Brandy Sour με τον Ανδρέα Ριρή

Μια καθόλου κυνική κουβέντα με έναν οπαδόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς (τζ̆αι της Ανόρθωσης), που αυτοπροσδιορίζεται ως «πεζόν παιδίν»

Η διευθέτηση της συνέντευξης με τον Αντρέαν έγινεν με μιαν προϋπόθεσην που πλευράς του. «Μόνη παράκληση να μεν μου αρκέψεις για μυρωθκιές τζ̆αι χρώματα. Είμαι πεζόν παιδίν.», έστειλεν μου στο messenger την περασμένην Παρασκευήν. «Άτομον του αναρχοαριστερού χώρου τζ̆αι να μέν εν’ διατεθειμένον να φκει έξω που όρια», έγραψα του για να τον πειράξω. 

Καταφτάννω στο Χαράτσι λλίον μετά τες έξι το απόγευμαν τζ̆αι εν ήδη τζ̆ειαμαί με την σύντροφον τζ̆αι τες θκυό του κόρες. Ήρεμον απόγευμαν, γαλήνιον, σχετικά ζεστόν. Στο Χαράτσιν, εχτός που τον Αντρέαν, έσ̆ει αλλό μιαν-θκυό παρέες τζ̆αι το κλίμαν εν, ως συνήθως, χαλαρόν. 

Τούτον μάλιστα, σκέφτουμαι. Eν σκηνικόν για συνέντευξην με Brandy sour. Σαν του κοντεύκω παρατηρώ τον. Φορεί έναν χακίν κοντοπαττέλονον, μαύρα converse τζ̆αι μιαν φανέλλαν που γράφει ‘Smash Shit Up’. Πρόκειται για τραγούδιν των Dropkick Murphys, ενός συγκροτήματος κέλτικης punk, που λαλεί μεταξύ άλλων: 

‘I wanna be a rebel
I can’t get enough
I wanna be a rebel
I wanna smash shit up’ 

Η επιλογή της συγκεκριμένης φανέλλας για την συνέντευξην μας νιώθω πως κρύφκει έναν συμβολισμόν. Ίσως τζ̆αι να την έβαλεν ξεπίτηδες, σκέφτουμαι. Ίσως να εν’ σιγοντάρισμαν της ατάκας του «είμαι πεζόν παιδίν». 

Φτάννω μπροστά του τζ̆αι θωρώ ότι πίννει KEO. Εν γίνεται, ο τίτλος των συνεντεύξεων σίουρα έννα πρέπει ν’ αλλάξει, σκέφτουμαι. Εξάλλου ο Ριρής εν’ γνωστός ζυθόφιλος – έξερα το τούτον. Όταν μεινίσκουμεν μόνοι μας, όμως, κάμνει μου την χάρην τζ̆αι πίννει τζ̆αι τζ̆είνος Brandy sour. Μια ανησυχία λλιόττερη. 

Ενύχτωσεν. Κάμνουμεν cheers, πίννουμεν την πρώτην γουλιάν μας τζ̆αι ανάφκω την ηχογράφησην. «Ώστε είσαι πεζός άθρωπος.»

Κεφάλαιον ΤΖΥΡΗΣ

«Νομίζω έγινα κυνικός μετά τον τζ̆ύρην μου. Επέθανεν που καρκίνον το 2004, στα 19 μου. Τότε άκουσα πάρα πολλές υποσχέσεις του στυλ ‘έννα σε στηρίξουμεν’ – που συγγενείς που ήταν για παράδειγμαν σε καλλύττερην οικονομικήν κατάστασην – τζ̆αι ελάχιστες υλοποιηθήκαν. Η μάνα μου εσταμάτησεν να δουλέφκει μόλις με εγέννησεν τζ̆αι η αρφή μου ήταν 14 χρονών, οπότε έμεινα μόνος μου.»

Μιλά μου αργά. Η φωνή του σπάζει άμαν αναφέρεται στον παπάν του. Κάθε άλλον παρά κυνικός μου ακούεται. Μάλλον πληγωμένος. Συνεχίζει όμως να μετρά τες λέξεις του.

«Ήμασταν πολλά κοντά με τον παπάν μου. Που τα τέσσερα μου εκωλόσυρνεν με στην Ανόρθωσην, στα 12 μου έδωσεν μου την πρώτην μου μπύραν, σε έναν beachόμπαρον στην Δετζέλειαν που έκαμνεν δεύτερην δουλειάν. Στην εφηβείαν έκαμνεν μου παράπονα άμαν ετύγχαιννεν τζ̆αι επήαιννα γήπεδον με τ@ς* παρέες μου αντί μαζίν του. 

Έναν που τα πρώτα πράματα που επροσπάθησεν να μου πει, ήταν να μεν παντρευτώ πριν τα 30 μου. Είμαι 38 τζ̆αι εν επαντρεύτηκα ακόμα, αλλά στα 30 μου έκαμα κοπελλούιν [γελά].

Εδούλευκεν στο ΚΕΜΑ, του Βασιλείου, ως country manager για τη Βουλγαρία τζ̆αι την Μακεδονία». Εξηγεί μου τι έκαμνεν ακριβώς τζ̆ειαμαί. Χρησιμοποιεί κάτι ορολογίες που σχετίζουνται με τες έρευνες αγοράς που εν εξανάκουσα, ούτε ήξερα ότι τες εκατείχεν τζ̆αι ο ίδιος.

«Έθελεν να με παρασύρει τζ̆ι εμέναν σε αυτόν τον ‘όμορφον κόσμον’», λαλεί μου. «Έθελεν να γίνω λογιστής, τζ̆αι ήμουν τζ̆αι καλός, actually. Έπια το higher με credit τζ̆αι επήα να σπουδάσω Οικονομικά στην Αθήναν. Στον δεύτερον χρόνον εξενέρωσα τζ̆αι επήα τζ̆αι εγράφτηκα ΙΕΚ Δημοσιογραφίαν. Πάντα είχα ενδιαφέρον για τα πολιτικά, ειδικά την περίοδον του σχεδίου Ανάν, που ήταν τζ̆αι η πρώτη φορά που εψήφιζα. Αλλά έκαμα τζ̆αι άλλα σχετικά: εδούλεψα στο προσωπικόν αρχείον του Βασιλείου, έγραφα για την ‘Γαλανόλευκη Θύρα’ της Ανόρθωσης.»

Κεφάλαιον ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ

Προσπαθώ να καταλάβω πώς εσχημάτισεν τες πολιτικές του απόψεις. Τι ήταν τζ̆είνον που τον έκαμεν να αναπτύξει πολιτικήν συνείδησην. Ρωτώ τον αν προέρχεται που οικογένειαν εργατικής τάξης. Εξηγεί μου πως τζ̆αι οι θκυό του γονείς έχουν αστικήν καταγωγήν. Η οικογένεια του παπά του είσ̆εν ξενοδοχείον στο Βαρώσιν τζ̆αι ο παπάς της μάμμας του ήταν φαρμακέμπορας. 

«Η μάνα μου επήεν σχολείον στες Καλογριές τζ̆αι εσπούδασεν γραμματειακά στην Αγγλίαν. Έσ̆ει τα κλασικά συντηρητικά αντανακλαστικά. Ο παπάς μου ήταν γριβική νεολαία στην Αμμόχωστον, στα υστερινά του ήταν Ενωμένοι Δημοκράτες (Ε.ΔΗ.). Άλλαξεν. Εψήφισεν ‘ναι’ στο σχέδιον Ανάν. Ήταν Κληριδικός τζ̆αι μετά ήταν με τον Βασιλείου. Ίσως τζ̆αι λόγω του ΚΕΜΑ.»

Εν εμεγάλωσεν όμως σε σπίτιν με πολυτέλειες τζ̆αι θυμάται πάντα τον παπάν του ν’ αγχώννεται για τα ριάλια. «Σάββατον νύχταν εκατεβαίνναν οι συνομήλικ@ μου να κυκλοφορήσουν με πέντε-δέκα λίρες τζ̆ι εγώ με μιαν-θκυό», λαλεί μου. «Εν τζ̆αι λαλώ ότι επέρασα άσ̆ημα, αλλά για σύγκρισην. Είχα μπει τζ̆ι εγώ στην ψυχολγίαν να μεν πελλοξοθκιάζω τζ̆αι που τα 13 μου εδούλευκα τα καλοτζ̆αίρκα. Η πρώτη μου δουλειά ήταν να κάμνω καθαριότηταν σε έναν γυμναστήριον, μετά επήαιννα στο ΚΕΜΑ για filing τζ̆ι έτσι αγγαρείες τζ̆αι που επήα Αθήναν να σπουδάσω εδούλευκα σε πεζινάρικον. 

Άρκεψα να αναπτύσσω τούτον το κριτήριον το πολιτικόν θωρώντας την ταξικήν σύγκρουση μέσα στο σχολείον που ήμουν, στην Δασούπολη. Ήταν τα πλούσια παιθκιά τζ̆ι εμείς η πλέμπα. Εράφκαν παντελόνια καμπάνα για να φορούν να έρκουνται σχολείον, είχαν ευνοϊκήν μεταχείρισην που το διδακτικόν προσωπικόν κλπ. Εγώ εθκιάλεξα να κάμνω παρέαν με τα πιο λαϊκά παιθκιά του σχολείου. Στην ύλην του σχολείου είσ̆εν επίσης ποιήματα αριστερών ποιητών που μου αρέσαν. ‘Θεσσαλονίκη μέρες του ’69’, κάποια του Ρίτσου, άρεσκεν μου πολλά ο Βάρναλης». Παρόλ’ αυτά εν επολιτικοποιήθηκεν μέσα στο σχολείον, λαλεί μου.

«Τζ̆αι μετά επήα στρατόν. Ο τζ̆ύρης μου ανακοίνωσεν μου τον καρκίνον την μέραν που έρκουμουν μετάθεσην στο ΒΜΗ 212. Τζ̆αι μετά, ντάξει, εγύρισεν μου τέλεια. Μέσα σε λλίον τζ̆αιρόν έφα καμιάν 50ρκά μέρες φυλακή, τζ̆αι μετά ήξερα ότι εν ήθελα τίποτε να έχω να κάμω με τον στρατό. Τζ̆αι εκαταλήξαμεν να φκω αντιρρησίας συνείδησης πριν έναν χρόνον, με κύριον επιχείρημαν ότι πιστεύκω στην ειρήνην, όι στον πόλεμον, ότι η Κύπρος εν σε διχασμόν ακριβώς επειδή κάποι@ πελλ@ είχαν όπλα τζ̆αι ποδά τζ̆αι ποτζεί, τζ̆αι ότι έχω δικοινοτική δράσην τζ̆αι εν μπορώ να υπηρετώ έναν θεσμόν που εν΄ εθνικιστικός, σωβινιστικός, πατριαρχικός, τζ̆αι λοιπά τζ̆αι λοιπά. 

Μετά στην Αθήναν έζησα πορείες, διαδηλώσεις, την δολοφονίαν του Γρηγορόπουλου το 2008. Έφα πολλά δακρυγόνα. Στες παρατάξεις, όμως, ελληνικές τζ̆αι κυπριακές, έριξα χυλόπιτταν. Μιαν ημέραν, θυμούμαι, έρκεται μια τύπισσα που το Δράσις ΚΕΣ στο διαμέρσιμαν που εμείνισκα. Αννοίουμεν της με τον συγκάτοικον μου, μπαίνει μέσα, θωρεί σημαίαν της Ανόρθωσης, πρέπει να είπεν ‘δαμαί είμαστεν!’ που μέσα της. Στο τέλος της συζήτησης, λαλεί μας ‘καλάν ρε παιθκιά, είσαστεν Ανορθωσιάτες, ίνταλως είσαστεν έτσι πολιτικά;’» [γελά].

Κεφάλαιον ΑΝΟΡΘΩΣΗ

Σίουρα εν επερίμενα που άτομον της ριζοσπαστικής Αριστεράς να δηλώννει αμετανόητος Ανορθωσιάτης, τζ̆αι δραστήριος μάλιστα. 

«Είχα την ψευδαίσθησην ότι μέσα που το οπαδικόν κίνημαν εμπορούσαν να αλλάξουν πράματα. Όταν ήρτα πίσω που την Αθήνα εμπήκα Πρόεδρος του Παν.Συ.Φι. Ανόρθωσης. Ήταν πολλά ανώριμη απόφαση, είχα άγνοιαν κινδύνου. Ξέρεις πώς πάει στα οπαδικά, έσ̆ει ιεραρχείαν. Οι πολιτικές μου πεποιθήσεις εν εσυνάδαν με τζ̆είνες τ@ μέσ@ οπαδού στην κερκίδαν της ομάδας. Αυτόν προφανώς δεν έκατσεν καλά στους ελαμιτικούς κύκλους της κερκίδας, τζ̆αι το 2010, στον έναν χρόνον δηλαδή, εστείλαν μου μπράβους έσσω μου. Αννοίξαν μου την κκελλέν μου τζ̆αι εστείλαν με νοσοκομείον. 

Έσ̆ει οχτώ χρόνια να πάω γήπεδον, εν θωρώ τα παιχνίθκια αλλά μαθαίννω τα σκορ τζ̆αι θωρώ τζ̆αι κανέναν βίντεο ποτζ̆εί ποδά.» 

Παρόλ’ αυτά εξακολουθεί να δηλώννει Ανορθωσιάτης. «Ομάδαν εθκιαλέξαμεν πριν να θκιαλέξουμεν πολιτικήν τζ̆αι η ομάδα εν΄το μόνον πράμαν στην ζωήν σου που εν μπορείς να αλλάξεις, νομίζω», λαλεί μου. Διατηρεί επαφές τζ̆αι εξακολουθεί να ανταλλάσσει απόψεις με οπαδούς της Ανόρθωσης στην Λευκωσίαν, που έννεν τόσον μακριά του πολιτικά. Θεωρεί νίκην το ότι οι Ανορθωσιάτες εν επροσυπογράψαν το κάλεσμαν για την πορείαν υπέρ των μαζικών απελάσεων στο Προεδρικόν πριν κανέναν μήναν. 

«Εμπορούσες να μεν ξανασχοληθείς με την μάππαν», λαλώ του. Βρίσκω το αξιοπερίεργο που εν απαρνήθηκεν την ομάδαν του μετά που κάτι τέθκοιον. «Ίσως τζ̆αι μέσα που την Ανόρθωση να συνεχίζεται ένας συναισθηματικός δεσμός με τον παπάν σου;» ρωτώ τον, τζ̆αι απαντά με ευκολίαν. «Σίουρα.»

Κεφάλαιον ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΣΦΙΑ

«Η πρώτη μου δουλειά στην δημοσιογραφίαν ήταν στην εφημερίδαν ΠΟΛΙΤΗΣ που το 2008 ως το 2012. Έκαμα που ροήν ως διεθνή, περιβαλλοντικά, ενέργειαν, πολιτικά, ανθρώπινα δικαιώματα. Επήα τζ̆ειαμαί  γιατί ήταν η εφημερίδα που εστήριξεν το ‘ναι’ στο Ανάν – είσ̌εν καλήν ομάδαν τότε στον ΠΟΛΙΤΗ. Εγνώρισα καλ@ς δασκάλ@ς. Εξεχώρισα τον Χρύσανθο Μανώλη γιατί ήταν προσγειωμένος, πάντα τεκμηριωμένος, εν είσ̆εν καθόλου έπαρσην, εν επρόσβαλλεν ποττέ κανέναν με τζ̆είνα που έγραφεν τζ̆αι είσ̆εν τζ̆αι όρεξην να θκιεβάζει τζ̆αι να μαθθαίννει πράματα. 

Στα ρεπορτάζ̆ μου επροσπαθούσα να είμαι όσον διερευνητικός εμπορούσα τζ̆αι στα άρθρα μου ήμουν καυστικός. Στο περιβαλλοντικόν ειδικά έσ̆ει πάρα πολλύν ψουμίν. Μετά στον Διάλογον, το πιο μεγάλον θέμαν που έφκαλα ήταν για την Άμμον του Καμπούρη. Εκάμαν τεχνητόν κόλπον για να κάμουν ιδιωτικήν παραλίαν τζ̆αι εν τέλει αποδείχτηκεν ότι τζ̆ειαμαί  ήταν που εγόρασεν την βίλαν ο Jho Low. Ήταν μια μικρογραφία του πόσον βουττημένον στα σκατά εν’ το κυπριακόν κράτος. 

Όταν το έγραψα το ρεπορτάζ, έπιαν με τηλέφωνον ένας εκ μέρους του συγκεκριμένου developer τζ̆αι επέμενεν να τον συναντήσω στο Χίλτον. Επέμενα ως την τελευταίαν σιγμήν να έρτει στα γραφεία της εφημερίδας τζ̆αι στο τέλος εσυμφώνησεν να έρτει, αλλά λλίην ώραν πριν έπιασεν με να μου πει ‘έλα στο Χίλτον τζ̆αι αν ήθελα να σου κάμω ζημιάν ήταν να σου την κάμω ως τωρά’. Επήα τζ̆αι βασικά εψάρευκεν με να μάθει πόθθεν ήβρα τες πληροφορίες τζ̆αι να με εξαγοράσει για να μεν ξαναγράψω για το θέμαν. Είπα του ‘μεν επιμένεις τζ̆αι εν είμαι ρουφτζιάνος’. Ξέρεις, τα στελέχη της μαφίας εκτιμούν το άμαν είσαι έτσι ειλικρινής τζ̆αι επαραίτησεν. Εν με εξαναγύρεψεν. 

Έζησα όμως τζ̆αι περίπτωσην λογοκρισίας στον ΠΟΛΙΤΗ. Μιαν φοράν έγραψα παραπολιτικόν κατά του Βγενόπουλου για τ@ς αθρώπους που επεθάναν στην τράπεζαν στην Αθήναν στην απεργίαν κατά της λιτότητας το 2010. Ότι εν γίνεται να μιλά για ηθικούς αυτουργούς που την στιγμήν που εν έδωσεν οδηγίαν να κλείσει η τράπεζα, όπως εκάμαν ούλλες οι υπόλοιπες. Έγραψα το φυσικά χωρίς να δικαιολογώ την πράξην της επίθεσης κατά των αθρώπων που επεθάναν. Ε, τζ̆αι έπιασεν με τηλέφωνον ο αρχισυντάκτης τζ̆αι είπεν μου εν θα μπει. Είχαν διαφήμισην της Λαϊκής στο πρωτοσέλιδον.

Πεθυμώ την δημοσιογραφίαν, αλλά ξέρω ότι για να επιστρέψω σε τζ̆είνην πρέπει να γίνει με τους δικούς μου όρους τζ̆αι οι όροι μου δεν θα ικανοποιηθούν που τα υπάρχοντα μέσα στην Κύπρον». 

