες ώρες τζαι εμάθαινα της την. Εθώρουν την μες τα μάθκια τζαι εσυλλάβιζα της την. «μ-ά-μ-μ-α., μάμμα»! Πού να εφαντάζουμουν την κατάληξη.

«Μάμμα, μάμμα κοίτα!» 

«Θωρώ αγάπη μου, πρόσεχε εννα τον λύσεις». 

Πόσην ώραν έχω άραγε πριν να αρκέψει να τζιυλιέται χαμέ τζαι να φακκά τα πόθκια της; Έννεν ανάγκη να την αμμαθκιάσω, δε την ίντα καλή που ένει; Καμία σχέση με εψές. Ούφφου, μπορεί να επονούσεν το μωρό, ένταλως κάμνω έτσι, ίντα μάμμα είμαι; Αν εμάθαινεν ποττέ κανένας ότι καμιάν φορά φαντάζομαι να αντινάσσω πάτσους τζαι να ξιτιμάζω θεούς τζαι δαίμονες τι ήταν να πει; Έτο πάλε το zoning out. Θωρώ το μπροστά μου να συμβαίνει. Το μωρό μου πέφτει θύμαν οικογενειακής βίας τζι εγώ είμαι ο θύτης. Θωρώ την να κλαίει εξαιτίας μου. Έκαμα την τζι επόνησεν μες τη φαντασία μου. Έπιαν με ταχυπαλμία πάλε. 

«Μάμμα, μάμμα μάμμα». 

Τραβά μου το φουστάνι μου. Ανάσα. Τίποτε που τούτα εν εσυνέβηκε (ακόμα). Εξακολουθώ να είμαι καλή μάμμα. Γονατίζω για να τη θωρώ μες τα μάθκια. Εθκιάβασα ότι πρέπει να κατεβαίνεις στο ύψος τους για να έσιει αποτέλεσμα τούτο που θέλεις να τους πεις. 

«Αγαπούλα μου!». 

Δείχνει μου κάτι πράσινες φράουλες που κρατά στο σιέρι. Ρε θκιάολε πάλε έκοψεν τες πριν την ώραν τους τζαι εν την επρόλαβα. Ανάσα. 

«Αγαπούλα μου, εν είπαμεν πως οι φράουλες πρέπει να είναι κόκκινες για να τες κόψουμεν;»  

Θωρεί με που κάτω που κάτω τζαι κρυφογελά. Με το ελεύθερον της σιέριν τραβά τζαι κόφκει αλλο μιάν που το μποστάνι μας.

«Φούλες!», λαλει μου τζαι δέιχνει μου τες ούλλον περηφάνια. 

Ρε δαίμονα, σηκώνει μου τζαι το φρύδιν της όπως το σηκώνω εγώ; Τι κάμνω λάθος, γαμώ το κέρατον μου; Ανάσα.

«Μα αγάπη μου…». 

Ξεφυσώ. Εν μωρόν, άειστην. Έντα εκάμναμεν τζι εμείς;

«Μάμμα! Μάμμα! Μάμμα! Μάάάάάάάάμμα».

Ανάσα. 

«Ναι αγαπούλα μου, σε ακούω, είμαι εδώ. Πώς μπορώ να σε εξυπηρετήσω;» 

«Τόόόσον πολύ, μάμμα». 

«Τόσον πολύ, τι μωρό μου;» 

Σκέφτουμαι άμπα τζαι προσπαθεί να μου πει ότι έφαεν τζαι τον καράολο τζαι άρεσεν της τόσον πολύ. Κάμνω εικόνα τα επόμενα βήματα. Ανοίω της το στόμα της να δω αν έσιει υπολείμματα μέσα, γυρίζω την ανάποδα τζαι φακκώ της πέρκει τον ιφτύσει, μπήω την όπως-όπως μες το αυτοκίνητο τζαι παίρνω την πρώτες βοήθειες για πλύση στομάχου. Έτην, θωρώ την πας το κρεβάτι του νοσοκομείου χλωμή, ανήμπορη, να μου ψυθυρίζει καχεκτικά «μάμμα, μανούλα μου». Κάμνω την παράλληλην εικόνα μες την φαντασία μου να το φωνάζει δυνατά, με πυγμή, όπως κάμνει στην πραγματικότητα. Γεμώννουν τα μάθκια μου. Μέσα που τες σταγόνες που μαζεύκουνται θωρώ την που στέκεται τζιαμέ μπροστά μου. Είμαι γονατισμένη κόμα. 

