Η Ξένη

Πάτερ μν ν τος ορανος

Τα χέρια μου σφίγγουν ακόμα το διαβατήριο κι οι χτύποι της καρδιάς μου πάλλονται δυνατά σ’ ολόκληρο το σώμα μου καθώς βλέπω το νησί απ’ το παράθυρο του αεροπλάνου να μικραίνει. Δεκαοκτώ χρόνια σ’ αυτή τη χώρα – δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια – και ό,τι κατάφερα να πάρω μαζί μου φεύγοντας είναι μόνο το διαβατήριό μου.

Άσχημο πράγμα η απελπισία. Μπορεί να σ’ οδηγήσει στην άλλη άκρη της γης, μακριά απ’ ό,τι πιο πολύ στον κόσμο αγαπάς, μόνο και μόνο για να σε αποτελειώσει εκεί η στενοχώρια της φυγής.

Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με.

Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον

«Λίλιμπετ! Έλα ν’ ακούσεις! Η Γκρέις λέει ότι μπορεί να σου βρει δουλειά», φώναξε η μητέρα μου απ’ το απέναντι διαμέρισμα. Αν μάζευα ένα πέσο κάθε φορά που άκουγα την ίδια κουβέντα δεν θα την είχα την ανάγκη κανενός. Επειδή όμως ήταν ζήτημα να έβγαζα την εβδομάδα με τα χρήματα που είχα στην άκρη, άφησα την Κάρμεν στο πάρκο της κι έτρεξα στης γειτόνισσας για ν’ ακούσω περισσότερα.

«Μαμά, σου ‘χω πει χίλιες φορές πως στη Σιγκαπούρη δεν πάω» αποκρίθηκα καθώς στερέωνα την εξώπορτα με μια ξύλινη πλάκα, για να μπορώ ν’ ακούω το μωρό. «Δεν άκουσες τις προάλλες που απαγχόνισαν μια δικιά μας; Δεν ήταν ούτε είκοσι-πέντε. Πνίγηκε, λέει, το μωρό που πρόσεχε, στον κουβά της σφουγγαρίστρας».

Η μητέρα μου κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Ακούς Γκρέις; Ψωμί δεν έχει να φάει, αλλά κάνει ιδιοτροπίες για τις χώρες που προσφέρουν δουλειά. Κάτσε, Λίλιμπετ. Κανείς δε μίλησε για τη Σιγκαπούρη. Πες της, Γκρέις!»

«Θυμάσαι την κόρη της αδερφής μου;», είπε εκείνη και μου έβαλε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι bubble.

Άρπαξα μια χαρτοπετσέτα για να τη βάλω στο σουτιέν μου. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να βρεχόταν η μπλούζα μου από το γάλα που έσταζε ακόμα το στήθος μου. «Τη Νταίζη;» ρώτησα. «Εκείνην που πήγε στου διαόλου – Θου, Κύριε – τη μάνα να δουλέψει;»

«Εκείνην, ναι. Πήγε σε ένα νησί. Κύπρο, Κάπρο, κάπως έτσι το λένε, νομίζω. Δεν ξέρω κι εγώ κατά πού πέφτει, αλλά η Νταίζη λέει ότι εκεί είναι ήσυχα, οι άνθρωποι είναι φιλικοί, μιλάνε Αγγλικά και της δίνουν καλά λεφτά.»

«Πάω στοίχημα πως δεν είναι όλοι έτσι», απάντησα, και προσπάθησα ν’ ακούσω αν το μωρό έβγαζε κανέναν ήχο από απέναντι.

Η Γκρέις έσυρε το μπολ με τα μπισκότα βουτύρου προς το μέρος μου. «Δεν ξέρω πώς είναι οι άλλοι, αλλά η Νταίζη είναι πολύ ευχαριστημένη. Κάθε τρεις του μήνα στέλνει τα λεφτά και από το σπίτι της δε λείπει τίποτα», απάντησε.

