Επιλεγμένα

Είμαι οι ιστορίες μου

Μεγάλες ιστορίες δεν μπορώ να γράψω, γιατί δεν τα πάω καλά με την πλοκή. Μου αρέσουν άλλωστε οι μικρές ιστορίες, που αφήνουν τη φαντασία να τις συνεχίσει νοερά και δεν βαραίνουν τον νου. Μαζεύω σκόρπιες ιστορίες στα σημειωματάριά μου, πάντοτε με ημερομηνία αλλά ποτέ συμμαζεμένα και ταξινομημένα. Γράφω σε πολλά σημειωματάρια ταυτόχρονα, τα αφήνω μισο-γεμάτα και παίρνω άλλα, ή έχω ένα στο σπίτι κι ένα πάντα στην τσάντα μου, για έκτακτες περιπτώσεις, οπότε οι ιστορίες μου διαμοιράζονται σ’ αυτά και σε τόσα άλλα ξεχασμένα, κρυμμένα, παραμελημένα. Κι άλλες ιστορίες μου είναι στον υπολογιστή ή καλύτερα στους υπολογιστές, εδώ κι εκεί, σκόρπιες, όπως και οι σκέψεις μου. Με κατατρέχει η ανασφάλεια, δεν ξέρω αν γράφω καλά ή όσο καλά φαντάζομαι. 

Προσπαθώ να τις γράφω σαν μικρά, «κακά μυθιστορήματα», όπως λέει και η Ιζαμπέλ Αλλιέντε στους φοιτητές της, που ψάχνουν το κουράγιο να γράψουν υπό το βάρος της αυθεντίας των δικών τους αγαπημένων συγγραφέων. Κάποτε μου βγαίνουν, κάποτε όχι.

Θέλω να γράφω ιστορίες για να τις βγάζω από μέσα μου, για να εξιλεώνομαι, για να δημιουργώ, γράφοντάς τες, άλλους κόσμους και ιδανικές ή μη καταστάσεις που με κάνουν να ταξιδεύω όταν οι συνθήκες δεν μου το επιτρέπουν. Θέλω να γράφω για την ευχαρίστηση που μου δίνει το γράψιμο, χωρίς να λαμβάνω υπόψη στην εξίσωση το αναμενόμενο ή επιθυμητό αποτέλεσμα. θέλω να γράφω για να τις διαβάσει κάποτε η κόρη μου, ελπίζοντας ότι θα με γνωρίζει μέχρι τότε τόσο καλά, που δεν θα με παρεξηγήσει μέσα απ’ αυτές. Ότι θα με ξέρει τόσο βαθιά, που δεν θα ξαφνιάζεται με καμία, καθώς θα αναμένει από ‘μένα κάθε πιθανή ιστορία που μπορεί να βάλει ο νους της. Ελπίζω κάποτε να τις διαβάσει και να την εμπνεύσουν να ταξιδέψει, να εξερευνήσει τη ζωή χωρίς ταμπού, να αποδεχτεί τον εαυτό της χωρίς επιβεβλημένα σχήματα και προσχήματα και, ίσως, να γράψει κι εκείνη με τη σειρά της τις δικές της ιστορίες. 

Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.

Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.

Η κοπέλα

Απόσπασμα

Στον δρόμο προς τα γραφεία του κόμματος, δεν πίστευα ούτε εγώ η ίδια τι πήγαινα να κάνω. Ήξερα πολύ καλά ότι διακινδύνευα να με δει κάποιος από τους κυρίους που ενδεχομένως να είχε έρθει στο σπίτι για επίσκεψη ή για κάποια συνάντηση. Επιπλέον, ένιωθα απίστευτες τύψεις που θα πρόδιδα την εμπιστοσύνη που μου είχε δείξει ο κύριος όλ’ αυτά τα χρόνια. Μπορεί να ήταν διεφθαρμένος, αλλά σ’ εμένα είχε φερθεί πάντοτε άψογα. Κι εκτός αυτού, εξαιτίας του κατάφερα ν’ αναθρέψω την κόρη μου στις Φιλιππίνες και να έχω μια άνετη ζωή σε σύγκριση με τις υπόλοιπες φίλες μου που ζουν εδώ. Αλλά έπρεπε να το κάνω. 