«Απώ σε τόόόσον πολύ, μάμμα!»

Λαλεί μου, τζαι αγκαλιάζει με. Το σκατό.

Ένα αντίο από τα εγγόνια σου

Επικήδειος, 8 Απριλίου 2022

Όποτε μας διηγούνταν την ιστορία της προσφυγοποίησής του, μας έλεγε με παράπονο ότι έφυγε από το Βαρώσι χωρίς να προλάβει να πάρει τίποτα απολύτως μαζί του. Τόσες φωτογραφίες, οικογενειακά κειμήλια, έπιπλα, ένα σπίτι χτισμένο με τον ιδρώτα του, ένα βιβλιοπωλείο καμωμένο με εργατιά και επιμονή, ένα σαράβαλο για να χωρεί και τα οκτώ του παιδιά, έμειναν όλα εκεί.  

Για εμάς, όμως, που δεν είχαμε την τύχη να ζήσουμε την πόλη εκείνη, ο Μήτσιος έφερε μαζί του κάτι πολυτιμότερο απ’ όλα αυτά. Έφερε μαζί του ένα κομμάτι από την ψυχή της. Σήμερα δεν κηδεύουμε μόνο τον παππού και τον πρόπαππου μας. Δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος εργατικός, δίκαιος, πνευματώδης και τίμιος ο Μήτσιος. Ήταν η προσωποποίηση όλων όσων ανιπροσωπεύει η πόλη του. Σήμερα κηδεύουμε ένα κομμάτι από την ψυχή του Βαρωσιού, που ο παππούς μου κουβαλούσε μέσα του σαν φως και σαν πυξίδα.

«Οι επισκέψεις μας στο σπίτι του στη Σωτήρα δεν ήταν απλά επισκέψεις σ’ ένα χωριό», μου γράφει η Ελένη του Νίκου του. «Το χωριό ήταν, βασικά, εκείνος». Οι επισκέψεις μας κοντά του ήταν πράγματι κάτι σαν προσκυνήματα σε μνήμες και θύμησες, ήταν μυσταγωγία σε κοσμοπολίτικες συμπεριφορές και προοδευτικές στάσεις ζωής, που έμελλε να μας σημαδέψουν στην ενήλικη ζωή μας.

Όλες οι παιδικές μας αναμνήσεις στο χωριό είχαν επίκεντρο εκείνον. Να πηγαινοέρχεται από την κουζίνα στον ξυλόφουρνο με το ταψί του ψητού στο χέρι, να λειαίνει, να σκαλίζει, να λουστράρει ακούραστα τα ξύλα στην παράγκα, να πίνει τον καφέ του στη βεράντα ακούγοντας ειδήσεις, να πετάγεται μέχρι τον μπακάλη με την πράσινη «τσιαλούα» του, να παίζει τάβλι με τους γιους του, να οδηγά – πολύ αργά – το κόκκινο αγαπημένο του διπλοκάμπινο, να μας διηγείται ιστορίες. Μέσα σ’ εκείνο το ψηλόμεσο τζιν της εργατιάς και τα λευκά του κοντομάνικα πουκάμισα, στα εγγόνια του φάνταζε σαν μια φιγούρα θρυλική. Ακόμα κι όταν ήταν απλά θεατής, όταν τα εγγόνια του έκαναν στα κρυφά πελλάρες στον πάνω όροφο, όταν μας έλουζε με νερό ο Φάνος του από την ταράτσα, όταν ο Λούκας και ο Νίκος του πείραζαν ασταμάτητα ο ένας τον άλλο, όταν η Παναγιώτα του γελούσε δυνατά, όταν η Άντρη, η Μάρθα, η Ευθυμία και η Μαρία του έστρωναν το κυριακάτικο τραπέζι, όταν κοιμόταν ξέγνοιαστος τα καλοκαίρια στη βεράντα, ακόμα και τότε είχε πάντοτε πρωταγωνιστικό ρόλο στις ζωές μας. «Σαν όλα αυτά να του έδιναν ικανοποίηση και στη θέαση των αγαπημένων του προσώπων να κοιμόταν ήσυχος», μου γράφει η Ελένη της Μαρίας του. Όλα διαδραματίζονταν εκεί, δίπλα του, γύρω του, εξαιτίας του.

