Ιστορίες του περιθωρίου, με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Μικρές, κακές ιστορίες, που – αυστηρά μιλώντας – δεν προορίζονται για γράψιμο, και, σίγουρα, δεν γράφονται με την προσδοκία να αρέσουν.
Συντάκτης: Χαρά Ζυμαρά
Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.
Δεν γινόταν, σκεφτόμουν, να μην είχε πλήρη αντίληψη του ότι αυτό που της συνέβαινε δεν ήταν σωστό και παρόλ’ αυτά να μην αντιδρούσε καθόλου. Το αφελές μου μυαλό αδυνατούσε να πιστέψει ότι η θεία Άννα δεν είχε ίσο μερίδιο ευθύνης με τον θείο σε αυτή την αρρωστημένη πραγματικότητα.
Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι είχε αντίληψη αλλά δεν αντιδρούσε επειδή, για παράδειγμα, δεν είχε αντιληφθεί την έμφυτη δύναμή της ν’ αλλάξει την κατάσταση, διερωτώμουν: δεν θα έμπαινε στη μέση κάποιος άλλος ενήλικας για να διευθετήσει το ζήτημα και να επαναφέρει την τάξη;
Ούτε καν ο αδερφός της, ο ίδιος μου ο πατέρας; Ο άνθρωπος που ξέρει τι είναι καλό για μένα ακόμα κι όταν εγώ αδυνατώ να το δω, δεν ήταν ικανός να δει – και να επιβάλει αφού χρειαζόταν – το καλό της μικρής αδερφής του;
Όταν έμαθα τα νέα για τη θεία είχα μόλις κλείσει τα είκοσι-τρία, είχα ήδη κάνει τις αιτήσεις μου για διδακτορικό στη συγκριτική Λογοτεχνία στα καλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης κι ετοίμαζα βαλίτσες για καλοκαιρινές διακοπές πίσω στο νησί, μέχρι να ξεκινούσε το επόμενο κεφάλαιο της ζωής μου.
Μέχρι εκείνο το τηλεφώνημα, ζούσα τη ζωή που πίστευα ότι μου έμελλε. Που οργανικά στρωνόταν μπροστά μου. Κι ήμουν σίγουρη ότι όποια κατάληξη και να είχε, αφού ο πατέρας μου ήταν μέρος της εξίσωσης, θα ήταν για το καλό μου.
Η θεία Άννα, όμως, σαν άλλη καμικάζι, ανατίναξε μια και καλή τα θεμέλια της στρεβλής μου κοσμοθεωρίας.
Άλλαξα τα εισιτήρια και επέστρεψα στο νησί τρεις μέρες νωρίτερα, για να πάω στην κηδεία της. Κι ενώ έβλεπα τον άντρα της, τον πατέρα μου κι όλους τους συγγενείς να την πενθούν σαν να είχε πράγματι πεθάνει από καρδιά, εγώ δεν μπορούσα παρά να απορώ:
Τι σήμαινε για τη ζωή μου – αυτήν που έζησα κι αυτή που θα ζούσα – εάν η σοφία του πατέρα μου, εκείνη, που υποτίθεται πως πάντα μ’ έβγαζε στο σωστό δρόμο, δεν ήταν τίποτε άλλο από την υπέρτατη προσωποποίηση των κομφορμιστικών πιέσεων που επιστρατεύει η συλλογικότητα για να βεβαιωθεί ότι δεν θα της πάω κόντρα;
Αντ’ αυτού, το μόνο που μου απάντησε ήταν ένα μακρόσυρτο και προσποιητά γλυκό «Αχ αγάπη μου…», που βρήκα εντελώς αντιπαθητικό.
Είχε γυρίσει προς το μέρος μου και με κοίταζε απευθείας στα μάτια, ενώ μου χάιδευε το μάγουλο με τον αντίχειρά της. Με κοίταζε με το κεφάλι γυρτό στο πλάι και δεν καταλάβαινα γιατί, αλλά έμοιαζε να λυπάται εκείνη εμένα, για τη συμβουλή που μόλις της είχα δώσει.
