Τρίσιες

«Ου γαμώτο, εν Κυριακή τζαι εν το έστειλα ακόμα», εσκέφτηκα πριν καν ανοίξω τα μάθκια μου. Η Χλόη ήταν κυριολεκτικά κολλημένη πίσω μου – spooning το λαλούσιν νομίζω – τζαι τα σιέρκα της αγκαλιάζαν την τζιεφαλήν μου. Οι παλάμες της εκαταλήγαν πάνω στες βούτσιες μου τζαι επήρεν μου λλία δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω ότι εν τζείνη που ζεσταίνει το σώμα μου τζαι όι ο άντρας μου. Τζείνος όμως ετζοιμάτουν στο κρεβάτι μας, στο διπλανό δωμάτιο. Όπως θα έπρεπε να έκαμνα τζι εγώ μάλλον, αλλά η κόρη μου είσιεν άλλα σχέδια.

Να τους το στείλω έτσι οξά να το δουλέψω λλίον; Αν το δουλέψω αλλό λλίον εννα αρκήσω να το στείλω τζαι, who am I kidding? εννα το κάμνω μόνον για σκοπούς εντυπωσιασμού, είπα που μέσα μου σαν έπιννα τον καφέ μου μπροστά που το laptop. Για να τον πιω, έπρεπεν να ντυθώ ππάσα-ππάσα τζαι να πάω περίπτερον περπατητή να πιάσω γάλα με τη γαρίλλα στο μμάτι, τζαι αχτένιστη. Σκέττον εν τον πίννω, τζι εψές εν έκοψεν ο νους μου να έπιαννα έναν στον δρόμο προς το σπίτιν. Νευριάζω άμαν τες Κυριακές παρεμβάλλουνται έτσι σκέδιον υποχρεώσεις που χαλούν την χαλαρότητα του πρωινού. Σάββατον τζαι Κυριακήν θέλω να ξυπνώ τζαι να μεινίσκω με τες πυζιάμες.

«Start washing her hair without me, I will send this e-mail and I’ll be upstairs”, είπα του άντρα μου, που είσιεν το θάρρος να της λούσει τζείνος τα μαλλιά της σήμερα. Ωραίον το σγουρόν μαλλίν, αλλά πλέον εν μονίμως ράστα. Για να χτενιστεί πρέπει να μπει ένας που τους θκυό μας στο μπάνιο μαζίν της, να της βάλει μιαν φάουσαν κρέμες, μάσκες τζαι σπρέι τζαι να προσπαθεί μιαν ώραν να την καλάρει για να της ξεμπλέξει τα μισά. Ακόμα τζαι τα μισά μαλλιά της να χτενιστούν εν επιτυχία. 

“You take a lot of shit from her and that’s ineffective”, είπεν μου όταν μου επεξηγούσε τη λογική της απόφασής του. Εν αλήθκεια, είμαι που τζείνες. Προτιμώ να θυσιάσω το μισόν μαλλίν της παρά να την κάμω να κλαίει. Fair enough, εσκέφτηκα τζαι έκρυψα. Αφορμή να πάρω λλίον τον χρόνον μου, ίσως γράψω τζαι κάτι μετά που εννα στείλω το μέηλ.

Εξαναθκιάβασα το κείμενον, εμέτρησα τες λέξεις. «Εν καλόν τζι έτσι, εννα το στείλω», είπα, τζαι άρκεψα να συντάσσω το μέηλ:

«Αγαπητοί μου συμμαθητές της δημιουργικής γραφής,»

Άραγε να της τα κόψω; σκέφτουμαι τζαι σταματώ. Έννεν κουβέντα τούτη, να κλαίει το μωρόν κάθε φοράν που της τα λούννουμεν τζαι να να βασανιούμαστεν τζι εμείς. Αν της κάμουμεν έτσι πράμαν η μάμμα μου εννα πάθει πανικόν, συνεχίζω. «Άμπα τζαι κόψει σου τα παραπάνω που θκυό δάκτυλα», ελάλεν μου κάθε φορά που επήαινα κομμωτήριον. Στην επιστροφήν έλεγχεν μου τα πάντα με καχυποψίαν. «Εππάλιασεν σου τα.» Για τζείνην, όπως τζαι οι χωρισμοί, κάθε κόψιμον μαλλιού, είτε αναγκαίον είτε όι, εν έναν τραγικό γεγονός. 

Σικκιμέ, όμως, λαλώ. Αννέν για να τελειώννει μιάν τζι έξω τούτη η ιστορία, ας της τα κόψουμεν. Το μαλλίν του μωρού εννα μεγαλώσει, τζαι η μάμμα μου εννα το ξεπεράσει. Τώρα που εννα τελειώσει να της τα λούννει ο άντρας μου να του πω την ιδέα μου να δω τι νομίζει. Πού έμεινα; Α, ναι. Εννα περιμένουν το μέηλ οι συμμαθητές μου. Η δασκάλα είπεν μας να το στέλνουμεν σίουρα μες το Σαββατοκύριακον, για να διούμεν περιθώριο στους συμμαθητές μας να τα θκιεβάζουν με την άνεσην τους. Ταράσσω το mouse να ξανανάψει η οθόνη.

«Αγαπητοί μου συμμαθητές της δημιουργικής γραφής,» ξαναθκιαβάζω τζαι συμπληρώνω:

«Σας στέλνω το προσχέδιο του επόμενου κεφαλαίου…»

Ευτυχώς που εν τζαι τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής τζαι νιώθω την πίεσην να γράφω τζαι λλίον, σκέφτουμαι τζαι πάλε σταματώ. Διαφορετικά ποιος ξέρει πότε ήταν να έγραφα; Ακούω τες φωνές του μωρού που το μπάνιο. Σίουρα εννα της τα κόψω, λαλώ που μέσα μου. Αλλά τωρά που ήβρα λλίον χρόνον μόνη μου, ας γράψω τζαι κάτι για το μπλόγκ μου. Έσιει τόσες μέρες να ανεβάσω καμιάν ιστορίαν. Ίσως γράψω για τούτα που ζω τωρά, αντί να περιμένω να μου έρτει η έμπνευση. Ποιος όμως θέλει να θκιεβάζει για τρίσιες; μονολογώ τζαι συνεχίζω:

«Αγαπητοί μου συμμαθητές της δημιουργικής γραφής,

Σας στέλνω το προσχέδιο του επόμενου κεφαλαίου της ιστορίας της Κοπέλας, με τίτλο εργασίας «Χαρούμενες Μέρες / Η άνοδος». Ανυπομονώ να ακούσω τα σχόλιά σας την Πέμπτη.»

Αποστολή.

Ποια είμ’ εγώ, που θα εκδώσω και βιβλίο;

Ναι, θέλω να εκδώσω ένα βιβλίο. Ένα μικρό μυθιστόρημα, μία νουβέλα αν θέλετε. Η ιδέα γεννήθηκε το 2016, μέσα από τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής που παρακολουθώ, και μέσα από μία άσκηση επινόησης χαρακτήρων, που έμελλε να γίνει η αγαπημένη μου.

Κάνοντας αυτή την άσκηση, δημιούργησα μία ηρωίδα: μία ατίθαση δημοσιογράφο, που ζει στην Κύπρο το 2004 και εργάζεται σε μία εβδομαδιαία εφημερίδα κάνοντας πολιτικό ρεπορτάζ στη διάρκεια της ίσως πιο πολωμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού: παραμονές του σχεδίου Ανάν. Ήξερα ότι η Ήβη ήταν τριάντα-τεσσάρων, ήταν δυναμική, εθισμένη στη δουλειά της και εξαίρετη σε αυτήν, ότι είχε προβλήματα συμπεριφοράς λόγω συναισθηματικής ανωριμότητας, ότι ο δρόμος της προς την ωριμότητα θα ξεκινούσε όταν χώριζε από μία ανούσια σχέση, που την κρατούσε δέσμιά της για χρόνια, κι ότι είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον αρχισυντάκτη της, που έβλεπε σαν πατρική φιγούρα. Ήξερα επίσης ότι η ιστορία δεν θα ήταν επί της ουσίας πολιτική. Θα καταπιανόταν με πολιτικές εξελίξεις της εποχής, αλλά μέχρι εκεί.

Η πλοκή της ιστορίας της Ήβης δεν γεννήθηκε παρά αρκετά χρόνια αργότερα, μαζί με τη γέννηση της κόρης μου, το 2020.

Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά μου ήρθε σαν δώρο εξ’ ουρανού:

Παραμονές του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν, Λευκωσία, Κύπρος. Η πολλά υποσχόμενη, πλην όμως ατίθαση δημοσιογράφος Ήβη Καραπατάκη, καλείται να αναλάβει την αρχισυνταξία της εφημερίδας στην οποία εργάζεται, όταν ο αρχισυντάκτης και μέντοράς της, Πανίκος Σακελαρίδης, παθαίνει έμφραγμα μπροστά στα μάτια της. Το έμφραγμα προκύπτει μετά από έντονη συζήτησή του με τον εκδότη, ο οποίος του ανακοινώνει ότι, κατόπιν άνωθεν οδηγιών, η προγραμματισμένη συνέντευξη με τον Επίτροπο Διεύρυνσης της ΕΕ, Γκίντερ Φερχόιγκεν, ένθερμου υποστηρικτή του σχεδίου, ακυρώνεται. Η πολωμένη ατμόσφαιρα, η παραπληροφόρηση και ο δύσκολος χαρακτήρας της δεν είναι τα μόνα εμπόδια που βρίσκει μπροστά της στα νέα της καθήκοντα, αφού το γράμμα που της έχει αφήσει ο αγαπημένος της αρχισυντάκτης προτού πεθάνει, με τη χειρόγραφη σημείωση «Ηρεμίας είκοσι-ένα, Βαρώσι», και την παρότρυνση αν πάθει κάτι, να το διαβάσει και να πράξει όπως νομίζει, αποκαλύπτει την καλά κρυμμένη ιστορία μίας ελληνοκύπριας γυναίκας, που εξακολουθεί να ζει εθελούσια στην Αμμόχωστο, και ζητά να παραδοθεί το γράμμα στον χαμένο της γιο (δες πιο κάτω μια πιο εκτεταμένη περίληψη).

Η εξεύρεση της πλοκής, ήταν, όπως αποδείχθηκε αργότερα, το εύκολο κομμάτι της υπόθεσης. Εκείνο το αίσθημα, όμως, του αναπόφευκτου, του χρέους που αμέσως ένιωσα απέναντι στην ιστορία, ήταν εκείνο που μου έδωσε την επιμονή να την γράψω, παρά τη δυσκολία της. Μου πήρε δύο χρόνια, και ήταν κάθε άλλο παρά παιχνιδάκι. Χρειάστηκε να αφιερώσω πολύ χρόνο σε αυτήν, αλλά κυρίως να υπερβώ τον εαυτό μου, που δεν χαρακτηρίζεται από συνέπεια όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με επίπονα και χρονοβόρα καθήκοντα. Αλλά τα κατάφερα, και αυτό το οφείλω στην επιμονή, που δεν ήξερα ότι είχα. Εξαιρετικά σημαντική ήταν επίσης η καθοδήγηση της φίλης και δασκάλας μου Νικολέττας, που στάθηκε δίπλα μου σε κάθε φάση της διαδικασίας.

Κι όταν έβαλα εκείνη την πολυπόθητη τελεία, ένιωσα ότι επιτέλους είχα καταφέρει να δώσω στην ιστορία μου φτερά και ήταν μόνο ζήτημα να την βγάλω από τη φωλιά της για να πετάξει και να βρει τον δρόμο της. Μόνο που δεν είχαν ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Όπως αποδείχθηκε εκ νέου, ακόμα δυσκολότερο κομμάτι της διαδικασίας, είναι η επιμέλεια της ιστορίας. Όταν, δε, χαρακτηρίζεσαι από ανασφάλεια (το λες και impostor syndrome), και τείνεις να βλέπεις τα μαύρα ολόμαυρα, τα άσπρα κάτασπρα, και καμία ενδιάμεση απόχρωση, τα πράγματα εύκολα βραχυκυκλώνονται, καθώς η παραμικρή κριτική σου φαντάζει σαν πέλεκυς. Σαν γνωμάτευση κάποιας αρμόδιας επιτροπής, που επιτρέπει ή δεν επιτρέπει σε κάποιον να ονομάζει εαυτόν «συγγραφέα», και, στη δική σου περίπτωση, η απόφαση είναι ομόφωνη και σου ανακοινώνεται εν μέσω τρανταχτών γέλιων και δακτύλων που σε δείχνουν περιπαιχτικά. Νιώθεις περίγελος.

Το οφείλεις, όμως, πρώτα σ’ εσένα και μετά στην ιστορία σου, να εκλογικεύσεις αυτό το συναίσθημα, να σηκώσεις τον εαυτό σου από τα πατώματα και να τον πείσεις ότι δεν πρόκειται περί ρεζιλέματος, αλλά απλώς για άλλη μία ευκαιρία να μάθεις και να γίνεις καλύτερη. Ειδικά εάν η κριτική προέρχεται από ανθρώπους που εκτιμάς και ξέρεις ότι η πρόθεσή τους είναι αγνή. Ακόμα κι αυτήν, όμως, την κριτική, οφείλεις να την φιλτράρεις έχοντας κατά νου και υπερασπιζόμενη το καλό της ιστορίας σου, ωσάν να ήταν παιδί σου.

Αυτό είναι η διαδικασία της δημιουργίας: μια συνεχής διαδικασία υπέρβασης εαυτού. Βγάζεις την ψυχή σου και την προσφέρεις σε δίσκο οικειοθελώς, αν και δεν σου τη ζήτησε κανένας. Θέλει θάρρος να μπορέσεις να τη βγάλεις και να την εκθέσεις σε έναν σκληρό κόσμο. Παλεύεις συνεχώς με τον φόβο, που σε ρωτάει τσιριχτά: «Ποια νομίζεις ότι είσαι κουκλίτσα μου, που θέλεις να εκδώσεις και βιβλίο;». Πρέπει να έχεις το σθένος να υπερασπιστείς την ιστορία και τον εαυτό σου. «Εν ολίγοις, είμαι απλώς ένας ακόμα άνθρωπος, που θέλει να εξασκήσει το αυτονόητο δικαίωμά του να συμμετέχει στη διαδικασία της Δημιουργίας». Αυτό απαντά στη σχετική ερώτηση η Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ, συγγραφέας του δημοφιλούς «Eat, Pray, Love», στο podcast της “Creative Living Beyond Fear”.

Έπειτα, είναι και η δυσκολία της πρόσβασης στις εκδόσεις. Στάθηκα τυχερή να έχω λάβει δυο θετικές απαντήσεις από μικρούς, αλλά σοβαρούς ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, ακόμα και πριν να ξεκινήσω από μόνη μου την επιμέλεια, που είναι απαραίτητο να κάνεις στην ιστορία σου με καθαρό μυαλό αφότου την τελειώσεις (η υπομονή δεν ήταν ποτέ το ατού μου). Πιάστηκα, όμως, στον ύπνο, όταν έμαθα ότι όλοι σχεδόν οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα ζητούν από τους συγγραφείς (ειδικά τους νέους) να συμβάλουν ή και να καλύψουν πλήρως τα έξοδα της έκδοσης. Κι αυτομάτως μου γεννήθηκαν τα εξής ερωτήματα:

  • Αξίζει να δώσω τόσα χρήματα για την ιστορία μου; Κι αν αποδειχθεί αποτυχία;
  • Μήπως θέλουν να μου το εκδώσουν όχι επειδή είναι καλό, αλλά επειδή θα πληρωθούν;
  • Ποια είμαι εγώ που θα στερήσω χρήματα από την οικογένειά μου για να εκδώσω ένα βιβλίο που δεν ζήτησε κανένας;

Ενώ τα ερωτήματα που θα έπρεπε να με απασχολούν είναι:

  • Δεν είναι άδικο να μπαίνει αυτό το εμπόδιο στη νέα γενιά συγγραφέων;
  • Είναι η έκδοση ένα προνόμιο που απολαμβάνουν μόνο οι έχοντες;

Οι απαντήσεις στα αρχικά ερωτήματα είναι απλές, αν και για μένα δεν ήταν πάντα αυτονόητες: Αξίζει να τα δώσεις έστω κι αν αποδειχθεί αποτυχία. Ακόμα και να θέλουν να σου το εκδώσουν επειδή θα πληρωθούν άδραξε την ευκαιρία και σώπα (και μην υποτιμάς του οίκους, οι οποίοι θέλουν να διατηρήσουν ένα επίπεδο στις ιστορίες που εκδίδουν). Είσαι απλώς ένας ακόμα άνθρωπος, που θέλει να συμμετάσχει στη διαδικασία της Δημιουργίας (και η οικογένειά σου δεν θα πεινάσει αν το κάνεις).

Σχεδόν ένα χρόνο μετά, κι ενώ δεν έχει εκδοθεί ακόμα το βιβλίο, αλλά το έχω δουλέψει όσο μπορώ και το δουλεύω ακόμα, για να είμαι σίγουρη ότι αυτό που θα βγει θα είναι η καλύτερη εκδοχή της ιστορίας μου, πήρα την απόφαση ότι θα το κάνω, ακόμα κι αν χρειαστεί να πληρώσω. Γιατί το χρωστώ στην ιστορία μου. Το χρωστώ στον εαυτό μου.

Εκτεταμένη Περίληψη του βιβλίου

Η Ήβη, ατίθαση δημοσιογράφος, που χωρίζει στα τριάντα-τέσσερα κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό της, και η Πηνελόπη, μία Ελληνοκύπρια, που είναι παντρεμένη με Τουρκοκύπριο, ζει στο Βαρώσι, και ψάχνει τον γιο της, που έχει μεγαλώσει στην άλλη πλευρά, είναι δυο γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν αντισυμβατικά σε ένα νησί που επιβάλλει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον κοινωνικό κομφορμισμό. 

Οι ιστορίες τους σμίγουν και συναντιούνται το 2004, παραμονές του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, σε μια περίοδο στην οποία η πόλωση και η αντίσταση στην όποια ενδεχόμενη αλλαγή μεγεθύνουν τη διαφορετικότητά τους ως προς το κατεστημένο, και συνεπώς εντείνουν τις επίμονες δυνάμεις που θέλουν να τις περιθωριοποιήσουν. 

Το συναπάντημα των μυθοπλασμένων ιστοριών τους εκτυλίσσεται με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός: την λογοκρισία που ασκήθηκε σε ευρωπαίο αξιωματούχο, ένθερμο υποστηρικτή του Σχεδίου Ανάν, του οποίου η πρόσβαση σε όλα τα κυπριακά μέσα αποκλείστηκε κατόπιν οδηγιών από την τότε κυβέρνηση, αν και υπήρχε προγραμματισμένη συνέντευξή του σε ένα από αυτά. Παρ’ ότι μυθοπλασμένη, η ιστορία της Ήβης εμπεριέχει πολλές επιμέρους πραγματικές ιστορίες και συμβάντα, που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο συνεντεύξεων με δημοσιογράφους που έζησαν έντονα τα γεγονότα της εποχής.

Απόσπασμα της ιστορίας επιλέχθηκε ανάμεσα από 6,700 συμμετοχές στη μακρά λίστα του διαγωνισμού της Κοινοπολιτείας για νέους συγγραφείς του 2022.

Φεγγαρένια μου, μην κλαις

Φεγγαρένια μου, παιδί του κόσμου,
μην κλαις που δεν σ’ αγκάλιασε.
Δεν αγαπάνε όλοι το ίδιο.

Παιδί του κόσμου, φεγγαρένια μου,
είν’ αρκετή η αγκαλιά μιας τυχαίας γιαγιάς
για να δεις πώς λάμπει αληθινά ο ήλιος!

Μην κλαις, φεγγαρένια όμορφη!
Ίσως ούτ’ εκείνη ν’ αγαπήθηκε
όπως θά’ θελε να σ’ αγαπά.

Όπως και να’ χει, μην κλαις!
Ίσως δεν θα’ ναι για σένα η ζωή μαρτύριο.
Ίσως για ‘σε τα πράγματα ν’ αλλάξουν!

Μόνο μην αρκεστείς
σ’ αυτή την αγάπη για κριτήριο,
αν θες ν’ αγαπήσεις στ’ αλήθεια, φεγγαρένια.

Είν’ ο κόσμος ένα μυστήριο,
μα είναι πάντα όμορφος ο κόσμος-
μην το ξεχνάς, παιδί τ’ ανέμου, φεγγαρένια μου.

Ένας καράολος τζαι τέσσερις πράσινες φράουλες

..ή ένας συνηθισμένος διάλογος με την κόρη τζαι τον εαυτό μου


«Μάμμα μου;» 

«Αγαπούλα μου». 

Χαμογελά μου, συνεχίζει να μπήει το δάχτυλο της μες την τρύπα του καράολου που κρατά. Ποταβρίζουμαι να δω αν έκλεισα το κάντζιελλον του γκαράζ, στο μεταξύ κάμνω εικόναν να έσιει φκει ήδη έξω σε μια στιγμή που δικλώ αλλού τζαι να χάννεται, να την κλέφκουν, να φακκά χαμέ, να περνά αυτοκίνητο που πάνω της… Έκλεισα το, τα γιέριμα. Έλεος με τούτον το anxiety. Στο κάτω-κάτω αφού θωρώ την, έτην δαμέ, τσουλλοκάθεται τζαι μιλά του καράολου που πνίει με το δάκτυλον της μπημένον μέσα στην τρύπα του. Ανάσα. 

«Μάμμα κοίτα, κάολος!» 

«Θωρώ αγάπη μου, μπράβο!» 

Συνεχίζει τζαι πιλατεύκει τον καράολον. Φαΐν. Τι να της κάμω να φάει; Εχτές έφαεν πρωτεΐνη, προχτές λαχανικά, να της κάμω  μακαρόνια οξά εν η εύκολη λύση; Ίσως κάτι πιο περίπλοκο; Να κάμω λαζάνια; Ο άντρας μου εν τρώει γαλακτοκομικά. Τι άλλο να κάμω που να μπορεί να φάει; Καμιάν σαλάτα με κραμπί, τόνο τζαι μαγιονέζα; Ο γιος του εν τρώει μαγιονέζα, εννα νομίσει πως το κάμνω ξεπίτηδες για να μεν φάει, όπως την άλλη φορά. Εν κανεί που έχω αμφιβολίες για το αν είμαι καλή μάνα, εννα έχουν να λαλούν πως ούτε καλή μητριά είμαι. Κκιάορκασσου, αν είχα τζι εγώ μόνην έγνοιαν έναν καράολο! Μα θώρε τι του κάμνει, μιλά του.

«Κάολε μου, γεια σου κάολε μου! Μάμμα!» 

Ου γαμώτο, ίντα της έδωσα σημασία τωρά, άρκεψεν τα «μάμμα» πάλε. Πού τζαιρός που ανυπομονούσα να ακούσω τούντη λέξη που το στόμα της! Εκάθουμουν κυριολεκτικά με τες ώρες τζαι εμάθαινα της την. Εθώρουν την μες τα μάθκια τζαι εσυλλάβιζα της την. «μ-ά-μ-μ-α., μάμμα»! Πού να εφαντάζουμουν την κατάληξη.

«Μάμμα, μάμμα κοίτα!» 

«Θωρώ αγάπη μου, πρόσεχε εννα τον λύσεις». 

