Της φωτιάς

Παίρνεις ανάσα και σου ‘ρχεται μυρωδιά καμένου.
Πώς ν’ αρθρώσεις να τραγουδήσεις «απάνω στην τριανταφυλλιά»;

Ο κόσμος κάθεται και σ’ ακούει, και χειροκροτά.
Ούτε πως καίγεται ο κόσμος παραδίπλα, ούτε πως τα ελάφια διψούν.

Και τι να ‘καναν· τι να κάναμε κι εμείς, δηλαδή;
Μήπως θα πάψει ο κόσμος να καίγεται σαν σταματήσει το τραγούδι;

Θα πάψουν να πέφτουν τα ιπτάμενα πυροσβεστικά;
Δεν θα καίγονται πια ζωντανοί, σαν βασιλέψει η σιωπή, οι κτηνοτρόφοι;

«Άιντε καλέ μάνα» τραγουδώ και σφίγγω το στόμα.
Πιο σφιχτά, πιασμένα μεταξύ τους τα δάκτυλα, να κρύβουν και τη μύτη.

Τη μια πετάς και τη σβήνεις, την άλλη καίγεσαι μέσα της.
Αναπνοή και στάχτη, βλέμμα στη μαέστρο, δεν τέλειωσε η συναυλία ακόμη.

Με αφορμή τη μυρωδιά καμένου που επισκίασε τη συναυλία της Amalgamation στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου στη Λευκωσία, στις 23 Ιουλίου 2023. Η στάχτη μπορεί να ερχόταν από τις φωτιές στη Ρόδο. Την επομένη στην Κάρυστο κατέπεσε ένα Canadair με δυο πιλότους και δυο μέρες μετά βρέθηκε αποτεφρωμένος ένας κτηνοτρόφος που αγνοούνταν.

Κάνω come-back

Δεν μ’ αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό,
τα δάκρυα μου δεν σας λένε κάτι.
Θ.Π.

Έσ̆ει παραπάνω που εξάμηνο να γράψω κάτι. Έστω κακό. 

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μέσα σε τούτον το διάστημαν τα διάφορα που εσυμβήκαν ήταν τόσον έντονα, που εν μου εδώσαν περιθώριο να τα αναστοχαστώ τζ̆αι να τα αποδώσω στο χαρτί. Όπως ο γάμος μου, τον περασμένο Μάη ή η εμφάνιση μας με την Amalgamation στο Αββαείο του Γουεστμινστερ, πιο πριν, τον περασμένο Μάρτη. Εμπειρίες που απαιτούν τον χρόνον τους για να αποκρυσταλλωθούν τζ̆αι να αρθρωθούν σε λόγο. Εμπειρίες που επέλεξα να τες ζήσω με πλήρην ενσυνείδηση τζ̆αι ας μεν έφκαινεν καμιά ιστορία ύστερα.

Σε άλλες περιπτώσεις έτυχεν να μου γεννηθούν τόσον έντονα συναισθήματα, που ακόμα βρίσκουμαι τυλιμένη μέσα στον καπνόν της φωθκιάς που μου ανάψαν. Εν μπορώ ακόμα να δω το φως, τζ̆αι έτσι εν μπορώ να καταπιαστώ που κάπου για να αρκέψω να ξετυλίω το κουβάριν τους. Συναισθήματα αδικίας τζ̆αι απογοήτευσης, κυρίως.

«Ίσως να αντιδράς υπερβολικά», είπεν μου ένας φίλος. Μα έσ̆ει έτσι πράμαν; Για μέναν τούτη η αντίδραση, μέσα στην υπερβολήν της, εν ένδειξη πως κάτι μέσα μου παραμένει άλυτον σε σχέσην με το συγκεκριμένον θέμαν. Ακόμα τζ̆αι τες σκέψεις μου σε ημερολογιακήν μορφήν δυσκολεύκουμαι να τες αρθρώσω για τούτον το ζήτημαν. Κάθε φοράν ξεκινώ:

«Εν αλλοπρόσαλλη τούτη η συμπεριφορά», λαλεί μου… τζ̆αι σταματώ ως τζ̆ει̮αμαί. 

Ξαναρκέφκω. Την επόμενην φοράν προσπαθώ το στο τρίτον πρόσωπον. Να αποστασιοποιηθώ, πέρκει τζ̆αι γίνει κάτι. 

«Εν αλλοπρόσαλλη τούτη η συμπεριφορά», λαλεί της, τζ̆αι ανακατώννει τον χυμόν του με το καλαμάκι. Τα παγάκια χτυπούν αναμεταξύν τους τζ̆αι τίποτε άλλον εν ακούεται. Ακόμα εν εδιαλυθήκαν με τόσην πυράν τζ̆αι η συζήτηση τους έφτασεν τζ̆αι επήρεν μάνι μάνι φώκον.

Πάλε σταματώ. Εννα τον εκθέσω, σκέφτουμαι. Ακόμα ένας λόγος να με λαλεί αλλοπρόσαλλην. Επροσπάθησα το άλλο μιάν φοράν σε στυλ παραλληλισμού. Αν τον κάμω να φανεί καταπιεστικός σύντροφος, μπορεί να μεν καταλάβει, εσκέφτηκα τζ̆αι εσυνέχισα:

«Καλάν ρε Γιώργο», λαλεί του τζ̆είνη. Οι παλάμες της εν ανοιχτές μπροστά στα σ̆έρκα του. Τζ̆είνος τραβά λλίον πίσω το ποτήριν του τζ̆αι εξακολουθεί να μεν τη θωρεί στα μμάθκια. «Εν αλλοπρόσαλλον να θέλω να χωρίσουμεν αλλά να εξακολουθούμεν να είμαστεν φίλοι;»

Πιο κλισ̆έ πεθαίνεις, είπα που μέσα μου τζ̆αι εσταμάτησα τζ̆ει̮αμαί. Εξάλλου εν περνά καθόλου τούτον που πραγματικά θέλω να αποδώσω. Με σύντροφος ένει, με φίλος (πκιόν). Τζ̆αι όσον παραπάνω το επροσπαθούσα τζ̆αι ένιωθα πως εν εμπορούσα να γράψω την αλήθκειαν για τούτα ούλλα που με εσ̆οκκάραν, παραπάνω εβραχυκυκλώννουμουν τζ̆αι εν έθελα να γράψω τίποτε.

Σε μιαν άλλην περίπτωσην εκράτησεν με πίσω η απελπισία. Έσ̆ει πάνω που χρόνον που ετέλιωσα το βιβλίον μου τζ̆αι ακόμα περιμένω το να εκδοθεί. Μόνον ο εκδοτικός οίκος ξέρει το πότε εννα γίνει τούτον, τζ̆αι για τούτον πάλε εν είμαι τζ̆αι τέλεια σίουρη. «Εντάξει, καλέ, όποτε φκει», λαλώ του κόσμου. Στο μεταξύν όμως, απελπίζουμαι. Νιώθω το να ξωμακρύζει, ενώ η επιθυμία μου να το φωνάξω του κόσμου εν δυσανάλογα έντονη. 

Σε άλλες περιπτώσεις έτυχεν μου τούτον που πολλά εύστοχα ένας άνθρωπος που θεωρώ πολλά ξεχωριστόν αποκάλεσεν «μούθκιασμαν». Παθθαίννεις το άμαν περάσει πολλύς τζ̆αιρός τζ̆αι μεινίσκεις άπραγος. Καλομαθθαίνεις στην κατάστασην απραξίας σου, ειδικά άμαν καταλάβεις ότι εν έσ̆ει τίμημαν. Θέλω να πω, εν θα σε γυρέψει κανένας να σου ζητήσει τον λόγον. «Γιατί κύριε εν κάμνεις τίποτε, με γράφεις, με τραγουδάς; Το τρένον της Δημιουργίας αποχώρησεν, τζ̆αι εσύ ακόμα στέκεις τζ̆αι περιμένεις το». Τζ̆αι έτσι εν σε κόφτει, εν έσ̆εις κίνητρον να ξεβολευτείς. 

Εν προσπαθείς να ξεφύγεις που κάπου, που μιαν καταπιεστικήν συνθήκην που σε τυρανά, ας πούμεν (πάντα δουλεύκει δημιουργικά στην περίπτωσην μου), ώσπου τζ̆αι καταλάβεις πως τούτη η αδράνεια στην οποίαν εσυνήθισεν ο νους σου εν σ̆ειρόττερον βασανιστήριον που κάθε έξωθεν επιβεβλημένην τυραννίαν. 

Παίρνει σου όμως χρόνον να το δεις. Τζ̆αι άπαξ τζ̆αι είδες το, μετά γίνεσαι όπως τον πελλόν. Γυρίζει το δειν σου. Γίνεσαι κάττος που προσπαθεί να ξεφύγει που ξεκινημένην μηχανήν αυτοκινήτου. Εν ξέρεις προς τα πού θέλεις να πάεις, μόνον ότι θέλεις πάσει θυσία να αποδράσεις που μιαν συνθήκη που ξέρεις πως εννα σε σκοτώσει. 

Γράφω τα τούτα σήμερα για να φυτέψω έναν σπορούιν. Έννεν κάποια μικρή, κακή ιστορία – εννα ήθελα όμως να γίνει η ιστορία του πώς εξεκίνησα πάλε να γράφω. Να κάμνω χώρον μέσα μου για να εντοπίζω τες ιστορίες γύρω μου τζ̆αι ύστερα να έχω την διαύγειαν να τες ξαναζωντανέψω με λέξεις.

Κουβέντα με τη γειτόνισσα

«Κόπιασε κανέναν απόγευμαν να πιούμεν καφέ», μου είπε η γειτόνισσα όταν τελειώσαμε την κουβέντα μας. Δεν χρειάστηκε να το επεξεργαστώ διόλου για να καταλάβω ότι το εννοούσε πέρα για πέρα. «Ευχαρίστως, τζ̆ι εσύ το ίδιον!», της απάντησα καθώς της έστρεφα την πλάτη για τον δρόμο της επιστροφής. Έπρεπε να της είχα πει «τζ̆ι εσείς το ίδιο», αλλά η οικειότητα ήταν τόσο έντονη, που ένιωσα την ανάγκη να της απευθυνθώ στον ενικό. Όπως θα μιλούσα σε μια θεία μου. 

Παραδόξως, κι εγώ το εννοούσα. Ευχαρίστως θα πήγαινα στο σπίτι της ένα απόγευμα να πιούμε καφέ. Το δικό της είναι από τα σπίτια που μου αρέσουν πιο πολύ στη γειτονιά μας. Ειδικά εκείνη η βουκαμβίλια που πλαισιώνει την καμάρα της εισόδου. Που το καλοκαίρι θεριεύει και τον χειμώνα αρχίζει δειλά-δειλά να ξαναγεννιέται μέσα από το αυστηρό της κλάδεμα. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο αρχιτεκτονικά. Το γνωστό κυπριακό ισόγειο ορθογώνιο, με το μακρόστενο προχώλ και τα δωμάτια περιμετρικά γύρω από αυτό. Σοβατισμένο έτσι που να μη φαίνεται ούτε ίχνος πληθαριού, εκτός από κάτι βαθιές χαραμάδες, που το φανερώνουν άθελά τους.

Αλλά είναι ένα προσεγμένο σπίτι. Μου αρέσουν τα σπίτια που μαρτυρούν φροντίδα. Εκείνα, που περπατώντας απ’ έξω, σου ‘ρχεται η μυρωδιά φρεσκοπλυμένων ρούχων ή τα άλλα, τα παλιά αλλά πάντοτε φρεσκομπογιατισμένα και με ξεσκονισμένα παντζούρια. Εκείνα που λες δεν γίνεται, αυτό το σπίτι θα έχει πάθει φθορές και φθορές μέσα στα τόσα χρόνια που στέκει, αλλά κάποιος τις νοιάστηκε. Τις περιποιήθηκε και τις διόρθωσε. Η ύπαρξη εκείνου του κάποιου – που ξυπνά κάθε πρωί κι έχει έγνοια όλα να πηγαίνουν ρολόι, να υπάρχει φαγητό για το μεσημέρι, να έχει γίνει το ψώνισμα της εβδομάδας, να έχουν πληρωθεί έγκαιρα οι λογαριασμοί, να έχει στολιστεί στην ώρα του το δέντρο των Χριστουγέννων, να έχει πυρωθεί από το χάραμα ο ξυλόφουρνος για να ψηθούν οι φλαούνες Μεγάλη Πέμπτη πριν το Πάσχα – είναι το πιο γερό θεμέλιο των σπιτιών μας.

Ούτε ο κήπος του σπιτιού εκείνου είναι κάτι το ιδιαίτερο. Απλωμένο γκρίζο μπετόν με ακανόνιστα ανοίγματα, απ’ όπου ξεπροβάλλουν καταπράσινα τσαρτελλούθκια (γεράνια) διαφόρων χρωμάτων, ένα κιούλι (αρμπαρόριζα) και κάτι πουλιά του παραδείσου. Στα δεξιά της εισόδου, το άλλο μισό του κήπου κοσμεί ένα μακρόστενο τραπέζι από ψεύτικο σκούρο καφέ μπαμπού και φιμέ τζάμι για επιφάνεια, γύρω από το οποίο στήνονται τα καλοκαίρια κάτι λευκές πλαστικές καρέκλες “lordos”, για να κάθονται εκείνη και ο άντρας της. Τις βλέπω τώρα στοιβαγμένες ακριβώς δίπλα από την πόρτα, κάτω από την καμάρα, για να φυλάγονται από τις βροχές του χειμώνα.

Είναι όμως ένας περιποιημένος κήπος. Ξεχορτιασμένος εκεί και όταν πρέπει, φρεσκοποτισμένος και πάντα φωτεινός, πίσω από την εκατοντάχρονη – εικάζω – ελιά που κοσμεί το πεζοδρόμιο. Από την ελαφρώς ανοιγμένη πόρτα της εισόδου διακρίνω τα χαρακτηριστικά πλακάκια που κοσμούν τα σπίτια εκείνης της εποχής, σε αποχρώσεις μπορντό, μπεζ και πράσινο κυπαρισσί, με μοτίβα που παραπέμπουν σε οθωμανικό στυλ. Πάνω σε αυτά είναι τοποθετημένη σαν παραφωνία μία σόμπα γκαζιού. Η πορτοκαλιά μποτίλια με επαναφέρει άτσαλα στο παρόν. 

«Κάποτε εν τζ̆αι ήταν έτσι», μου είχε πει πριν αποχαιρετιστούμε, σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα στη γειτονιά. Είχα περπατήσει μέχρι εκεί για να τη ρωτήσω γιατί είχε μαζευτεί αστυνομία πρωί-πρωί. «Παλιά ετζ̆οιμούμασταν με τες πόρτες ανοιχτές. Θυμούμαι τον παπάν της Στέλλας», συνεχίζει και απλώνει το χέρι δείχνοντάς μου το διπλανό σπίτι – πιστό αντίγραφο του δικού της -, «ετζ̆οιμάτουν τες νύχτες κάτω που τη λεμονιάν τζ̆αι εν είσ̆εν κανέναν να τον πειράξει.» Ένιωσα την ανάγκη να της πω ότι κι εμείς στη Λακατάμια κοιμόμασταν με την εξώπορτα ορθάνοιχτη, για να δροσίζεται το σπίτι τα καλοκαίρια – ίσως κάποιες δεκαετίες αργότερα από τη δική της ανάμνηση. 

«Λαλεί η αστυνομία ότι εν τίποτε δικοί μας που τα εκάμασιν», μου είπε έτσι όπως κοιτάζαμε μαζί τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα δεξιά κι αριστερά του δρόμου της γειτονιάς μας. «Τίποτε χασ̆ίκληες, ξέρεις», πρόσθεσε κι αναρωτήθηκα τι λόγια θα χρησιμοποιούσε εάν οι ληστές που διέρρηξαν τα αυτοκίνητα δεν ήταν «δικοί μας». Δεν τους ονομάζει «χασ̆ικλήες», αλλά «χασ̆ίκληες» – κάποιου είδους ντοπιολαλιά μάλλον, που δεν αναγνωρίζω. Όταν μου μιλάει κλείνει τα μάτια – σαν να τη βοηθάει να φαντάζεται καλύτερα αυτά που θέλει να μου πει. Αν κρίνω από την τρυφερότητα με την οποία εκφέρει τις λέξεις, μάλλον η λεπτομέρεια της καταγωγής τους δεν θα είχε και τόση σημασία για ‘κείνην.

Από την ανοικτή πόρτα πίσω της αναδύεται η μυρωδιά τσιγαρισμένου κρεμμυδιού, που κολυμπάει στο νερό με τις φακές για να γίνει μουτζ̆έντρα. Είμαι σίγουρη ότι έχει υπολογισμένο τον χρόνο που διαθέτει μέχρι να πρέπει να πάει μέσα να σβήσει τη φωτιά. 

Έχει πάει εννιά και είναι ώρα να πιάνω δουλειά. 

Οι σιεφταλιές της Σολιάς

Όταν οι ιστορίες έρχονται και σε βρίσκουν

«Κάθε Κυριακή αρέσκει μου να πηαίνω εκκλησία», μου λέει η κυρία Σ. καθώς μαζεύει τα γύρω τραπέζια. Κρατά τον μεγάλο καφέ δίσκο και βάζει μέσα ποτήρια μισογεμάτα με μπύρα, πιάτα με απομεινάρια από σουβλάκια, σαλάτες και αλοιφές. Ο Αχιλλέας επέμενε να πάμε εκεί να φάμε στο δρόμο της επιστροφής από τον Καλοπαναγιώτη. «Έσιει τες καλλύττερες σιεφταλιές με διαφοράν», είπε και είχε απόλυτο δίκαιο. Κάθομαι μόνη στο τραπέζι και τον διακρίνω αμυδρά από την τζαμαρία να παίζει με την αδερφή του στην παιδική χαρά. Έχουμε τελειώσει το φαγητό και έχουμε παραγγείλει καφέ. Ο Νικολά ήπιε τον δικό του κι έχει βγει έξω μαζί τους. Σειρά μου τώρα να τον πιω.

Η κυρία Σ. συνεχίζει να μου μιλάει ενώ πίνω την πρώτη γουλιά από τον σκέτο και τρώω λίγο από το γλυκό καρυδάκι και καρπούζι που μας έφερε ο γιος της λίγο πιο πριν. Απευθύνεται σ’ εμένα και στο ζευγάρι που κάθεται στ’ αριστερά μου – οι τελευταίοι πελάτες της για το μεσημέρι. Ανάμεσά μας μια ξυλόσομπα που, μαζί με τις ανάσες μας, κάνει τα τζάμια να θολώνουν. Σχεδόν δύσκολο να διακρίνεις μέσα από τη θολούρα το μαύρο νέφος της βροχής, που μαζεύεται απειλητικά πάνω από τα πεύκα και τα κυπαρίσσια.

«Εν μπορώ να μεν πηαίνω. Μπορεί να έχω σχίλιες δουλειές να κάμω αλλά εκκλησίαν εννα πάω. Σήμερα, για πράδειγμαν, έπρεπε να κάμω σιεφταλιές γιατί ελειφτήκαμεν τες, αλλά επήα τζαι εκλλησίαν», συνεχίζει η κυρία Σ. Την παρατηρώ λίγο καλύτερα. Μέσα στα μαύρα της ρούχα το σώμα της φαίνεται πολύ πιο νεανικό από την ηλικία που υπολογίζω ότι θα έχει. Τη βάζω καμιά εξηνταριά, αλλά φαίνεται πενήντα. Βγάζει μια δυναμικότητα.