Ήταν ακούραστος, ήταν γεμάτος ενέργεια και ζωή κι είχε, μέχρι την τελευταία ώρα, την έγνοια όλων μας. Αντλούσε αστείρευτη περηφάνια από τα επιτεύγματά μας και τίποτα δεν τον χαροποιούσε περισσότερο από την παρουσία μας εκεί, κοντά του. «Μου ανακοίνωνε ότι θα έρχόταν ο Διονύσης, και τα άλλα ξαδέρφια που ζούσαν μακριά και έλαμπαν τα μάτια του», μου γράφει η Ελένη της Παναγιώτας του.

«Θα τον βρίσκω μες στο αερούιν της λεύκας στο σπίτι που τον εγνωρίσαμε (εκεί που επερίμενε να μας δει να φτάνουμε) — ίσως κάποτε και μιας κάποιας λεύκας κοντά στο σπίτι στο Βαρώσι του καημού του», μου γράφει η Μαρία μας.

«Είναι σαν να έχει γραφτεί ο επίλογος στον πρώτο τόμο της ζωής μας», μου γράφει η Άντρια μας.

Τούτο το φως του Μήτσιου μας, που είχαμε την τύχη να μας λούζει μέχρι τα ενήλικα μας χρόνια, ας παραμείνει για πάντα η δική μας πυξίδα. Παππου μου, σε αποχαιρετούμε όλοι μαζί, με την ύστερη ευχή της γιαγιάς μας: «τριαντάφυλλα τζαι ροδοπέταλα στο πέρασμά σου».

Ο παππούς μου ο Μήτσιος

«Θύμισέ με να σου δώσω λεφτά όταν πάμε σπίτι», μου είπε με το γνωστό του χαμόγελο, που έκανε τα ροδαλά του μάγουλα να φτάνουν μέχρι τα μάτια. Ήξερα ότι κατά πάσα πιθανότητα θα μου έδινε λεφτά, όπως έκανε πάντα όταν πήγαινα να τον δω κατόπιν επιστροφής από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν περίμενα ότι θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα μου έλεγε όταν θα με έβλεπε, Κυριακή του Πάσχα, έξω από την εκκλησία. Ένιωσα την ανάγκη να δείξω την απαραίτητη ευγένεια λέγοντας «ευχαριστώ παππού μου, μα δεν πρέπει, γιατί;», για να τον ακούσω να μου απαντά με τα ίδια λαμπερά μάτια «για όλα τα τηλεφωνήματα που μας έκανες από μακριά τόσο καιρό». Δεν του είχα κάνει κανένα τηλεφώνημα, κι έτσι δεν είχα άλλη επιλογή από το να σφίξω τα χείλη και να γυρίσω τα μάτια στο πάτωμα από ντροπή.

«Ηχογράφησε τον παππού σου, πρέπει να τα θυμάσαι όλ’ αυτά», μου έλεγε ο πατέρας μου κάθε φορά που του έκανα ερωτήσεις για το παρελθόν του. Ήταν αρκετές αυτές οι λέξεις. ειπωμένες εκεί, κάτω από το κομψό φύλλωμα της χρυσομηλιάς, που είχε βλαστήσει από τα κουκούτσια που πετάγαμε μικροί, για να με κάνουν να μετανιώσω την απόφαση να αφήσω την περιέργειά μου να με παρασύρει. Πάντοτε ήθελα να μάθω περισσότερα για τη ζωή του, αλλά η αντιδραστική μου φύση με ωθούσε να σταματήσω, μόνο και μόνο για να μην δώσω στον πατέρα μου την ικανοποίηση της υπακοής. Δεν τον ηχογράφησα ποτέ. Συνέχισα όμως να μην αντιστέκομαι στην περιέργειά μου, και από τις πολλαπλές απόπειρες να μάθω, θυμάμαι ιστορίες για κάτι πανηγύρια στον Άγιο Θέρισο, με τον πατέρα μου να παίζει βιολί για να μαζεύεται κόσμος και τον παππού να κοροϊδεύει αστειευτικά τους υπόλοιπους πραματευτές, όταν εκείνος είχε ξεπουλήσει πρώτος τα σουβλάκια και τις σιεφταλιές του. 

Θυμάμαι ιστορίες για κάτι πλουσιοκόριτσα του γυμνασίου θηλέων, στην Αγίας Αικατερίνης στο Βαρώσι, που αγόραζαν από κοντά του μισή ή και ολόκληρη πίτα με σουβλάκια το μεσημέρι, όταν ο πολύς ο κόσμος δεν κρατούσε περισσότερα απ’ όσα έκανε το ένα τέταρτο της πίτας για να δαμάσει την πείνα του. Δεν ξέρω αν μου το περιέγραψε ποτέ με δικές του λέξεις, αλλά εγώ στο μυαλό μου έβλεπα μία ψηλή μαύρη καγκελόπορτα που ανοίγει υπό τον μακρόσυρτο ήχο ενός κουδουνιού κι από μέσα της περνούν δεκάδες κορίτσια με κάτι γαλάζιες στολές και άσπρα κολάρα και κάνουν ουρά μπροστά από τον πάγκο του, παρά τις αντιδράσεις κάποιας συντηρητικής διευθύντριας, που του κάνει πρόβλημα επειδή είναι αριστερός.

Θα ήταν υπερβολή να γράψω πως μου διηγήθηκε την ιστορία με τα αναψυκτικά ακριβώς όπως τη μεταφέρω, αλλά εγώ στο μυαλό μου ακούω ακόμα τα μεταλλικά πώματα από τις γυάλινες μπουκάλες της κόκα κόλα να ανοίγουν ρυθμικά, το ένα μετά το άλλο, και τον ήχο από το ανθρακούχο υγρό που ξεχειλούσε να φτάνει από το υπόγειο του σπιτιού στο Βαρώσι μέχρι την κουζίνα, όπου καθόταν για να φάει. Τον βλέπω πολύ καθαρά, σχεδόν σαν ταινία, κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου, να κατεβαίνει τις σκάλες με το άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο, το ψηλόμεσο τζιν και την καφετιά ζώνη, και να βρίσκει τον πατέρα μου ανάμεσα στις κάσες από τις κόκα κόλα που προόριζε να πουλήσει σε κάποιο πανηγύρι, μετανιωμένο, αλλά συνάμα πονηρά ενθουσιασμένο με τη χαρά που εκείνο το πείραμα του είχε δώσει, μέχρι τη στιγμή που πιάστηκε στα πράσα.

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα πόσο γλαφυρός ήταν, όταν μου περιέγραφε το βιβλιοπωλείο που άνοιξε χωρίς καμία βοήθεια στο Βαρώσι, αλλά εγώ μπορούσα να δω ξεκάθαρα τις στοίβες από χαρτιά, τα φρεσκοξυσμένα μολύβια και τους σωρούς από μοσχομυριστά βιβλία και τετράδια, που οι ίδιες μαθήτριες του γυμνασίου θηλέων έκαναν ουρά για να αγοράσουν, επειδή ήταν φθηνότερος από τους άλλους. 

Εκείνη η εικόνα με τα ρολόγια μέχρι τους αγκώνες, που είχαν το θράσος να φορέσουν κάποιοι χωριανοί για να διαφημίσουν το επίτευγμά τους, θα μείνει χαραγμένη μέσα μου για πάντα. Δε νομίζω να μου είχε περιγράψει μέχρι και τα χρώματά τους, αλλά εγώ βλέπω χρυσά, ασημένια, δερμάτινα ρολόγια να κοσμούν τα τριχωτά χέρια κάποιων μουστακαλήδων, που είδαν στα μάτια ορισμένων μουσουλμάνων της εργατιάς, τότε, στις ταραχές, έναν αρκετό για εκείνους λόγο για να τους θάψουν ζωντανούς, μαζί με το λεωφορείο που θα τους μετέφερε σε κάποιο χωράφι για να μαζέψουν πατάτες. Ούτε στον καιρό πιστεύω είχε αναφερθεί ο παππούς μου, όταν μου έλεγε την ιστορία, αλλά εγώ φαντάστηκα τον ίδιο γαλάζιο ουρανό χωρίς ίχνος σύννεφου, που τις πλείστες φορές απολαμβάνω πάνω από το σπίτι του στη Σωτήρα, να σκεπάζει γαλήνια τα ιδρωμένα μελαμψά σώματα εκείνων που σκάβουν με τα νύχια τους το χώμα.

Δεν μου είπε επί λέξη ο παππούς μου, ο Μήτσιος ο Ζυμαράς, ο αυτοαποκαλούμενος κομμουνιστής, πως η ζωή στη Σωτήρα, μετά τον πόλεμο, δεν ήταν και πολύ του γούστου του, αλλά εγώ αυτό άκουσα όταν μου είπε ότι ξαφνικά οι κόρες του έπρεπε να αρχίσουν να ντύνονται πιο συντηρητικά, όταν η ζωή τους μεταφέρθηκε πια μόνιμα εκεί. Μπορεί να μου το είπε μια φορά, στα πεταχτά, αλλά εγώ το σκεφτόμουν κάθε φορά που έβλεπα την γυναίκα του, τη γιαγιά μου, με εκείνο το μαύρο – το πολύ-πολύ γκρίζο με κάποιο μαυρόασπρο μοτίβο, μαντήλι στα μαλλιά. Όταν είδα για πρώτη -νομίζω και τελευταία πριν το κόψει εντελώς – φορά το μακρύ ολόλευκο μαλλί της πιασμένο σε πλεξούδα, δεν θυμάμαι να μου είχε μιλήσει κανένας γι’ αυτό, αλλά εγώ την φαντάστηκα νέα, πολύ νέα, με ηλιοκαμένο πρόσωπο και πολύχρωμο φουστάνι, να βλέπει τον πατέρα της με δάκρυα στα μάτια να φεύγει για κάποιο μοναστήρι. 

Την τελευταία φορά που είδα τον παππού μου, ξαπλωμένο πάνω στο κρεβάτι που ο ίδιος έφτιαξε, ανάμεσα σε τόσα και τόσα έπιπλα που σκάλισε με μεράκι και πολλή, πολλή υπομονή, δεν μου είπε κάτι άλλο πέρα από ένα καχεκτικό «πού είναι το μωρό;». Αλλά εγώ τον έβλεπα μπροστά μου, με τα ίδια ροδαλά μάγουλα και το γνωστό πλατύ χαμόγελο, να ρίχνει με φόρα τα ζάρια και να χτυπάει με θεατρικό ύφος τις πέτρες απέναντι από τον θείο Άντη (που μέχρι σήμερα εξακολουθεί να με αποκαλεί με τον τρόπο που του συστηνόμουν παιδί – Χαλά Ζυμαλά), κοροϊδεύοντάς τον, το ίδιο αστειευτικά όπως τότε, στα πανηγύρια, επειδή τον κέρδισε γι’ άλλη μια φορά στο τάβλι.

Το κρύο διαμέρισμα μιας περασμένης ζωής

Προχθές τον έβλεπε πάλι όνειρο. Ήταν πίσω σ’ εκείνο το άδειο, άσπρο, κρύο διαμέρισμα πάνω απ’ τους δικούς του και ένιωθε το ίδιο πνίξιμο όπως και τότε. Όταν έπρεπε να περάσει από τη βεράντα τους για να βγει στον πρώτο, και έπρεπε οπωσδήποτε να τους χαιρετήσει, να απορρίψει με ευγένεια τις προτάσεις-βροχή για να περάσει μέσα να πιει έναν καφέ, να φάει ή αν δεν θέλει να φάει να πάρει φαγητό για να φάει με τον γιο τους πάνω. Μέσα-μέσα πίεζε τον εαυτό της να λέει και κάνα «ναι»για να μην την παίρνουν για ακατάδεκτη. Δεν είναι ότι δεν τους κατασυμπαθούσε. Ήταν καλοσυνάτα πλάσματα και την είχαν σαν κόρη τους. Αλλά εκείνη δεν είχε ανάγκη από δεύτερο ζευγάρι γονείς. Ήθελε να ζήσει τη σχέση της και να φτιάξει τη ζωή της ελεύθερα, μακριά από τυπικά «πρέπει» και «μη», χωρίς την πίεση της παρουσίας τους.