Σκέφτηκα ότι, εντάξει, δεν έχουν όλοι την ίδια τύχη να σκέφτονται όπως εμένα, μάλλον δεν κατάλαβε ακριβώς τι ήθελα να της μεταφέρω, ίσως δεν είναι έτοιμη ακόμα να κάνει το βήμα, και, ενοχλημένη καθώς ένιωσα, δεν ασχολήθηκα ξανά με το θέμα.
Έτσι είναι μοιραίο να γίνεται στην περίπτωση της θείας Άννας, σκεφτόμουν κάθε φορά που την έβλεπα τη μια να μαζεύει τα κομμάτια της τα βράδια στον ξενώνα μας, και την άλλη μπροστά σε κόσμο να το παίζει εύθυμη κυρία όλο θεατρινισμούς, τραγούδια και χάχανα.
Από τη στιγμή που κανένας άλλος ενήλικας στη ζωή μου δεν το βρίσκει ανησυχητικό, μάλλον κάτι πάει στραβά μ’ εμένα, κατέληξα να σκέφτομαι, και πίεσα τον εαυτό μου να αποδεχθεί την αέναη νίκη της συλλογικότητας επί των επί μέρους μερών της.
Αλλά τώρα ήταν νεκρή.
Γιατί; Γιατί έγινε ξαφνικά εκείνη ο θύτης του μεγαλύτερου εγκλήματος εναντίον της; Ήμουν σίγουρη ότι κάτι την κρατούσε ακόμα εκεί, ως την τελευταία στιγμή. Ίσως να ήταν ακόμα τρελά ερωτευμένη με τον άντρα της, και να είχε παγιδευτεί σε μια σχέση πάθους-μίσους. Να είχε αποφασίσει να παραμείνει δίπλα του επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν παρά το ότι, για παράδειγμα, τη ζήλευε θανάσιμα. Και προτιμούσε τους άγριους καβγάδες τους, που ενίοτε κατέληγαν σε ξύλο, επειδή η άλλη επιλογή ήταν ο θάνατος μακριά του από τη λύπη της.
Ή ίσως να του είχε κάνει στο παρελθόν κάτι πολύ κακό, και, θέλοντας να αυτοτιμωρηθεί, καταδίκασε τον εαυτό της σε αυτή τη δυστυχία. Γιατί δεν παραπονιόταν, αυτό το ήξερα καλά. Δεν την άκουσα ποτέ να λέει στη μητέρα ή στον πατέρα μου Για δέστε τι μου κάνει ο άνανδρος, σώστε με πριν κάνω καμιά τρέλα.
Ίσως, πάλι, απλώς να μην ήταν και πολύ στα καλά της, σκεφτόμουν. Μπορεί να ήταν λίγο τρελή – πώς την έλεγε ο πατέρας μου; να, υστερική. Αυτό ήταν η πιο απλή εξήγηση απ’ όλες. Η θεία μου ήταν άρρωστη ψυχικά και ο καημένος ο θείος την παντρεύτηκε από λύπηση ή το ανακάλυψε λίγο μετά τον γάμο, κι αναγκαζόταν να τη βάζει στη θέση της όταν το πράγμα ξέφευγε, για να μην την αφήσει να κάνει καμιά τρέλα. Και να που έκανε, σε μια στιγμή που δεν κατάφερε να τη συγκρατήσει – πόσο τραγική φιγούρα ο θείος!
Εκ των υστέρων, αντιλαμβάνομαι ότι η παρουσία της θείας Άννας στη ζωή μου ήταν καταλυτική στη διαμόρφωση εκείνης της αντίληψής μου περί ενός αυστηρού και δεσμευτικού πλαισίου κοινωνικής ύπαρξης.
Κατεβάζοντας το ακουστικό, θυμήθηκα εκείνη τη μέρα, που την έπιασα να κλαίει στο δωμάτιο του μπάνιου μας, μέσα στη νύχτα. Πρέπει να ήμουν δεκατριών και, αν και δεν καταλάβαινα γιατί ακριβώς, ήξερα ότι ήταν δυστυχισμένη, παρά τα τρανταχτά της γέλια, που επιστράτευε μάλλον για αντιπερισπασμό κάθε φορά που ήμουν παρούσα.