«Και μου έχει βρει δουλειά;» ρώτησα κοιτώντας τα μπισκότα. Αν δεν είχα τα κιλά της εγκυμοσύνης θα άδειαζα το μπολ. Αντιστάθηκα, όμως, και δεν πήρα ούτε ένα.

«Η κόρη της κυρίας που φροντίζει είναι έγκυος, το πρώτο της.», αποκρίθηκε η Γκρέις. «Δεν είμαι σίγουρη τι δουλειά κάνει ο άντρας της, αλλά η Νταίζη λέει ότι έχει κάποιο σημαντικό πόστο. Ψάχνουν κάποια κοπέλα εμπιστοσύνης για να φροντίζει το σπίτι και να προσέχει το μωρό, που έρχεται σε δύο μήνες. Δεν θέλουν να πάνε μέσω πρακτορείου, λέει. Ψάχνουν κάποια να πάει συστημένη.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και η φωνή μου βγήκε πιο τσιριχτή απ’ όσο περίμενα. «Σε δυο μήνες; Μα σε δυο μήνες η μικρή θα είναι μόνο έξι μηνών! Αποκλείεται, ας βρουν κάποια άλλη.» Σηκώθηκα ευθύς για να πάω στο μωρό. Ήμουν σίγουρη ότι την άκουσα να κλαίει.

Προτού προλάβω να κινηθώ, η μητέρα μου εμφανίστηκε απ’ τον διάδρομο που ένωνε τα δυο διαμερίσματα. Είχε στην αγκαλιά της την Κάρμεν. «Σάμπως δεν είναι για χάρη της που θα πας;» είπε γλυκά. «Ξανασκέψου το, Λίλιμπετ. Δεν αξίζει αυτό το μωρό μια καλύτερη ζωή;»

Έμεινα να την κοιτώ καθώς περπατούσε προς το μέρος μου. «Πες πως μένεις εδώ και της δίνεις όλη σου την αγάπη», συνέχισε. Αυτό νομίζεις θα είναι αρκετό όταν θα κλαίει κι εσύ δεν θα ‘χεις να της δώσεις να φάει γιατί θα σου ‘χει τελειώσει το γάλα; Με τι χρήματα θα τη μεγαλώσεις; Ή μήπως πιστεύεις ότι θα συγκινηθεί ο αχαΐρευτος ο πατέρας της; Για θύμισέ μου πότε ήταν η τελευταία φορά που ήρθε να τη δει;» συνέχισε κουνώντας την Κάρμεν δεξιά-αριστερά.

Ξανακάθησα στη θέση μου. Όσο και να με πονούσε, είχε δίκιο η μητέρα μου. Εκείνο το μωρό, που μου ´στειλε τόσο απρόσμενα ο Κύριος, δεν θα ´χε στον ήλιο μοίρα αν δεν έβρισκα αμέσως δουλειά. Σε λίγους μήνες θα ´πρεπε να πάει στο βρεφονηπιακό, θ’ άρχιζε να τρώει κανονικά φαγητό και τα λεφτά απ´ το κράτος σίγουρα δεν έφταναν για όλ’ αυτά. Πήρα αγκαλιά την Κάρμεν, την έβαλα στο στήθος κι έμεινα να τη χαζεύω καθώς άρπαζε, με τη λαιμαργία υγιούς μωρού παιδιού, τη θηλή μου. Δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου στη σκέψη ότι, αν δεχόμουν, ίσως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα να μην την αναγνώριζα. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν θα με αναγνώριζε εκείνη.

«Κύριε ελέησον», ψιθύρισα ρουφώντας τη μύτη μου. «Πόσα δίνουν;»

Η απάντηση της Γκρέις δεν μου άφησε και πολύ περιθώριο για σκέψη. «Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος. Εκεί τα λένε λίρες, νομίζω.»

«Είκοσι-εννέα χιλιάδες πέσος…!», αναφώνησε η μητέρα μου, «με τόσα χρήματα, σε καμιά δεκαριά χρονάκια θα μπορούμε μέχρι και να εξοφλήσουμε το χρέος του μακαρίτη του πατέρα σου». Γονάτισε δίπλα μου για να χαϊδέψει τα μαλλιά της Κάρμεν, που αποκοιμούνταν σιγά-σιγά στην αγκαλιά μου και πιπιλούσε ακόμα τη ρώγα μου. «Έλα τώρα, Λίλιμπετ, μην το πολυσκέφτεσαι. Δεν αξίζει αυτή εδώ η φατσούλα να ξεφύγει απ´ τη δικιά μας μοίρα;», συμπλήρωσε ικετευτικά.

Ύστερα γύρισε πάνω μου και μισόκλεισε τα βλέφαρα. «Μόνο μην τολμήσεις και μπλέξεις όπως ο πατέρας σου και μας πάρεις στο λαιμό σου, όπως έκανε εκείνος.»

Θεός φυλάξοι.

Και μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν

Με τη Νταίζη βρισκόμασταν κάθε Κυριακή, που είχαμε ολοήμερο ρεπό. Συναντιόμασταν το πρωί, γύρω στις εφτάμιση, στην Πλατεία Σολωμού, όπου τερμάτιζαν όλα τα λεωφορεία της γραμμής, και περπατούσαμε μαζί μέχρι την Καθολική Εκκλησία στην Πύλη Πάφου. Ήταν η μοναδική μέρα της βδομάδας που έβγαζα τ’ αθλητικά μου παπούτσια και τις φόρμες και φορούσα φουστάνι. Άφηνα το μαλλί μου κάτω και βαφόμουν.

Μετά την εκκλησία μαζευόμασταν καμιά δεκαπενταριά γυναίκες, όλες οικιακές βοηθοί, στο σπίτι μιας κοπέλας απ’ την παρέα της εκκλησίας, της Κάθριν. Ένα διαμέρισμα ισόγειο, με λευκό φως και σεντόνια στην τζαμαρία αντί για κουρτίνες. Οι περισσότερες έρχονταν για να καλαμπουρδίσουν, να πουν τα νέα της βδομάδας και να κουτσομπολέψουν. Αν έλεγα ότι προσπάθησα ιδιαίτερα να κοινωνικοποιηθώ μαζί τους, θα ήταν ψέμα. Μ’ ενοχλούσε που τις έβλεπα τόσο ανέμελες. Σαν να μην είχαν αφήσει κι εκείνες πίσω τις οικογένειές τους. Με τάραζε η σκέψη ότι μπορεί κι εγώ – θου, Κύριε – να κατέληγα έτσι.

Αντ’ αυτού, παρακολουθούσα ανελλιπώς τις παρτίδες Τόγκιτ που έπαιζαν μετά το φαγητό. Μου έφερναν στο μυαλό τον πατέρα μου κι έτσι ένιωθα λίγο πιο κοντά στις Φιλιππίνες. Αν είν’ έτσι που παίζουν, μπορώ να τους πάρω τα σώβρακα, σκεφτόμουν αναλογιζόμενη τα κόλπα που μου είχε μάθει.

«Νόμιζα πως ήξερες να παίζεις, μάγκα», τον άκουγα να λέει στους συμπαίκτες του κάθε βράδυ, μετά από αμέτρητες ώρες παιχνιδιού. «Η τύχη ευνοεί τους θαρραλέους, αλλά τίποτε δεν διαρκεί για πάντα, Άντριου», του απαντούσε ο θείος μου – σταθερά ο δεύτερος παίκτης του τρίο – καθώς κούμπωνε το μπουφάν του σκυφτός.