Είχα τρομερή ανάγκη τα χρήματα κι οι κοπέλες στο διαμέρισμα του τζόγου ήταν πολύ ξεκάθαρες την τελευταία φορά που έχασα. «Φέρνεις τα λεφτά ή σου παίρνουμε τα δάχτυλα.» Δεν τις είχα ικανές να μου πάρουν στην κυριολεξία τα δάχτυλα. Αλλά σίγουρα θα μου έκαναν κακό. Κι ήταν κι εκείνοι οι σύντροφοί τους, που δεν έρχονταν στο διαμέρισμα, αλλά ήξερα πως ήταν ικανοί να τις υπερασπιστούν ακόμα και διά της βίας αν έκριναν ότι χρειαζόταν.

Δεν μπορούσα όμως να σκέφτομαι έτσι. Είχα μια αποστολή. Στο κάτω-κάτω, το έκανα για την κόρη μου. Και είχα σκεφτεί ακριβώς πώς θα το έκανα. Πρώτα θα τους έλεγα ότι έχω πληροφορίες για την κυβέρνηση, που σίγουρα θέλουν να γνωρίζουν. Ύστερα, θα τους ζητούσα τα λεφτά. Δεν θα τους έλεγα τίποτα αν δε μου τα έδιναν πρώτα. Έξι χιλιάδες. 

«Τι είναι έξι χιλιάδες για εσάς, κύριοι; Τίποτα, ειδικά μπροστά στην αξία αυτού που έχω να σας πω.» 

Έτσι θα τους έλεγα. Θα μου έδιναν τα χρήματα, θα τους έλεγα «το και το» και θα ’φευγα σαν κυρία. Έτσι μου έλεγε η μάνα μου: «ό,τι κάνεις, να το κάνεις σαν κυρία». Πρώτα θα αγόραζα το εισιτήριο της επιστροφής, ύστερα θα έφτιαχνα τις βαλίτσες μου. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο θα έκανα μια στάση στο διαμέρισμα του τζόγου, θα τους έριχνα επιδεικτικά τα λεφτά στο τραπέζι χαλώντας τους το καρέ, θα τους έδινα και κάτι παραπάνω και θα έφευγα. Σαν κυρία.

Μόνο που τα πράγματα τελικά δεν έγιναν ακριβώς έτσι.

Οι άλλοι (fiction), οι άλλοι (non-fiction), και «Η κοπέλα»

Παρουσίαση αποσπασμάτων ιστοριών από δέκα νέους κύπριους συγγραφείς

Την Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2022, δέκα νέοι Κύπριοι συγγραφείς παρουσίασαν αποσπάσματα από τις ιστορίες τους, fiction και non-fiction, που ανέπτυξαν στο πλαίσιο της περσινής σειράς εργαστηρίων δημιουργικής γραφής της μοναδικής Νικολέττας Δημητρίου.

Όπως εξηγεί η ίδια, «Κατά τη διάρκεια μιας ωραίας, παραγωγικής χρονιάς, δέκα νέες/οι μαθήτριες/τές δημιουργικής γραφής έπιασαν χαρτί και μολύβι, έσκυψαν πάνω από τα τετράδιά τους και, με υπομονή και πίστη στη διαδικασία που ξεδιπλωνόταν μπροστά τους, ξεκίνησαν σιγά-σιγά να δημιουργούν. Ο ασχημάτιστος αρχικά πηλός μπήκε στον τροχό, ξεκίνησε να σηκώνεται, να παίρνει σχήμα, ν’ αλλάζει ξανά και ξανά, να κόβεται, να ξαναενώνεται, να ξανακόβεται και τελικά να παίρνει μορφή, για να δημιουργήσει το δικό μας ‘κουζούιν’ από λέξεις.»

Παρέα μας έκανε ο Μανώλης Μελισσάρης, συγγραφέας των βιβλίων Peer Review (2020) και Οι κλέφτες της Φώκαιας (2021), που μοιράστηκε μαζί μας αποσπάσματα από το νέο του βιβλίο.