Πώς της ήρθε να δει εκείνο το όνειρο πάλι; Πάει καιρός που προχώρησε τη ζωή της και δεν έχει καμία αμφιβολία πως δεν αισθάνεται τίποτε για ‘κείνον εδώ και χρόνια. Ίσως και από πριν του πει να χωρίσουν. Θα κατέχει πάντα μια θέση στην καρδιά της, αλλά αισθήματα, άλλα από σεβασμό και εκτίμηση, δεν έχει. Αυτό είναι δεδομένο.

Κι όμως, έρχεται στα όνειρά της συχνά. Την κάνει να θυμάται τότε, που κοιμούνταν δίπλα-δίπλα πάνω σ’ ένα άχαρο, ξύλινο, χαμηλό κρεβάτι με κρυφό φωτισμό, που την είχε βάλει να διαλέξει ανάμεσα σε ό,τι πιο κιτς κυκλοφορούσε στην αγορά. Την κάνει να θυμάται εκείνο το βράδυ, που είχε ξυπνήσει δίπλα του μέσα στην αγωνία, έπειτα από εφιάλτη που είχε δει πως τον είχε χάσει. Ένιωσε μέσα της τέτοιο βαρύ πένθος, που τον πήρε αγκαλιά ως το πρωί και της πήρε πολύ καιρό να ξεχάσει το τραγικό εκείνο αίσθημα του βίαιου αποχωρισμού. Όμως είχε πάντα μια σκοτεινιά η σχέση τους, κι εκείνη τη σκοτεινιά ίσως ήταν που ήθελε να αποχωριστεί, παρά την αγάπη που του είχε. Κι από εκείνον τον εφιάλτη, το μόνο που της έμεινε, ακόμα και μετά τον χωρισμό, ήταν η ασχήμια εκείνου του κρεβατιού, όπου ξάπλωνε για χρόνια, κάνοντας τον εαυτό της να πιστέψει ότι αντανακλούσε και τη δική της αισθητική.

Ήθελε να ξεφύγει από εκείνη τη μαυρόασπρη γυαλιστερή κουζίνα, που δεν γινόταν ούτε στάλα πιο μποέμ με τα δυο-τρία χρωματιστά μαξιλαράκια που είχε προσθέσει και τα φούξια ζουμπούλια που έβαζε πάνω στο τραπέζι. Κι ας πάσχιζε να αποδείξει στην κολλητή της πως ταυτιζόταν κι αυτή η μοντέρνα αισθητική με μια όψη του χαρακτήρα της, μόνο και μόνο για να την ακούσει να συμφωνεί με τα μάτια χαμηλωμένα- μάλλον για να μην την πληγώσει.

Ύστερα ήρθε κι εκείνος ο άλλος. Ο τύπος από το γραφείο, που τη μάρκαρε από την πρώτη μέρα τόσο στενά, που την έκανε να αισθάνεται τύψεις και να αμύνεται περισσότερο τη σχέση της, παρά τις ενδόμυχες σκέψεις που την άδειαζαν αργά-αργά από συναισθήματα. Κι ύστερα οι τύψεις έγιναν αμυδρά «αν», εκείνα έγιναν υπόνοιες καταπιεσμένων «θέλω», κι έπειτα άρχισε να ξεχύνεται ένας χείμαρρος απωθημένων από μέσα της. 

Το παραδεχόταν στον εαυτό της πως της έλειπε το θάρρος της φυγής. Αλλά της πήρε χρόνια να καταλάβει πως ήταν ο φόβος της μοναξιάς που την κρατούσε πίσω. Ανήμπορη να αναλάβει την ευθύνη του μέλλοντός της, περίμενε πάντοτε εκείνον τον άλλο, που θα της άνοιγε μοιραία την πόρτα της ελευθερίας της, μόνο και μόνο για να του την χαρίσει κι αυτουνού τόσο-όσο.

Ήταν δεν ήταν είκοσι-έξι, και ούτε που το χωρούσε το μυαλό της, τότε, πως τα καλύτερα έπονταν.