Αρνιόμουν να πάω για ύπνο μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι τους. Μέχρι να έρθει στο τέλος της εκείνη η θεία πάλη. Κάθε βράδυ στο σαλόνι μας αναμετριούνταν ο διάβολος και ο θεός, σε μία ύστατη προσπάθεια επικράτησης του ενός επί του άλλου. Τα χαρτιά ήταν απλώς το μέσο. Κι εγώ, σαν παιδί, ήθελα ο πατέρας μου, ό,τι κοντινότερο στον Θεό είχα στη ζωή μου, να νικά. Κάθε φορά. Έπρεπε ο πατέρας μου να νικά. «Πάντα το καλό νικάει το κακό», μας έλεγαν στο σχολείο οι μοναχές. Το μόνο που με παρηγορούσε τα βράδια που έχανε, ήταν η προοπτική της επανάληψης της πάλης το επόμενο βράδυ. Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά, επαναλάμβανα εμμονικά μέχρι το πρωί.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανε να νικήσει μια εβδομάδα. Επτά ολόκληρες ημέρες. Δεν κοιμήθηκα μέχρι να νικήσει ξανά και έτρωγα ελάχιστα. Αρνιόμουν να αποδεχθώ το γεγονός. Η ηγουμένη στο καθολικό σχολείο χρειάστηκε να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι να ρωτήσει αν ήταν όλα εντάξει, γιατί δεν συμμετείχα καθόλου στην τάξη. Ποτέ δεν ήμουν ακριβώς αυτό που λέμε άριστη μαθήτρια, αλλά έβρισκα πάντα ευφυείς τρόπους να τα βγάζω πέρα χωρίς πολλά-πολλά. Έκανα παρέα με τα κορίτσια που ήξερα ότι έκαναν ανελλιπώς τα μαθήματά τους και φρόντιζα να τ’ αντιγράφω. Άκουγα το μάθημα και αποστήθιζα πληροφορίες που απόβαιναν συχνά σωτήριες όταν με ρωτούσαν οι μοναχές κάτι στα ξαφνικά και γενικά ήμουνα άσος στο να καμουφλάρομαι αν όχι σε άριστη, τουλάχιστον σε επιμελή μαθήτρια. «Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν», έλεγε ο πατέρας μου, κι αυτό ακριβώς προσπαθούσα να κάνω. Αλλά εκείνη τη βδομάδα ούτε γι’ αυτό είχα διάθεση.

Η καρδιά μου πονούσε που τον έβλεπα να κάθεται ακίνητος στα σκοτεινά σε μια γωνιά του καναπέ, αξύριστος, με τις πιτζάμες και μ’ ένα τενεκεδάκι μπύρας στο χέρι απ’ το πρωί. Περνούσα δήθεν τυχαία από μπροστά του για να του κλέψω ένα χαμόγελο, ένα πείραγμα. Μάταια. Δεν εντόπιζε καν την παρουσία μου στο δωμάτιο.

Όμως τα βράδια που νικούσε, κοίταζα την πράσινη τσόχα με τις στάχτες και τις σταγόνες από χυμένο ρούμι και σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι που είμαι κόρη ενός τόσο χαρισματικού ανθρώπου. Τον έβλεπα να μπλοφάρει και να πιάνει τους συμπαίκτες του εξ απροόπτου, να τους λυγίζει την ψυχολογία αγέρωχος κι εκείνοι να φεύγουν απ’ το σπίτι μας ταπεινωμένοι.

Κάθε φορά που νικούσε, πριν τον καληνυχτίσω, σήκωνα το κεφάλι ψηλά, κοίταζα το μαυρισμένο ταβάνι μας απ’ τους καπνούς και ευχαριστούσα τον Θεό που είχε βοηθήσει να επικρατήσει γι’ άλλη μια φορά η ανωτερότητα του πατέρα μου. Ύστερα σκαρφάλωνα στα γόνατά του, έσφιγγα τα χέρια μου γύρω απ’ τον λαιμό του, έπαιρνα μια βαθιά τζούρα απ’ την καπνίλα που μύριζαν τα μαλλιά του και του έδινα ένα ρουφηχτό φιλί πάνω στα αξύριστά του μάγουλα. Εκείνος με γαργαλούσε και μου ψιθύριζε, με την εμποτισμένη από ρούμι ανάσα του, «μικρό μου διαβολάκι, είδες πώς τους έκανα σκόνη;». Είναι τώρα είκοσι χρόνια που αυτοκτόνησε, και δεν θυμάμαι πια τη φωνή του.