Αν έμαθα κάτι από τη σειρά εργαστηρίων της Νικολέττας Δημητρίου, ούσα η παλιότερη μαθήτριά της, είναι ότι δεν σου δίνει μόνο τα εφόδια για να ξεκλειδώσεις και να αναδιπλώσεις περίτεχνα τη συγγραφική φωνή που (σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρεις ότι) κρύβεις. Είναι πάνω απ’ όλα ψυχοθεραπεία. Και μάλιστα Oxford Style.

Παραθέτω πιο κάτω το δικό μου απόσπασμα, από τη νουβέλα που γράφω, με τίτλο «Η κοπέλα»:

Στον δρόμο προς τα γραφεία του κόμματος, δεν πίστευα ούτε εγώ η ίδια τι πήγαινα να κάνω. Ήξερα πολύ καλά ότι διακινδύνευα να με δει κάποιος από τους κυρίους που ενδεχομένως να είχε έρθει στο σπίτι για επίσκεψη ή για κάποια συνάντηση. Επιπλέον, ένιωθα απίστευτες τύψεις που θα πρόδιδα την εμπιστοσύνη που μου είχε δείξει ο κύριος όλ’ αυτά τα χρόνια. Μπορεί να ήταν διεφθαρμένος, αλλά σ’ εμένα είχε φερθεί πάντοτε άψογα. Κι εκτός αυτού, εξαιτίας του κατάφερα ν’ αναθρέψω την κόρη μου στις Φιλιππίνες και να έχω μια άνετη ζωή σε σύγκριση με τις υπόλοιπες φίλες μου που ζουν εδώ. Αλλά έπρεπε να το κάνω. 

Είχα τρομερή ανάγκη τα χρήματα κι οι κοπέλες στο διαμέρισμα του τζόγου ήταν πολύ ξεκάθαρες την τελευταία φορά που έχασα. «Φέρνεις τα λεφτά ή σου παίρνουμε τα δάχτυλα.» Δεν τις είχα ικανές να μου πάρουν στην κυριολεξία τα δάχτυλα. Αλλά σίγουρα θα μου έκαναν κακό. Κι ήταν κι εκείνοι οι σύντροφοί τους, που δεν έρχονταν στο διαμέρισμα, αλλά ήξερα πως ήταν ικανοί να τις υπερασπιστούν ακόμα και διά της βίας αν έκριναν ότι χρειαζόταν.

Δεν μπορούσα όμως να σκέφτομαι έτσι. Είχα μια αποστολή. Στο κάτω-κάτω, το έκανα για την κόρη μου. Και είχα σκεφτεί ακριβώς πώς θα το έκανα. Πρώτα θα τους έλεγα ότι έχω πληροφορίες για την κυβέρνηση, που σίγουρα θέλουν να γνωρίζουν. Ύστερα, θα τους ζητούσα τα λεφτά. Δεν θα τους έλεγα τίποτα αν δε μου τα έδιναν πρώτα. Έξι χιλιάδες. 

«Τι είναι έξι χιλιάδες για εσάς, κύριοι; Τίποτα, ειδικά μπροστά στην αξία αυτού που έχω να σας πω.» 

Έτσι θα τους έλεγα. Θα μου έδιναν τα χρήματα, θα τους έλεγα «το και το» και θα ’φευγα σαν κυρία. Έτσι μου έλεγε η μάνα μου: «ό,τι κάνεις, να το κάνεις σαν κυρία». Πρώτα θα αγόραζα το εισιτήριο της επιστροφής, ύστερα θα έφτιαχνα τις βαλίτσες μου. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο θα έκανα μια στάση στο διαμέρισμα του τζόγου, θα τους έριχνα επιδεικτικά τα λεφτά στο τραπέζι χαλώντας τους το καρέ, θα τους έδινα και κάτι παραπάνω και θα έφευγα. Σαν κυρία. Μόνο που τα πράγματα τελικά δεν έγιναν ακριβώς έτσι. 

Φεγγαρένια μου, μην κλαις

Φεγγαρένια μου, παιδί του κόσμου,
μην κλαις που δεν σ’ αγκάλιασε.
Δεν αγαπάνε όλοι το ίδιο.

