Φαντασιακός αγώνας επικράτησης

Στη δουλειά νιώθει να μην τη χωρούν οι τόποι. Το μικρό της γραφείο ίσα που χωρά το μαύρο σκέτο της φραπέ κι έναν υπολογιστή. Ο υπόλοιπος χώρος είναι κατειλημμένος από χαρτούρα. Η στοίβα με αυτά που πρέπει να γίνουν, η δίπλα με αυτά που έχουν γίνει, που ένας θεός ξέρει γιατί δεν τα πετά, – μπορεί να της χρειαστούν μια μέρα αν κανείς αμφισβητήσει καμιά της κίνηση-, μια άλλη από πάνω τους σταυρωτά με αυτά που προορίζει για σπίτι, για να τα δουλέψει στο κρεβάτι προτού κοιμηθεί. Το χέρι της στο ποντίκι συγκρούεται επίπονα σε κάθε δεξιά του κίνηση με τις άκρες των χαρτιών.

Δεν ξέρει γιατί, αλλά της δίνει ένα διπλό αίσθημα ελευθερίας αυτή η επιλογή. Όσο είναι στο γραφείο την ανακουφίζει η ιδέα ότι μπορεί να αναβάλει τις εκκρεμότητές της για το βράδυ και όταν έρχεται εκείνη η ώρα της αρέσει η αίσθηση της απόδρασης από τη ρουτίνα του ύπνου. Όταν όλοι πάνε για ύπνο αυτή συνεχίζει να κάνει κάτι παραγωγικό κι αυτό λειτουργεί ως ένα κίνητρο για να προσπαθεί να παραμένει αντισυμβατική. Όλα είναι ένας φαντασιακός αγώνας επικράτησης επί ενός ανύπαρκτου εχθρού, είχε διαβάσει κάπου αλλά αυτό δεν ισχύει για εκείνην, όχι, εκείνη είναι διαφορετική.  

Στ’ αριστερά του υπολογιστή είναι στοιβαγμένα τα πιο ταλαιπωρημένα από τα υπόλοιπα χαρτιά. Όσα βρίσκει ενδιαφέροντα και θέλει να διαβάζει στα συχνά-πυκνά διαλείμματα που κάνει από το γράψιμο στη δουλειά. Η στήλη με τις πηγές έμπνευσής της. Πάνω – πάνω ο τίτλος ενός άρθρου «Kissinger the constructivist» κι από κάτω μια συνέντευξη με τον τίτλο «ΝΟΑΜ ΤΣΟΜΣΚΙ: ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΕΚΑ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΤΟ ΜΥΑΛΟ». Αν και δεν είχε διαβάσει τίποτε απ’ αυτά πέρα από την εισαγωγή τους, ένιωθε μια ανακούφιση από την παρουσία τους εκεί. Σαν να τα είχε βάλει για να ισορροπούν αυτά που πραγματικά την απασχολούσαν τις πλείστες ώρες της ημέρας, που ίσως να ήταν και χαζά.  

Κάτω-κάτω στη στοίβα είναι αυτά που ανασύρει πιο συχνά. «Πώς να αγαπήσετε τον εαυτό σας», «4 τρόποι να βελτιώσετε την ενσυνείδησή σας», «Πώς να κλείνετε κεφάλαια στη ζωή σας», «Πώς να προσελκύσετε έναν δυνατό έρωτα», «Γιατί το ‘friends with benefits’ ποτέ δε δουλεύει» και «Πώς να ανοιχτείτε στο σύμπαν». Κάθε απόγευμα που φεύγει από το γραφείο κοιτάζει μια τη στήλη και μια τη τσάντα της, σκέφτεται ότι καλύτερα θα ήταν να τα πάρει μαζί της μην τα δει κανείς. Ύστερα, σε μια βιαστική συνομιλία με τον εαυτό της πείθεται με φτηνά επιχειρήματα ότι έτσι ξεγελά το σύστημα αφήνοντας κάτι αληθινό σ’ έναν προσποιητό κόσμο «και who gives a fuck αν τα δει κανείς;», και τ’ αφήνει στη θέση τους. Τα τακτοποιεί λίγο μπας και προδίδεται κάτι από τα κάτω-κάτω αλλά τ’ αφήνει εκεί.

Γραμμένο το 2016

Συντάκτης: Χαρά Ζυμαρά

Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό. Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: