Μάνα ή μη, η οκκά εν τετρακόshια

(Υπενθύμιση στον εαυτό μου)

Πάνε μέρες να γράψω. Ψάχνω θέματα, ιστορίες που να μην σχετίζονται με τη μητρότητα αλλά δεν βρίσκω κανένα. Είναι σαν ο ρόλος αυτός να έχει επισκιάσει κάθε πτυχή της ζωής μου πια. Προσπαθώ, από τότε που έγινα μάνα, να βρω τον εαυτό μου, αλλά μάταια. Τον παλιό μου εαυτό, τον χαλαρό, τον γεμάτο ενσυνείδηση και συνειδητότητα, χιούμορ, εύστοχες συμβουλές για τις φίλες μου, όρεξη για περιπέτεια και ατέλειωτες βόλτες, ώρα για διαλογισμό, διάβασμα και γράψιμο. Ψάχνω να μου συμβούν παθήματα που σχετίζονται με τον έξω κόσμο, με ένα ευρύτερο σύμπαν και μια πανανθρώπινη οικογένεια. Παθήματα που θα με οδηγήσουν σε σκέψεις για τη ζωή, για τις ενέργειες, για τον τρόπο που αλληλοσυνδέονται όλα, μαζί κι εγώ, και θα με ωθήσουν στο γράψιμο. 

Αντί αυτού, οι σκέψεις μου περιορίζονται στα καθημερινά. Στο φαγητό που θα μαγειρέψω, στις ανάγκες του σπιτιού, της δουλειάς, σε όλες τις λογιστικές λεπτομέρειες που κάνουν τη ζωή μου πεζή. Προσπαθώ να μιλήσω με τη φίλη που κάθεται απέναντί μου και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι η κόρη μου μού αδειάζει την τσάντα κάνοντας και την τελευταία τσαλακωμένη απόδειξη που είναι ριγμένη μέσα παιχνίδι της, κι ότι σύντομα θα πεινάσει και δεν έχω προνοήσει για φαγητό, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να φύγω πιο νωρίς από τον καφέ μας κι ότι στο αυτοκίνητο θα πρέπει να κάνω damage control μέχρι να βρω λύση στο πρόβλημα. 

Πού πήγαν οι βαθιές, ουσιαστικές κουβέντες (ειδικά εκείνες του μεταμεσονυκτίου, οι αλκοολικές), που σε έφερναν ένα βήμα πιο κοντά στον άλλον και προέκυπταν έτσι αβίαστα, απλά επειδή κανόνισες να βρεθείς μαζί του σε ένα μπαρ και τα υπόλοιπα απλά ήρθαν από μόνα τους; Όταν γίνεσαι μάνα μένουν μόνο τα πεζά;

Μου έχει λείψει να βλέπω παντού γύρω μου ιστορίες έτοιμες να γραφτούν. Το ζευγάρι στο πισινό αυτοκίνητο, ένα φαινομενικά πρώτο ραντεβού στο διπλανό παγκάκι, μια μοναχική ύπαρξη στην άκρη του μπαρ που πίνει κοιτάζοντας το κενό. Ιστορίες που με προσκαλούν  να μπω μέσα τους σαν σκηνοθέτιδα, σαν συγγραφέας, σαν μια μικρή θεά που φτιάχνει κόσμους τέλειους μέσα στην ατελή φύση των πραγμάτων. Τώρα το μόνο που κοιτάζω είναι την αντανάκλασή της από το καθρευτάκι σαν οδηγάω, ελπίζοντας ότι θα έχει έχει κοιμηθεί, για να μπορέσω να ακούσω τις σκέψεις μου. Τις πεζές, λογιστικές σκέψεις μου. 

Νιώθω σαν να έχω ξαφνικά συσσωρεύσει χρέος απέναντι στις φίλες μου. Χρύστα, χρωστάμε η μια στην άλλη μια μπύρα και αμέτρητες ιστορίες μεταφυσικού περιεχομένου. Απ’ εκείνες που δεν θα καταλάβαινε κανείς άλλος αν μας άκουγε. Στέφανη, σου χρωστώ μια αλητεία στην παλιά πόλη απ΄εκείνες που κάναμε παλιά, να μου βγάζεις τα σώψυχά σου κι εγώ να σε ακούω με την προσοχή μου αμέριστη και χωρίς να κάνω “τυχαίες” αναφορές στην κόρη μου. Κατερίνα, σου χρωστώ μια εις βάθος πολιτική ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων παρακολουθώντας στα διαλείμματα sex and the city με ποπ κορν και κρασί. Έλενα, Nίκη, σας χρωστώ ατέλειωτα χαλαρά απογεύματα στο Χαράτσι με κακόγουστα αστεία και μεταξύ μας πειράγματα. 

Δεν είναι η μητρότητα μόνο ποιηματάκια, τραγουδάκια κι όμορφες στιγμές με τα παιδιά σου. Μητρότητα, υποθέτω, είναι να χάνεις και να βρίσκεις τον εαυτό σου κάθε αναθεματισμένη στιγμή για το υπόλοιπο της ζωής σου. Είναι να προσπαθείς να βρεις τις ισορροπίες σου ενώ οι λογιστικές ανάγκες τρέχουν και οι ρυθμοί της ζωής σου έχουν επιταχυνθεί απότομα. Σαν να ξανακάθεσαι εξετάσεις για άδεια αυτοκινήτου, μόνο που αυτή τη φορά οδηγείς νταλίκα, είναι γεμάτη κρύσταλλα βοημίας και ο εξεταστής σε βγάζει για 3 point σε κάποιον δρόμο της Ινδίας, όπου οι κόρνες βουίζουν αδιάκοπα στ’ αυτιά σου και καλείσαι να τα βγάλεις πέρα σε ένα οδικό δίκτυο όπου κανείς δεν υπακούει σε ένα προ-συμφωνημένο σύστημα κανόνων κυκλοφορίας. 

Μητέρα ή μη, όμως, το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι το ίδιο: να καταφέρεις να γίνεις δεξιοτέχνης ή έστω απλά ικανή χειρίστρια του εσωτερικού σου κόσμου, απ’ όπου πηγάζει η ευτυχία σου, ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών. Το ότι δεν θα γίνεται πάντοτε κατορθωτό είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι.  

Μια κάποια Μαίρη, ούτε καν η Παναγιωταρά

Κοιμάται στην άκρη του κρεβατιού για να αφήνει χώρο στην κόρη της, που θέλει να τη νιώθει δίπλα της για να κοιμηθεί. Είναι γυρισμένη πάντα στα δεξιά, για να έχει τη μούρη της κολλημένη στη μούρη τη δική της. Θέλει να τη μυρίζεται για να κοιμηθεί. Όποτε ασυναίσθητα γυρίζει από την άλλη πλευρά, της το θυμίζει τραβώντας της τα μαλλιά σχεδόν αντανακλαστικά. Κάθε φορά που κινείται την πονά η μέση της κι όταν τελικά καταφέρνει να γυρίσει την ενοχλεί ο πάντοτε μουδιασμένος ώμος της. Είναι όμως σημαντικό να κοιμηθεί το μωρό. Αν χρειαστεί τη θηλάζει ξαπλωμένη στην ίδια πάντα πλευρά, για να ξαπλώνει η κόρη της με ασφάλεια ανάμεσά τους χωρίς τον κίνδυνο να πέσει κάτω. 

Όποτε τη βλέπει να κοντεύει πολύ στον άντρα της, την τραβά απαλά κοντά της. Είναι σημαντικό κι εκείνος να κοιμηθεί γιατί ξυπνάει νωρίς για τη δουλειά του. Προσπαθεί να την έχει υπό έλεγχο χωρίς να προκαλεί το μυαλό της να ξυπνήσει. Πρέπει κι αυτό να κοιμηθεί. Το υπόλοιπο της ημέρας, το ταλαιπωρεί η αγωνία. Η σκέψη ότι δεν πρέπει να ξυπνήσει την ξυπνά για τα καλά και τώρα αγωνιά για το ότι πρέπει κι εκείνη να κοιμηθεί πριν την προλάβει η μέρα. Αναγκάζει το μυαλό της να μετρήσει τους λόγους για τους οποίους είναι ευγνώμων. Συνήθως αυτό τη βοηθά να χαλαρώσει. Η κόρη της, ο άντρας της, ο γιος του, η στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους, η υγεία τους, ο καφές του πρωινού αν και πάνε μήνες να τον πιει σε ησυχία, ο μισθός στο τέλος του μήνα, οι γονείς της, οι αδερφές της, οι διακοπές στη Γαλλία, ο ήλιος της Άνοιξης, τα λουλούδια. Αποκοιμιέται στη μέση κάποιων νοερών δρόμων που μυρίζουν γιασεμί και λεμονανθούς με τα χέρια της μικρής γύρω από το λαιμό της και τη ζεστή της ανάσα να πέφτει ρυθμικά ανάμεσα στα μάτια της. Είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάται πριν ξανακοιμηθεί και το πρώτο μόλις ξυπνήσει. 

Κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά ο άντρας της, την ξυπνά για να τη φιλήσει, να της πει πως την αγαπάει και να της ευχηθεί να πάει καλά η μέρα της. Συνήθως του ανταποδίδει το φιλί κοιμισμένη ακόμα, και συνεχίζει τον ύπνο της με τη θολούρα της απορίας αν του είναι καλή σύντροφος, αν είναι μοιραίο να γίνουν σαν όλα τα άλλα ζευγάρια με μωρά που ξέρουν κι αν όχι, αν κάνει όσα πρέπει προς αποφυγή του.

Προλαβαίνει να μείνει ξαπλωμένη για ακόμα λίγο. Πότε ήταν η τελευταία φορά που έμεινε ξαπλωμένη έτσι χωρίς σκοπό και χωρίς τίποτε να της καταλαμβάνει το νου, ούτε που θυμάται. Προγραμματίζει στο μυαλό της τα επόμενα βήματα της ημέρας. Μόλις ξυπνήσει το μωρό θα πρέπει να το αλλάξει, να το περιορίσει κάπου για να προλάβει να πάει στα γρήγορα τουαλέτα. Ύστερα να της φτιάξει πρωινό, να την ταΐσει, να της τραγουδήσει, να βγουν έξω να μυρίσουν τα κρινάκια τους, να την αφήσει να μπουσουλήσει για να βάλει σε μια τάξη το σπίτι, χωρίς να την αφήνει στιγμή από το βλέμμα της. Να την αφήσει να παίζει με τα ρούχα της όσο θα ντύνεται. Δεν θα έχει χρόνο να σκεφτεί τι να βάλει – θα πρέπει να αφοσιωθεί στα πιο σημαντικά. Θα δει το κοκκινάδι της. Δεν θα το βάλει όσο και να της λείπει γιατί προτιμά να μπορεί να τη φιλάει με καθαρά χείλη. Πριν το καταλάβει θα είναι ώρα για δουλειά. Συναντήσεις, ημέηλς, άγχος, όλα από το σπίτι ενώ το μωρό θα το προσέχει κάποιος άλλος στο διπλανό δωμάτιο κι αυτή θα δουλεύει με την απορία αν είναι καλή επαγγελματίας και ως μητέρα. Θα θυμώνει με τα της δουλειάς και θα σκέφτεται μήπως αντιδρά έτσι επειδή η μητρότητα μετρίασε τις αντοχές της ή απλά επειδή έχει δίκαιο, ενώ θα ακούει την κόρη της πίσω από την πόρτα να γελάει με τα γαργαλίσματα κάποιας υποκατάστατης μάνας.

Ύστερα θα πρέπει να βρει χρόνο να την κοιμίσει γιατί μόνο πάνω της κοιμάται, να συνεχίσει με τη δουλειά, να προλάβει να κάνει ένα διάλειμμα για να την ταΐσει μεσημεριανό όχι γιατί πρέπει αλλά γιατί θα της έχει λείψει και θα νιώθει ότι δεν περνάει αρκετό χρόνο μαζί της. Θα την κάνει μπάνιο με τον άντρα της όταν θα έχει τελειώσει τη δουλειά αλλά ακόμα το μυαλό της θα είναι εκεί γιατί η κούρσα της ημέρας της θα συνεχίζεται με κεκτημένη ταχύτητα, θα τη χαζέψει να πλατσουρίζει και θα τον αφήσει να τη ντύσει μέχρι να προλάβει να πάει να κάνει ένα ντους. 

Θα τρέχει το ζεστό νερό από πάνω της κι αυτή μάταια θα φαντάζεται ότι συμπαρασύρει στο πέρασμά του όλη την ένταση. Θα την ακούει έξω από την πόρτα να της φωνάζει “γεια” και θα αισθάνεται τύψεις που το βρίσκει αξιολάτρευτο μεν αλλά θα προτιμούσε να ήταν μόνη έστω και για τόσο λίγο, όσο διαρκεί ένα ντους. Θα την ταΐζει και θα σκέφτεται ότι θέλει να σταματήσει να τη θηλάζει κι ότι έχει ήδη παραπάει το πράγμα, αλλά όχι σύμφωνα με τη γιατρό της. Την κάνει να αισθάνεται κακή μητέρα, κι ας της εξηγεί ότι της λείπει το σώμα της. Θα υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι πρέπει πάνω απ’ όλα να είναι εκείνη καλά για να μπορεί να είναι καλή μητέρα. Θα κοιμηθεί το μωρό ενόσω τη θηλάζει, θα τη βάλει στο κρεβατάκι της και θα εύχεται να μην ξυπνήσει μέχρι να προλάβει να φάει και να ξεκουραστεί στον καναπέ, να πει δυο κουβέντες με τον άντρα της, να ανασυγκροτήσει το μυαλό της, να πιει ένα ποτήρι κρασί με την αγωνία ότι μπορεί να χρειαστεί να θηλάσει μέσα στη νύχτα και τότε θα νιώθει τύψεις που το ήπιε. Περνάει από το μυαλό της να γράψει λίγο, αλλά δεν έχει τη δύναμη. Κλείνοντας τα μάτια μπροστά σε κάποια σειρά του netflix που δεν θα καταφέρει ποτέ να δει ολοκληρωμένη θα σκέφτεται ότι η μητρότητα δεν μπορεί να είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων για μια γυναίκα αλλά κατόρθωμα, και διερωτάται πώς τα έβγαλε πέρα η μάνα της με τρία και χωρίς καμιά βοήθεια. Ξαφνικά την καταλαβαίνει όσο ποτέ.  

Κι όταν θα έχει πια κοιμηθεί για τα καλά, θα συνεχίσει να έχει στο πίσω μέρος του μισοκοιμισμένου της μυαλού την έγνοια της. Θα ξυπνά όταν εκείνη καθυστερεί να αναζητήσει την παρηγοριά της, θα την ψάχνει μέσα στο σκοτάδι για να σιγουρευτεί πως είναι καλά και θα σκέφτεται πόσο αναπόσπαστο κομμάτι τής είναι και πόσο αδιανόητα πολύ την αγαπά.

Αξίζει; Όσο τίποτε άλλο στον κόσμο.

Σάββατο βράδυ, πανδημία

Στον δρόμο για το σπίτι πήρα το στρίψιμο αριστερά από την πλατεία των λεωφορείων και πέρασα από μέσα της. Άδειοι δρόμοι, μισοκατεβασμένα στόρια, σκόρπιες φιγούρες εδώ κι εκεί, σαν σκιές που τις βολοδέρνει ο αέρας του χειμώνα. Ένα σφίξιμο στο στομάχι – πώς ήμασταν πριν, ούτε καν θυμάμαι. Στο στρίψιμο της παλιάς αγοράς θυμήθηκα ότι είναι Σάββατο βράδυ. 

Όχι πως έχουν νόημα κι οι μέρες πια. Κάποτε όμως είχε σημασία. Κάποτε έβαζα το κοκκινάδι, το ρουζ, το δερμάτινο, τα γνωστά άνετα παπούτσια και σεργιανούσα. Μαζί του ή μόνη, με φίλους ή χωρίς. Ανάμεσα σε άσχετο κόσμο, σε πρώην, νυν και μέλλοντες, φίλους, έρωτες και γνωστούς. Παγωνιά my ass. Τα νιάτα πάντοτε νικούσαν το κρύο, προτού τα φυλακίσει ένας ιος. Από το μπαρ σε κάποιο σπίτι ή σε κάποια “νέα διάσταση”, από ποτό σε ποτό κι από ιστορία σε ιστορία. Από το γνωστό στουλ στη γωνία με την Αλίκη να κοιτάζει από απέναντι, μέχρι το κρύο παγκάκι ενός πεζόδρομου, κάτω από μια λεμονιά, ξημερώματα. Ποιος νοιαζόταν για τις ώρες τότε και τους αριθμούς!

Ένα, για τις γυναικοπαρέες σε κάποιο σπίτι βλέποντας σειρές με κρασί και ποπ κορν, σύνολο ωρών πέντε, δεν εγκρίνεται.

Δύο, για τις μεταμεσονύχτιες συναντήσεις ανάγκης σε κάποιον άσπρο δερμάτινο καναπέ, σύνολο ωρών ; – δεν εγκρίνεται.

Τρία, για τα πρώτα ραντεβού που δεν είχαν ποτέ τους δεύτερο, σύνολο ωρών τρεις, δεν εγκρίνεται.

Τέσσερα για τα χαλαρά απογεύματα στο Χαράτσι, σύνολο ωρών τρεις, δεν εγκρίνεται.