Παιδί του κόσμου, φεγγαρένια μου,
είν’ αρκετή η αγκαλιά μιας τυχαίας γιαγιάς
για να δεις πώς λάμπει αληθινά ο ήλιος!

Μην κλαις, φεγγαρένια όμορφη!
Ίσως ούτ’ εκείνη ν’ αγαπήθηκε
όπως θά’ θελε να σ’ αγαπά.

Όπως και να’ χει, μην κλαις!
Ίσως δεν θα’ ναι για σένα η ζωή μαρτύριο.
Ίσως για ‘σε τα πράγματα ν’ αλλάξουν!

Μόνο μην αρκεστείς
σ’ αυτή την αγάπη για κριτήριο,
αν θες ν’ αγαπήσεις στ’ αλήθεια, φεγγαρένια.

Είν’ ο κόσμος ένα μυστήριο,
μα είναι πάντα όμορφος ο κόσμος-
μην το ξεχνάς, παιδί τ’ ανέμου, φεγγαρένια μου.

Ένας καράολος τζαι τέσσερις πράσινες φράουλες

..ή ένας συνηθισμένος διάλογος με την κόρη τζαι τον εαυτό μου


«Μάμμα μου;» 

«Αγαπούλα μου». 

Χαμογελά μου, συνεχίζει να μπήει το δάχτυλο της μες την τρύπα του καράολου που κρατά. Ποταβρίζουμαι να δω αν έκλεισα το κάντζιελλον του γκαράζ, στο μεταξύ κάμνω εικόναν να έσιει φκει ήδη έξω σε μια στιγμή που δικλώ αλλού τζαι να χάννεται, να την κλέφκουν, να φακκά χαμέ, να περνά αυτοκίνητο που πάνω της… Έκλεισα το, τα γιέριμα. Έλεος με τούτον το anxiety. Στο κάτω-κάτω αφού θωρώ την, έτην δαμέ, τσουλλοκάθεται τζαι μιλά του καράολου που πνίει με το δάκτυλον της μπημένον μέσα στην τρύπα του. Ανάσα. 

«Μάμμα κοίτα, κάολος!» 

«Θωρώ αγάπη μου, μπράβο!» 

Συνεχίζει τζαι πιλατεύκει τον καράολον. Φαΐν. Τι να της κάμω να φάει; Εχτές έφαεν πρωτεΐνη, προχτές λαχανικά, να της κάμω  μακαρόνια οξά εν η εύκολη λύση; Ίσως κάτι πιο περίπλοκο; Να κάμω λαζάνια; Ο άντρας μου εν τρώει γαλακτοκομικά. Τι άλλο να κάμω που να μπορεί να φάει; Καμιάν σαλάτα με κραμπί, τόνο τζαι μαγιονέζα; Ο γιος του εν τρώει μαγιονέζα, εννα νομίσει πως το κάμνω ξεπίτηδες για να μεν φάει, όπως την άλλη φορά. Εν κανεί που έχω αμφιβολίες για το αν είμαι καλή μάνα, εννα έχουν να λαλούν πως ούτε καλή μητριά είμαι. Κκιάορκασσου, αν είχα τζι εγώ μόνην έγνοιαν έναν καράολο! Μα θώρε τι του κάμνει, μιλά του.

«Κάολε μου, γεια σου κάολε μου! Μάμμα!» 

Ου γαμώτο, ίντα της έδωσα σημασία τωρά, άρκεψεν τα «μάμμα» πάλε. Πού τζαιρός που ανυπομονούσα να ακούσω τούντη λέξη που το στόμα της! Εκάθουμουν κυριολεκτικά με τες ώρες τζαι εμάθαινα της την. Εθώρουν την μες τα μάθκια τζαι εσυλλάβιζα της την. «μ-ά-μ-μ-α., μάμμα»! Πού να εφαντάζουμουν την κατάληξη.

«Μάμμα, μάμμα κοίτα!» 

«Θωρώ αγάπη μου, πρόσεχε εννα τον λύσεις». 