Ρωτώ τον αν εβολεύτηκεν, που τούτην την άποψην. «Έχω θκυο κοπελλούθκια. Εν μπορώ να επαναστατώ στα πάντα», λαλεί μου. 

Τι απαντά σε όσους τον κατηγορούν ως υποκριτήν για την έντονην κινηματικήν του δράσην σε συνάρτησην με τη θέσην του ως Political and Press officer στην Ύπατην Αρμοστεία του ΗΒ στην Κύπρο; 

«Κανέναν επάγγελμαν δεν είναι ντροπή εχτός από του μπάτσου και τ@ βουλευτ@, ελάλεν ο Πανούσης. Ούλλοι που κάπου πρέπει να βιοποριζούμαστεν.»

Κεφάλαιον ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

«Ήμουν σε ομάδες ριζοσπαστικές που τον τζ̆αιρόν που εστράφηκα Κύπρο. Όμως είμαι υπέρ του να υπάρχει συνεννόηση τζ̆αι με την θεσμική Αριστερά, δηλαδή το ΑΚΕΛ, διότι αν θέλεις να επηρεάσεις καταστάσεις σε πολιτικόν επίπεδον, εν μπορείς να το καταφέρεις μόνον με πορείες τζ̆αι disruptive δράσεις. 

Δεν εμπήκα ποττέ στη διαδικασία να βάλω ταπέλλες στον εαυτόν μου. Ως θεωρία αρέσκει μου ο μαρξισμός, αλλά εν πιστεύκω πως πρέπει ντε τζ̆αι καλά επειδή είπεν κάτι ο Μαρξ πριν θκιακόσ̌ια χρόνια να το υποστηρίξω τζ̆αι σήμμερα. Για μέναν εν’ έναν εργαλείον ερμηνείας τζ̆αι πυξίδα. Ούτε την ταπέλλαν του αντικαπιταλισμού θέλω να την βάλω στον εαυτόν μου. Έννα ήταν υποκριτικόν. Θεωρώ πως εν’ έναν σύστημαν που εκμεταλλεύκεται, που δημιουργεί ανισότητες, φτωχοποιεί τες μάζες τζ̆αι καταστρέφει την γην. Εν έχω έτοιμην λύσην να προτείνω για την μετάβασην της ανθρωπότητας, αλλά θεωρώ ότι τούτον εν πρέπει να μας αποτρέπει που το να δηλώννουμεν τα αρνητικά του καπιταλισμού τζ̆αι να διεκδικούμεν κάτι διαφορετικόν. Εννάν ο σοσιαλισμός τούτον το διαφορετικόν; Θα μπορούσεν, αλλά έσ̆εις την δυσκολίαν της εμπειρίας των χωρών στες οποίες εφαρμόστηκεν τζ̆αι στες οποίες επήεν πολλά λάθος, δυστυχώς. 

Για να δημιουργήσεις μιαν σοσιαλιστικήν κοινωνίαν πρέπει να εν’ συνειδητοποιημένος ο κόσμος ούτως ώστε να μεν θέλει το κακόν τ@ άλλ@». Ρωτώ τον αν τούτη η απουσία κακής πρόθεσης ως προϋπόθεση για να πετύχει ο σοσιαλισμός πάει κόντραν στην ανθρώπινην φύσην. 

«Ναι, αλλά εν πρέπει κάπως να την χαλιναγωγήσεις τούτην την κακήν πρόθεσην;» ρωτά με. «Αν συμβιβαστούμεν με το ότι υπάρχουν κακές προθέσεις, παραδεχούμαστεν ότι είμαστεν σε ζούγκλαν.»

Βάλλω του την άσκησην προσιορισμού της Δεξιάς/Αριστεράς. Δείχνω του μιαν ευθείαν: στο αριστερόν άκρον εν η ισότητα τζ̆αι στο δεξίν η ελευθερία. Ζητώ του να τοποθετήσει μιαν τελείαν τζ̆ειαμαί που θεωρεί πως εν’ το ιδανικόν μιξ. Εν δείχνει να δυσκολεύκεται καθόλου να περάσει στην πλευράν της ισότητας. Κοντεύκει αρκετά στο τέρμα. 

«Μπορώ να σου το εξηγήσω τζιόλας», λαλεί μου. «Σε συνθήκες ισότητας εννοείται ότι υπάρχει τζ̆αι ελευθερία. Για να είμαστεν ίσα πρέπει να είμαστεν τζ̆αι ελεύθερα». 

«Εκτός τζ̆αι αν μας το επιβάλει κάποιος», λαλώ του. 

«Ναι, σε συνθήκες δικτατορίας. Αλλά τζ̆ειαμαί εν είμαστεν ούλλα ίσα. Μιλώ για μιαν κατάστασην οικειοθελούς ισότητας». Συμφωνούμεν ότι τζ̆αι τούτη η αντίληψη εν’ κάτι σαν εργαλείον· σαν πυξίδα που εν’ καλόν να έσ̆ει κάποιος στην ζωήν του.  

Ρωτώ τον τι ένει για τζ̆είνον Αριστερά.

«Αριστερά είναι να σέβεσαι τα δικαιώματα ούλλων των ανθρώπων γυρών σου, τζ̆αι των ζώων τζιόλας, να επιδεικνύεις αλληλεγγύν τζ̆ειαμαί που χρειάζεται, να αντιλαμβάννεσαι ότι η Δημοκρατία έννεν μια part time ενασχόληση, θέλει συμμετοχικότηταν, θέλει συνείδησην, θέλει δράσην. Τζ̆αι θέλει να στέκεσαι απέναντι σε καταπιεστ@ς οποιουδήποτε τύπου.» 

Κεφάλαιον ΘΡΗΣΚΕΙΑ

«Είμαι τζ̆αι άθρησκος», λαλεί μου όταν μου εξηγεί το σκεπτικόν της αίτησης του για να φκει αντιρρησίας συνείδησης. Κάμνει μου εντύπωσην που χρησιμοποιεί τούτον τον όρον τζ̆αι όι άθεος. «Βρίσκω ότι εν’ πιο σωστός», λαλεί μου. «Νομίζω ο θεός μας εν’ η φύση. Τζ̆αι επειδή την γαμούμεν μας εκδικείται.» Ρωτώ τον αν πιστεύκει πως υπάρχει μια ενιαία συνείδηση, ότι ούλλοι είμαστεν έναν. Αν έτσι νιώθει ότι έσ̆ει κάποιαν πρόσβασην στον παπάν του μετά που επέθανεν. Εν’ κάθετος πως όι, εν ακολουθεί «έτσι μεταφυσικά πράματα»

Τολμώ να του πω ότι έννεν κατ’ ανάγκην μεταφυσικόν τούτον το concept. Ότι ο Tesla, που ήταν φυσικός, ελάλεν “If you want to find the secrets of the universe, think in terms of energy, frequency and vibration”. «Εν ξέρω»,λαλεί μου. Προσπαθεί να μου το δικαιολογήσει λέγοντας μου ότι «προφανώς ούλλα συμβαίννουν για κάποιον λόγον». Ότι η απώλεια τούτη έκαμεν τον πιο δυνατόν τζ̆αι πιο ώριμον. «Τζ̆αι πιο κυνικόν», επαναλαμβάννει. 

Τούτον το «προφανώς ούλλα συμβαίννουν για κάποιον λόγον» που λαλεί, μεινίσκει μου. Έννεν κάτι που θα ελάλεν κάποιος κυνικός ή πεζός. Τίποτε στη συζήτησην μας εν δικαιολογεί τούτην την ταπέλλαν που έβαλεν ο ίδιος στον εαυτόν του που πριν ακόμα ξεκινήσει η κουβέντα μας. 

****

*Όταν εθκιέβασεν το κείμενον, ο Αντρέας εζήτησεν μου να εφαρμόσω την ‘πολιτικήν’ του για τες καταλήξεις: «Στον γραπτό λόγο προσπαθώ να χρησιμοποιώ ουδέτερο όπου μπορώ ή να αλλάσσω τη σύνταξη για να μεν χρειάζεται έμφυλη αναφορά».

ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ

Κάποια fun facts για την προσωπικότηταν του Αντρέα:

Αγαπημένος καφέςAmericano μέτριος

On-repeat τραγούδι στο Spotify: Running for a Dream – The Last Internationale 

Αγαπημένο τραγούδι στην εφηβεία: Gangsta’s paradise των Coolio, Kylian Mash

Guilty Pleasure (τραγούδιν): Χωρίς εσένα, VIPS

Σειρά που παρακολουθεί στο Netflix: είδα τον 4ο κύκλο του Sex Education (απογοήτευσις)

Βιβλίον που θκιεβάζει: Χερσαίο Νησί, του Αντώνη Χατζηκυριάκου

Τελευταία φορά που έκλαψεν: που εθώρουν τες σκηνές για τη Συμφωνίαν της Μεγάλης Παρασκευής στο Derry Girls

Αγαπημένον στέκκιν: Reckless, Brewfellas, Καϋμάκκιν & Αποθήκη στο Καϊμακλίν

Αγαπημένον στενόν της Λευκωσίας: περιοχή Αξιοθέας – Χρυσαλινιώτισσας – Αγίου Κασσιανού τζ̆αι βόρεια του γηπέδου της Çetinkaya

Σπεσιαλιτέ: Σούβλα μαριναρισμένη με μουστάρδα τζ̆αι chili con carne 

Guilty Pleasure (φαΐν): KFC (πάντα μετανιώνω την επόμενη μέρα)

Αγαπημένον gadget: το πικάπ στο σπίτι

Αγαπημένη παιδική ανάμνηση: επειδή ως την ενηλικίωση μου εν είχα ταξιδέψει σχεδόν καθόλου, εν να πω την εκδρομή της 3ης γυμνασίου στην Ελλάδα. Εφκάλαν μας τον κώλο μας αλλά επεράσαμεν ωραία.

Αγαπημένος προορισμός: Βαρκελώνη

Έργο τέχνης που ξεχωρίζει: το μοναδικόν άλμπουμ που εφκάλαν οι Temple of the Dog το 1991

Σχέση με την τεχνολογία: τα απολύτως απαραίτητα

Τύπος τουρίστα: μουσεία ή θκιάνεμμαν; Δισκάδικα τζ̆αι μικροζυθοποιεία 🍻

Πιο συχνή αταξία που έκαμνεν μιτσής: Η σκαπούλα που το ελληνοκυπριακό σκολείο που μας εππαρκαρίσκαν οι γονιοί μας εν’ αταξία; 

Τι ήθελεν να γίνει όταν μεγαλώσει: Νομίζω το πιο ενδιαφέρον που όσα έθελα να γίνω κατά καιρούς, ήταν αρχαιολόγος

5 άτομα, living or dead, που θα προσκαλούσεν σε dinner party: Chris Cornell, Billie Holliday, Zack de la Rocha, Χρόνης Μίσσιος τζ̆αι την Χαμπού που την Αντρολύκου

Κριτική προς την Αριστεράν: να εν’ πιο τολμηρή τζ̆αι να εξελιχτεί αν θέλει να έσ̌ει σχέση με τζ̆αι επιρροή στες σύγχρονες κοινωνίες.

WHO IS WHO
Ο Ανδρέας Ριρής εργάζεται ως Political and Press officer στην Ύπατην Αρμοστεία του ΗΒ στην Κύπρο. Εργάστηκεν ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ΠΟΛΙΤΗΣ τζ̆αι Χαραυγή (Διάλογος) τζ̆αι ως fixer σε διεθνή ΜΜΕ όπως οι New York Times τζ̆αι το Al Jazeera. Είναι δραστήριον μέλος της κοινότητας αγώνα «αφοα», ενός πολιτικού σχήματος του ευρύτερου ριζοσπαστικού χώρου στην Κύπρο.

Brandy Sour με τη Χριστιάνα Ξενοφώντος

Εν την εφαντάζουμουν έτσι την πρώτην μου συνέντευξην με brandy sour στο Χαράτσι. Αντί για τον ήλιον τζ̆αι την βαβούραν που τους συνήθεις υπόπτους του καφενείου, όταν έφτασα, γύρω στες πεντέμισι της περασμένης Κυριακής, ήβρα έναν πολλά δραματικόν σκηνικόν: έναν πελλό-αέραν να παίρνει τους τόπους, κάτι γκρίζα, απειλητικά σύννεφα τζ̆αι οφτζ̆ερκάν. Έτσι ένει, όμως, άμαν περνάς που την θεωρίαν στην πράξην, εσκέφτουμουν. Αλλιώς τα φαντάζεσαι, τζ̆αι αλλιώς συμβαίννουν στην πραγματικότηταν. Ας είναι.

Θωρώ την Χριστιάναν να καταφτάννει που την πλευράν του RED. Περπατά ανάλαφρα, αργά, τζ̆αι  ακολουθεί μιαν ζικ-ζακ διαδρομήν ώσπου να φτάσει κοντά μου. Στέκεται μπροστά μου τζ̆αι  χαμογελά, αγκαλιάζει με. Στο ένα σ̆έριν κρατά έναν βιβλίον χρώματος μπορντό τζ̆αι που πάνω το iPhone της. Στο άλλον της σ̆έριν παρατηρώ έναν apple watch. Θωρώ λλίον καλλύττερα το βιβλίον. «Ακραία Καιρικά Φαινόμενα», ο τίτλος της ποιητικής συλλογής. Όπως τούτα που μας περιβάλλουν την στιγμήν που μιλούμεν. Προλαβαίννουμεν τζ̆αι μπαίννουμεν μέσα πριν να μας πιάσει η καταιγίδα. Είμαστεν οι πρώτες πελάτισσες τζ̆αι τα φώτα μέσα στο καφενείον ακόμα εν ανάψαν καν. 

Καθούμαστεν πάνω σε έναν μακρόστενον τραπέζιν, στη γωνιάν δίπλα που την σβηστήν σόπαν. Αφήννω τα κιτάπια μου κάτω. «Τι εν’ να πιεις;», ρωτώ την. «Εμ», λαλεί μου, «ξέρεις, εν πίννω brandy sour, αλλά εν ήθελα να σου το πω που πριν». Καλά πάει αυτό, σκέφτουμαι, αλλά εν πτοούμαι. Τελικά παραγγέλνει gin & tonic. Πίννουμεν που μιαν γουλιάν, «καλώς εβρεθήκαμεν», λαλεί μου – έξω η μπόρα εδυνάμωσεν για τα καλά, εν πάει καθόλου με το ποτόν μας – τζ̆αι ξεκινούμεν.