Πόσην ώραν έχω άραγε πριν να αρκέψει να τζιυλιέται χαμέ τζαι να φακκά τα πόθκια της; Έννεν ανάγκη να την αμμαθκιάσω, δε την ίντα καλή που ένει; Καμία σχέση με εψές. Ούφφου, μπορεί να επονούσεν το μωρό, ένταλως κάμνω έτσι, ίντα μάμμα είμαι; Αν εμάθαινεν ποττέ κανένας ότι καμιάν φορά φαντάζομαι να αντινάσσω πάτσους τζαι να ξιτιμάζω θεούς τζαι δαίμονες τι ήταν να πει; Έτο πάλε το zoning out. Θωρώ το μπροστά μου να συμβαίνει. Το μωρό μου πέφτει θύμαν οικογενειακής βίας τζι εγώ είμαι ο θύτης. Θωρώ την να κλαίει εξαιτίας μου. Έκαμα την τζι επόνησεν μες τη φαντασία μου. Έπιαν με ταχυπαλμία πάλε. 

«Μάμμα, μάμμα μάμμα». 

Τραβά μου το φουστάνι μου. Ανάσα. Τίποτε που τούτα εν εσυνέβηκε (ακόμα). Εξακολουθώ να είμαι καλή μάμμα. Γονατίζω για να τη θωρώ μες τα μάθκια. Εθκιάβασα ότι πρέπει να κατεβαίνεις στο ύψος τους για να έσιει αποτέλεσμα τούτο που θέλεις να τους πεις. 

«Αγαπούλα μου!». 

Δείχνει μου κάτι πράσινες φράουλες που κρατά στο σιέρι. Ρε θκιάολε πάλε έκοψεν τες πριν την ώραν τους τζαι εν την επρόλαβα. Ανάσα. 

«Αγαπούλα μου, εν είπαμεν πως οι φράουλες πρέπει να είναι κόκκινες για να τες κόψουμεν;»  

Θωρεί με που κάτω που κάτω τζαι κρυφογελά. Με το ελεύθερον της σιέριν τραβά τζαι κόφκει αλλο μιάν που το μποστάνι μας.

«Φούλες!», λαλει μου τζαι δέιχνει μου τες ούλλον περηφάνια. 

Ρε δαίμονα, σηκώνει μου τζαι το φρύδιν της όπως το σηκώνω εγώ; Τι κάμνω λάθος, γαμώ το κέρατον μου; Ανάσα.

«Μα αγάπη μου…». 

Ξεφυσώ. Εν μωρόν, άειστην. Έντα εκάμναμεν τζι εμείς;

«Μάμμα! Μάμμα! Μάμμα! Μάάάάάάάάμμα».

Ανάσα. 

«Ναι αγαπούλα μου, σε ακούω, είμαι εδώ. Πώς μπορώ να σε εξυπηρετήσω;» 

«Τόόόσον πολύ, μάμμα». 

«Τόσον πολύ, τι μωρό μου;» 

Σκέφτουμαι άμπα τζαι προσπαθεί να μου πει ότι έφαεν τζαι τον καράολο τζαι άρεσεν της τόσον πολύ. Κάμνω εικόνα τα επόμενα βήματα. Ανοίω της το στόμα της να δω αν έσιει υπολείμματα μέσα, γυρίζω την ανάποδα τζαι φακκώ της πέρκει τον ιφτύσει, μπήω την όπως-όπως μες το αυτοκίνητο τζαι παίρνω την πρώτες βοήθειες για πλύση στομάχου. Έτην, θωρώ την πας το κρεβάτι του νοσοκομείου χλωμή, ανήμπορη, να μου ψυθυρίζει καχεκτικά «μάμμα, μανούλα μου». Κάμνω την παράλληλην εικόνα μες την φαντασία μου να το φωνάζει δυνατά, με πυγμή, όπως κάμνει στην πραγματικότητα. Γεμώννουν τα μάθκια μου. Μέσα που τες σταγόνες που μαζεύκουνται θωρώ την που στέκεται τζιαμέ μπροστά μου. Είμαι γονατισμένη κόμα. 

«Απώ σε τόόόσον πολύ, μάμμα!»

Λαλεί μου, τζαι αγκαλιάζει με. Το σκατό.