«Τζαι νηστείαν κάμνω. Όι για την υγείαν μου, για μένα», προσθέτει. «Ξέρεις», γυρίζει και βλέπει μόνο εμένα τώρα, «εν κάτι που έκαμνεν η μάμμα μου τζαι μετά που την εχάσαμεν, έτσι λλίον ξαφνικά, νιώθω ότι θέλω να συνεχίσω να το κάμνω για τζείνην», εξηγεί σαν να δικαιολογείται.

«Η νηστεία εν ιερή, τέλος», λέει η ξανθιά κυρία από το άλλο τραπέζι σαν να θέλει να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Το στόμα της είναι γεμάτο καθώς μιλά. Αρχίζω να φοβάμαι ότι θα βρεθώ στη μέση μιας συζήτησης που δεν θέλω να αναγκαστώ να κάνω.

Αλλά η κυρία Σ. συνεχίζει αγνοώντας το σχόλιο. Διαισθάνομαι πως κάπου αλλού θέλει να το πάει. «Η μάνα μου ανάγιωσεν έξι κοπελλούθκια τζαι δεν την ακούσαμεν ούτε μιαν φοράν να φωνάξει, να θυμώσει. Τζαι έκαμνεν τζαι τόσες δουλειές.» Και συμπληρώνει με τρυφερή φωνή, σχεδόν ψιθυριστή: «Ο παπάς μου επαιζεν χαρκιά. Κουμάριν, ξέρεις.»

«Ήταν δεκαεφτά τζείνη τζαι τζείνος δεκαεννιά που επαντρευτήκαν. Μωρά. Άμαν επηαίναμεν πούποτε στη γειτονιά τζαι ελαλούσαν της ‘είδαμεν τον άντραν σου στον καφενέν, το και το’, απάνταν τους ‘έννεν που τη δουλειάν σας’.» Παίρνει τον δίσκο στην κουζίνα, επιστρέφει και συνεχίζει.

«Εν τους ακούσαμεν ποττέ να μαλλώνουν. Ο τζύρης μου έρκαιτουν σπίτιν τζαι ετραούδαν της ‘Ελένη μου, λα λα, Ελένη μου’.» Προσπαθεί να επαναλάβει τη μελωδία αλλά δε μπορώ να την αναγνωρίσω. Τον φαντάζομαι να φτάνει στην πόρτα της κυρίας Ελένης μ’ ένα γαρύφαλλο στο χέρι και να τη φιλά μπροστά στα παιδιά. 

«Μιαν ημέραν», συνεχίζει, «ήταν Σάββατον θθυμούμαι, έστειλεν με στον ψωμάν να πιάσω ψωμιά να φάμεν. Έξι ψωμιά, να φκάλουμεν το σαββατοκυρίακον. Επήα, επαράγγειλα του τα τζαι εζήτησα του να μας τα γράψει βερεσιέ γιατί εν εκρατούσαμεν να του δώσουμεν τα λεφτά. Έδωσεν μου τα τζαι είπεν μου ‘Να πεις του τζύρη σου να σταματήσει να παίζει κουμάριν για να κρατά να σας πιάνει ψωμίν να τρώτε’. Εν του απάντησα. Επήα σπίτιν, επήρα τα ψωμιά τζαι είπα το της μάμμας μου. Τζείνη ξαναβάλλει τα ψωμιά στο σιέριν μου. ‘Να πάεις να του τα πάρεις πίσω τζαι να του πεις ότι εν θέλουμεν τα ψωμιά του. Εννα κάμουμεν μόνοι μας ψωμιά’, λαλεί μου. Τζείνη τη νύχτα, μα τω θεώ, εζύμωννεν ως το πρωίν. Τούτη ήταν η μάμμα μου», ολοκληρώνει κι εγώ προσπαθώ να συγκρατήσω κάθε της λέξη.

Αυτή η ιστορία πρέπει να γραφτεί, σκέφτομαι και πίνω την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ μου. Το κατακάθι, που γλιστράει στο στόμα, αφήνει μια πικράδα στη γλώσσα μου. Ώρα να φεύγουμε, έχουμε δρόμο μπροστά μας.