Άνοιξα δειλά την πόρτα του μπάνιου και πήγα και στάθηκα δίπλα της. Δεν προσπάθησε καν να κρύψει τη δυστυχία της, αλλά δεν άφησα το πρωτόγνωρο αυτό γεγονός να με αποπροσανατολίσει. Ήταν σκυμμένη στο νιπτήρα και έβαζε πάγο πάνω στα χείλη της. Η μεταλλική μυρωδιά του αίματος, που έσταζε αργά πάνω στο γαλάζιο μάρμαρο του νεροχύτη δεν με τάραξε, μπροστά στο καθήκον που ένιωσα ότι είχα χρέος να επιτελέσω εκείνη τη στιγμή.
Όπως και με τη μητέρα μου, τα βράδια που την έπιανα να κλαίει επειδή έλειπε μέχρι αργά ο πατέρας μου, ένιωθα ότι έπεφτε πάνω μου η ευθύνη να λειτουργήσω ως πυροσβέστρια. Εξάλλου, ήξερα πολύ καλά πως είχα αυτή την ιδιότητα, για την οποία συχνά έκαναν λόγο οι ενήλικες γύρω μου, να συμπεριφέρομαι πιο ώριμα από την ηλικία μου. Επομένως, είχα την πεποίθηση ότι μπορούσα να τους καταλάβω – και να τους συμβουλέψω ακόμα – στέκοντας επάξια απέναντί τους σαν φίλη, μητέρα, ψυχολόγος.
Ακούμπησα το χέρι μου χαμηλά στην πλάτη της και έψαξα με το βλέμμα μου το δικό της, μέσα από τον καθρέφτη. Τη χτύπησα ελαφριά δυο-τρεις φορές στην πλάτη και με το άλλο χέρι χάιδευα το δικό της. Είχα σκεφτεί ακριβώς τι θα της έλεγα πριν αποφασίσω να ανοίξω την πόρτα του μπάνιου, και το είχα προβάρει πολλές φορές μέσα στο μυαλό μου, για να βεβαιωθώ ότι το τικ δεν θα υπέθαλπε τη σοβαρότητα που ήθελα να εκπέμψω.
«Θεία μου» -παύση- «όταν κάτι μας κάνει δυστυχισμένους, μπορούμε απλά να το αλλάξουμε», της είπα.
Ήθελα η φωνή μου να έχει παρόμοιες διακυμάνσεις με του πατέρα μου, όταν θεωρούσα ότι έλεγε κάτι σπουδαίο. Ένιωσα περήφανη που κατάφερα να ελέγξω το τικ μου και που στεκόμουν εκεί σαν ενήλικας, τη στιγμή που οι υπόλοιποι ενήλικες του σπιτιού κοιμούνταν χωρίς να έχουν -νόμιζα – πλήρη εικόνα του τι γινόταν κάτω από τη στέγη τους εκείνη τη δεδομένη στιγμή.
Σκεφτόμουν πως αν με άκουγε ο πατέρας μου σίγουρα θα επαινούσε τον τρόπο που δεν άφησα την όψη του αίματος να με καταβάλει. Ίσως να μου εισηγούνταν αργότερα κάποια πιο βαθυστόχαστη συμβουλή που θα μπορούσα να είχα επιστρατεύσει – σίγουρα εκείνος θα σκεφτόταν κάτι καλύτερο, έλεγα μέσα μου – , αλλά θα ένιωθε περήφανος που είπα το σωστό πράγμα τη σωστή στιγμή.
Εκτός κι αν δεν θα του άρεσε το ότι ήμουν ξύπνια τέτοια ώρα και έχωνα τη μούρη μου σε «ξένες υποθέσεις». Μου το έλεγε συχνά αυτό, όπως όταν ρωτούσα να μάθω γιατί δεν έκανε ποτέ η θεία Άννα παιδιά, αν και τον είχα ακούσει πολλές φορές, για παράδειγμα, να σχολιάζει τις ζωές των συναδέλφων του στη δουλειά.
Εν τέλει δεν ήμουν σίγουρη πώς θα το έπαιρνε. Άργησα πολύ να αποκωδικοποιήσω τον ακριβή κανόνα βάσει του οποίου κρίνει πότε είναι σωστό να με επαινέσει και πότε να με επικρίνει για τη συμπεριφορά μου.