Πόσην ώραν έχω άραγε πριν να αρκέψει να τζιυλιέται χαμέ τζαι να φακκά τα πόθκια της; Έννεν ανάγκη να την αμμαθκιάσω, δε την ίντα καλή που ένει; Καμία σχέση με εψές. Ούφφου, μπορεί να επονούσεν το μωρό, ένταλως κάμνω έτσι, ίντα μάμμα είμαι; Αν εμάθαινεν ποττέ κανένας ότι καμιάν φορά φαντάζομαι να αντινάσσω πάτσους τζαι να ξιτιμάζω θεούς τζαι δαίμονες τι ήταν να πει; Έτο πάλε το zoning out. Θωρώ το μπροστά μου να συμβαίνει. Το μωρό μου πέφτει θύμαν οικογενειακής βίας τζι εγώ είμαι ο θύτης. Θωρώ την να κλαίει εξαιτίας μου. Έκαμα την τζι επόνησεν μες τη φαντασία μου. Έπιαν με ταχυπαλμία πάλε. 

«Μάμμα, μάμμα μάμμα». 

Τραβά μου το φουστάνι μου. Ανάσα. Τίποτε που τούτα εν εσυνέβηκε (ακόμα). Εξακολουθώ να είμαι καλή μάμμα. Γονατίζω για να τη θωρώ μες τα μάθκια. Εθκιάβασα ότι πρέπει να κατεβαίνεις στο ύψος τους για να έσιει αποτέλεσμα τούτο που θέλεις να τους πεις. 

«Αγαπούλα μου!». 

Δείχνει μου κάτι πράσινες φράουλες που κρατά στο σιέρι. Ρε θκιάολε πάλε έκοψεν τες πριν την ώραν τους τζαι εν την επρόλαβα. Ανάσα. 

«Αγαπούλα μου, εν είπαμεν πως οι φράουλες πρέπει να είναι κόκκινες για να τες κόψουμεν;»  

Θωρεί με που κάτω που κάτω τζαι κρυφογελά. Με το ελεύθερον της σιέριν τραβά τζαι κόφκει αλλο μιάν που το μποστάνι μας.

«Φούλες!», λαλει μου τζαι δέιχνει μου τες ούλλον περηφάνια. 

Ρε δαίμονα, σηκώνει μου τζαι το φρύδιν της όπως το σηκώνω εγώ; Τι κάμνω λάθος, γαμώ το κέρατον μου; Ανάσα.

«Μα αγάπη μου…». 

Ξεφυσώ. Εν μωρόν, άειστην. Έντα εκάμναμεν τζι εμείς;

«Μάμμα! Μάμμα! Μάμμα! Μάάάάάάάάμμα».

Ανάσα. 

«Ναι αγαπούλα μου, σε ακούω, είμαι εδώ. Πώς μπορώ να σε εξυπηρετήσω;» 

«Τόόόσον πολύ, μάμμα». 

«Τόσον πολύ, τι μωρό μου;» 

Σκέφτουμαι άμπα τζαι προσπαθεί να μου πει ότι έφαεν τζαι τον καράολο τζαι άρεσεν της τόσον πολύ. Κάμνω εικόνα τα επόμενα βήματα. Ανοίω της το στόμα της να δω αν έσιει υπολείμματα μέσα, γυρίζω την ανάποδα τζαι φακκώ της πέρκει τον ιφτύσει, μπήω την όπως-όπως μες το αυτοκίνητο τζαι παίρνω την πρώτες βοήθειες για πλύση στομάχου. Έτην, θωρώ την πας το κρεβάτι του νοσοκομείου χλωμή, ανήμπορη, να μου ψυθυρίζει καχεκτικά «μάμμα, μανούλα μου». Κάμνω την παράλληλην εικόνα μες την φαντασία μου να το φωνάζει δυνατά, με πυγμή, όπως κάμνει στην πραγματικότητα. Γεμώννουν τα μάθκια μου. Μέσα που τες σταγόνες που μαζεύκουνται θωρώ την που στέκεται τζιαμέ μπροστά μου. Είμαι γονατισμένη κόμα. 

«Απώ σε τόόόσον πολύ, μάμμα!»

Λαλεί μου, τζαι αγκαλιάζει με. Το σκατό.