Μια Κυριακή καθώς τις κοίταζα να παίζουν μια πολύ βαρετή παρτίδα, γυρνάει και μου λέει η Νταίζη: «Πόσο πρέπει να ‘χει μεγαλώσει η Κάρμεν! Όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’ λέει η θεία μου ότι την ακούει να φωνάζει». Αυτό το «όλο ‘γιαγιά’ και ‘γιαγιά’», μα το Θεό, μου σούβλισε την ψυχή. Εμένα ούτε καν μου μιλάει στο τηλέφωνο, πόσο μάλλον να με φωνάξει «μαμά». Χωρίς να σηκώσω το βλέμμα απ’ την παρτίδα σηκώθηκα πάνω, άρπαξα απ’ τα χέρια της μίας τα χαρτιά, την έσπρωξα και κάθισα στη θέση της. Δεν θυμάμαι σε τι κατάσταση ήμουν όταν το έκανα, αλλά θυμάμαι σίγουρα ότι καμιά τους δεν έφερε αντίσταση.

Ένιωσα ξαφνικά μια δίψα να εισπράξω την ευχαρίστηση που μου ‘δινε το αίσθημα της νίκης. Κι όταν άφησα να κυλήσουν τα φύλλα μου στην τσόχα απλώνοντας το χέρι για να μαζέψω τα κέρδη, ένιωσα – Θεέ μου συγχώρα με – σαν θεά. Το βλέμμα στα πρόσωπά τους κάθε φορά που έπεφταν θύματα στις μπλόφες μου – εκείνο το βλέμμα με τα σφιγμένα χείλη και τα μισόκλειστα μάτια ή το άλλο, που κρύβεται πίσω από παλάμες για να κρύψει την ντροπή – με γέμιζε με μία ένταση ευφορίας που δεν άφηνε χώρο για καμία θλίψη.

Δεν ήταν όμως μόνο εκείνη η γενναία δόση αδρεναλίνης που μ’ έκανε να αφεθώ στον εθισμό. Σ’ εκείνη θα μπορούσα να αντισταθώ, όπως αντιστέκομαι στα μπισκότα βουτύρου όταν θέλω να χάσω κανένα κιλό. Εκείνο στο οποίο δεν κατάφερα ν’ αντισταθώ ήταν το πόσο κοντά μου ένιωθα τον πατέρα μου όποτε, μετά από ‘κείνη τη μέρα, έπαιρνα στα χέρια τα χαρτιά.

Μετά από είκοσι χρόνια που δεν υπήρχε πουθενά στη ζωή μου, μπορούσα να τον αισθανθώ επιτέλους δίπλα μου. Και τότε έπαυα να είμαι η Λίλιμπετ, η μητέρα της Κάρμεν, που ήρθε εδώ πέρα για έναν και μόνο σκοπό. Γινόμουν ξανά το μικρό «διαβολάκι» του πατέρα μου, με τη νωπή μυρωδιά του ακόμα πάνω στα μαλλιά μου και τη βραχνή του φωνή  ν’ αντηχεί και πάλι παντού γύρω μου.

Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.

Οι καλύτεροι παίκτες είναι εκείνοι που ξέρουν να μπλοφάρουν.

Οι καλύτεροι παί… Κύριε φύλαξόν με.

– ΤΕΛΟΣ    –

Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο 17ο τεύχος του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ, τον Ιανουάριο του 2026.

Άγνωστο's avatar

Συντάκτης: Χαρά Ζυμαρά

Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό. Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.

Σχολιάστε