Παρόλ’ αυτά ήμουνα σίγουρη ότι αυτή και μόνο η συμβουλή μου, άκρως μελετημένη με βάση όλα τα δεδομένα που είχα ενώπιόν μου, θα ήταν ικανή να δώσει στη θεία μου το σπρώξιμο που χρειαζόταν για να αλλάξει ό,τι ήταν εκείνο που την έκανε δυστυχισμένη.
Πόσο περίπλοκο μπορεί να ήταν; Σε όλα τα βιβλία που είχα διαβάσει, ήταν αρκετή μία ατάκα ή ένα τυχαίο, θεωρητικά αμελητέο συμβάν, για να κάνει την ηρωίδα της ιστορίας να πάρει απόφαση ν’ αλλάξει τη ζωή της.
Τη φανταζόμουν να χτυπά το κουδούνι μας κάποιες ημέρες μετά, να φαίνεται ανανεωμένη και δέκα χρόνια νεότερη, να φοράει μακιγιάζ όπως μόνο στις φωτογραφίες του γάμου της την είδα να φοράει, να κρατά στο χέρι ένα μπουκέτο τουλίπες, που θα είχε συγκρατήσει κάποτε ότι είναι οι αγαπημένες μου, και να λέει στους γονείς μου:
Δεν ήρθα εδώ για να δω εσάς, ούτε για να σας ζητήσω καταφύγιο από τη μιζέρια μου. Ήρθα να ευχαριστήσω την κόρη σας, ετούτον εδώ τον θησαυρό, που με έκανε να καταλάβω ότι μπορώ να πάρω τη ζωή στα χέρια μου και να την αλλάξω προς το καλύτερο. Πρέπει να είστε περήφανοι για τη Φοίβη, και να παραδειγματίζεστε από αυτήν.
Τη μέρα που έφτασα πίσω στο νησί για να ζήσω πια μόνιμα, ήμουν πιο πολύ ενθουσιασμένη για το φρέσκο λουβί που θα έτρωγα στο μαγειριό του παππού Φίλιππου μετά από πολλούς μήνες, παρά για το τι θα μου επιφύλασσε το μέλλον μου. Η άγνοια κινδύνου, κρυφάκουσα μια μέρα να λέει ο πατέρας στη μητέρα μου, ήταν εκείνο το χαρακτηριστικό μου, που τον έκανε να είναι σίγουρος για το ότι μοιάζω περισσότερο σ’ εκείνην παρά στον ίδιο.
Αυτή η άγνοια κινδύνου, που τόσο τον εκνεύριζε πάνω μου, δεν υπήρξε, όμως, ποτέ καθοριστική στη ζωή μου. Μεγαλώνοντας είχα σωσίβιο τη σοφία και τη λογική του πατέρα μου, που, σε κάθε δίλημμα ή περιπέτεια, με έβγαζαν πάντα στο σωστό δρόμο. Μέχρι που άρχισα να αμφιβάλλω για τη σοφία αυτή, και για τους όρους υπό τους οποίους ήταν πρόθυμος να επιστρατεύσει τη λογική του για να με προστατεύσει.
Όλα άρχισαν όταν αποφάσισα πως δεν ήθελα να κάνω διδακτορικό. Το πήρα απόφαση όταν ακόμα ήμουν στο Λονδίνο, ότι με ενδιέφερε περισσότερο να γράψω λογοτεχνία παρά να παράξω κάποιο επίπονο ερευνητικό έργο, που θα σηματοδοτούσε, όπως και στην περίπτωση του πατέρα μου, την ένταξή μου στην Ακαδημία. Αφορμή στάθηκε ένα τηλεφώνημα της μητέρας μου από τη Λευκωσία:
«Αγάπη μου, πώς είσαι; Φοβάμαι ότι έχω δυσάρεστα νέα να μοιραστώ. Η Θεία σου. Η αδερφή του πατέρα σου, η Άννα μας. Δυστυχώς δεν άντεξε…»
«Τον, τον, τον… Τον άφησε επιτέλους;», ρώτησα σχεδόν με ενθουσιασμό. Εξαιτίας της ελαφριάς ταχυπαλμίας που ένιωσα, το τικ μου έκανε αισθητή την παρουσία του στα λόγια μου. Είχα όμως μάθει να το αγνοώ και να μην αφήνω την ουσία της συζήτησης να υποσκάπτεται από την ανασφάλεια που μου προκαλούσε. Η ουσία της συζήτησης, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ότι είχε άξαφνα προκύψει μία εξόφθαλμη εξαίρεση σε έναν απαράβατο, μέχρι τότε, κανόνα της καθημερινότητάς μου.
Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, στη ζωή μου δεν γινόταν ποτέ τίποτα εκτός ενός προκαθορισμένου πλάνου. Ενός απαράβατου, αν θέλετε, κοινωνικού συμβολαίου, που προνοεί ότι όλα τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να ζουν και να πράττουν αναλόγως και αυστηρώς εντός του συμφωνημένου αυτού πλαισίου. Αυτή η συνθήκη, που ουδέποτε μου είχε λάχει μέχρι τη μόνιμη επιστροφή μου στο νησί να αμφισβητήσω, είχε ως αποτέλεσμα να φαντάζουν στα μάτια μου όλα προβλέψιμα και κάπως προτετελεσμένα.
Για παράδειγμα, στη βάση αυτού του κοινωνικού συμβολαίου, μου ήταν ξεκάθαρο από πολύ μικρή ότι θα τελείωνα με άριστα το σχολείο και θα σπούδαζα λογοτεχνία. Στη συνέχεια θα έκανα μεταπτυχιακό πάνω σε ένα παρακλάδι της λογοτεχνίας που θα με βοηθούσε να κάνω διδακτορικό σε έναν τομέα που δεν θα ήταν κορεσμένος από ερευνητική άποψη. Θα τελείωνα το διδακτορικό και θα γινόμουν καθηγήτρια πανεπιστημίου. Στο ενδιάμεσο θα παντρευόμουν και θα έκανα παιδιά. Τα μόνα που δεν ήταν προκαθορισμένα στο σενάριο αυτό ήταν οι γεωγραφικές συντεταγμένες όπου θα συνέβαιναν όλα και ο άνδρας που θα έπαιρνα για σύζυγο. Και για τα δύο, όμως, είμαι σίγουρη ότι θα επιστρατευόταν την κατάλληλη στιγμή η αυθεντία του πατέρα μου, προς αποφυγή παραβίασης κάποιας πρόνοιας του άγραφου συμβολαίου, που πιθανώς να μου έχει ξεφύγει.
«Μας άφησε, αγάπη μου», μου ξεκαθάρισε η μητέρα μου και ξέσπασε σε λυγμούς.
Μας, μας, μας, μας… άφησε, σκεφτόμουν, μας, μας άφησε. Δεν έφυγε, δεν μας την πήραν. Μμμμ, μας άφησε. Σαν άλλη Μποβαρύ, μόνο που δεν είχε ζήσει τα πλούτη και την πολυτέλεια στα χέρια του άνδρα της. Μόνο κάτι μώλωπες θυμάμαι να έκρυβε κάτω από εκείνα τα τεράστια μαύρα γυαλιά της, όποτε ερχόταν να μείνει μαζί μας γιατί «ο Αντρέας έπρεπε να δουλέψει σε απόλυτη ησυχία μέχρι το πρωί». Κανείς δεν πίστευε αυτές τις δικαιολογίες, αλλά κανείς δεν θυμάμαι να τις αντέκρουσε κιόλας.
«Στον κόσμο θα λέμε ότι πέθανε από καρδιά, αγάπη μου, εντάξει;», μου ψιθύρισε. «Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι οι κακές γλώσσες. Κι ο πατέρας σου, ξέρεις… Επηρεάζεται πολύ από δαύτες», πρόσθεσε χαμηλόφωνα ανάμεσα στους λυγμούς της.
Ω, ναι, σκέφτηκα. Αυτό είναι αλήθεια. Ο πατέρας μου επηρεάζεται πράγματι πολύ από τις γλώσσες. Όχι μόνο τις κακές, μαμά, ένιωσα μια ανεξήγητη ανάγκη να της απαντήσω, αλλά ήξερα ότι δεν ήταν σωστό να το πράξω.