Πέντε, για τα ραντεβού που σχεδιάζουμε ανέμελοι δυο-δυο σε κάποιον καναπέ, σύνολο ωρών άπειρες, δεν εγκρίνεται.

Έξι, για το σινεμά της Κυριακής σε κάποιον ξεχασμένο υπόγειο κινηματογράφο, σύνολο ωρών δυο, δεν εγκρίνεται.

Εφτά, για τα πάρτι με τις σούβλες και τα ανέμελα γέλια των παιδιών μας, σύνολο ωρών πέντε, δεν εγκρίνεται.

Οκτώ, για τις ανούσιες επισκέψεις σε σπίτια γνωστών γιατί έτσι πρέπει, σύνολο ωρών δυο, δεν εγκρίνεται.

Ποιον αριθμό πατάω για επιστροφή στο παρελθόν;

Κι οι αγκαλιές… Οι αγκαλιές του Σαββάτου οι αναπόφευκτες, οι εξ’ ανάγκης, οι παρηγοριάς, οι αγκαλιές οι παρατεταμένες μέχρι το πρωί ή μέχρι να περάσει το κλάμα. Είναι κλισέ τώρα να λέμε πόσο μας έχουν λείψει; Η ευθύνη για τη νοσταλγία σε ποιον πέφτει; 

Είμαι οι ιστορίες μου

Μεγάλες ιστορίες δεν μπορώ να γράψω, γιατί δεν τα πάω καλά με την πλοκή. Μου αρέσουν άλλωστε οι μικρές ιστορίες, που αφήνουν τη φαντασία να τις συνεχίσει νοερά και δεν βαραίνουν τον νου. Μαζεύω σκόρπιες ιστορίες στα σημειωματάριά μου, πάντοτε με ημερομηνία αλλά ποτέ συμμαζεμένα και ταξινομημένα. Γράφω σε πολλά σημειωματάρια ταυτόχρονα, τα αφήνω μισο-γεμάτα και παίρνω άλλα, ή έχω ένα στο σπίτι κι ένα πάντα στην τσάντα μου, για έκτακτες περιπτώσεις, οπότε οι ιστορίες μου διαμοιράζονται σ’ αυτά και σε τόσα άλλα ξεχασμένα, κρυμμένα, παραμελημένα. Κι άλλες ιστορίες μου είναι στον υπολογιστή ή καλύτερα στους υπολογιστές, εδώ κι εκεί, σκόρπιες, όπως και οι σκέψεις μου. Με κατατρέχει η ανασφάλεια, δεν ξέρω αν γράφω καλά ή όσο καλά φαντάζομαι. 

Προσπαθώ να τις γράφω σαν μικρά, «κακά μυθιστορήματα», όπως λέει και η Ιζαμπέλ Αλλιέντε στους φοιτητές της, που ψάχνουν το κουράγιο να γράψουν υπό το βάρος της αυθεντίας των δικών τους αγαπημένων συγγραφέων. Κάποτε μου βγαίνουν, κάποτε όχι.

Θέλω να γράφω ιστορίες για να τις βγάζω από μέσα μου, για να εξιλεώνομαι, για να δημιουργώ, γράφοντάς τες, άλλους κόσμους και ιδανικές ή μη καταστάσεις που με κάνουν να ταξιδεύω όταν οι συνθήκες δεν μου το επιτρέπουν. Θέλω να γράφω για την ευχαρίστηση που μου δίνει το γράψιμο, χωρίς να λαμβάνω υπόψη στην εξίσωση το αναμενόμενο ή επιθυμητό αποτέλεσμα. θέλω να γράφω για να τις διαβάσει κάποτε η κόρη μου, ελπίζοντας ότι θα με γνωρίζει μέχρι τότε τόσο καλά, που δεν θα με παρεξηγήσει μέσα απ’ αυτές. Ότι θα με ξέρει τόσο βαθιά, που δεν θα ξαφνιάζεται με καμία, καθώς θα αναμένει από ‘μένα κάθε πιθανή ιστορία που μπορεί να βάλει ο νους της. Ελπίζω κάποτε να τις διαβάσει και να την εμπνεύσουν να ταξιδέψει, να εξερευνήσει τη ζωή χωρίς ταμπού, να αποδεχτεί τον εαυτό της χωρίς επιβεβλημένα σχήματα και προσχήματα και, ίσως, να γράψει κι εκείνη με τη σειρά της τις δικές της ιστορίες. 

Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.

Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.