«Ήμουν στην Βίσ̆σ̆ην εψές. Το πρώτον πράμαν που έκαμα σήμερα το πρωίν ήταν να ανοίξω να δω τες ιστορίες που την συναυλίαν, αν τζ̆αι συνήθως εν ασχολούμαι με το τηλέφωνον μου πριν πιω τον καφέν μου. Συνήθως ξυπνώ στες εφτάμισι, πίννω έναν freddo espresso σκέττον τζ̆αι ως τες οχτώ τζ̆αι τέταρτον φκαίννω στους δρόμους τζ̆αι είμαι έτοιμη να τους επιβιώσω. Εν’ σημαντικόν για μέναν να μεν πιέζουμαι το πρωίν. Όταν πάω δουλειάν, το πρώτον πράμαν που κάμνω εν’ συνάντηση με τον Δημήτρην* για να δούμεν τα της ημέρας. Μετά πάμεν σε επιτροπές, ύστερα παίζουν συνέχεια τα τηλέφωνα, αν έσ̆ει κανέναν online conference ή meeting με το Forum πρέπει να διαχειριστώ τα σχετικά.

Μπορεί να φύω κανέναν μεσημέριν να φάω με τους γονείς μου. Έχουμεν τούτον το συνήθειον τζ̆αι προσπαθώ να το τηρώ όσον μπορώ: να μαζευκούμαστεν μεσοφτόμαδα ούλλοι – γονείς τζ̆αι τρία αδέρφια – τζ̆αι να τρώμεν μαζίν, εχτός που τες Κυριακές που εν’ στάνταρτ. Τζ̆αι εν’ λαχείον το τι θα φάμεν· συνήθως κάμνει η μάμμα ψητόν κοτόπουλλον στον φούρνον τζ̆αι πατάτες, αλλά μπορεί τζ̆αι να πάμεν τζ̆αι να έβρουμεν τον παπάν μας να ψήννει σουβλάκια. Ντάξει, random-ιές [γελά]. Υπό άλλες συνθήκες εν θα φάω μέσα στη μέραν. Επειδή ξέρει το τούτον η μάμμα, έσ̆ει φορές που εννα στείλει τον παπάν να μου φέρει φαΐν στη Βουλή.

Μετά επιστρέφω στην Βουλήν ή κάμνω ακόμα μιαν συνάντησην με τον Δημήτρην κάπου εχτός, αλλά ασχολούμαι το απόγευμαν τζ̆αι με τα δικά μου – το Ευρωπαϊκόν Φόρουμ Νεολαίας, δηλαδή, τζ̆αι τα podcast, που προσπαθώ να κάμνω 1-2 κάθε εβδομάδαν. 

Όταν σχολάσω θα με έβρεις στην παλιάν Λευκωσίαν με τους φίλους μου. Συνήθως πάμεν Εφτά Κλειδιά, αλλά εν’ να με δεις τζ̆αι στο Swimming Birds τζ̆αι στο Χαράτσιν. Για καφέν συνήθως θα με δεις στο Kxoffee Project, αλλά τζ̆αι στο Kollaborative.

Αγαπώ την Λευκωσίαν, εν’ μια πόλη όμορφη, εν’ δαμαί που εγεννήθηκα τζ̆αι εμεγάλωσα, δαμαί έκαμα τες πιο πολλές πελλάρες, ερωτεύτηκα. Εν’ το σπίτιν μου η Λευκωσία. Στα on repeat του Spotify έχω το «Μια πόλη μαγική», τζ̆αι ξέρεις πότε το ακούω; Επειδή φεύκω αργά που την Βουλήν τούτες τες ημέρες – μπορεί να γίνει τζ̆αι εφτά – περπατώ προς τον Άγιον Ανδρέαν. Εν’ την ώραν που ππέφτει ο ήλιος προς τζ̆είνην την κατεύθυνση τζ̆αι εν’ ούλλα τα χρώματα τζ̆ειαμαί. Ε, τζ̆αι βάλλω τζ̆είνον το πράμαν στα ακουστικά. Εν’ μια ωραία στιγμή.»

Μιλούμεν για την επιλογήν της να ζει στο Καϊμακλίν. Λαλεί μου πως οι γονιοί της ανησυχήσαν όταν τους το ανακοίνωσεν. Αρχικά αποδίδει το στην απόστασην – «τζ̆είνοι ζουν Λακατάμιαν», λαλεί. Ύστερα ξανασκέφτεται το. «Εν’ που τες πιο πολυπολιτισμικές περιοχές της Λευκωσίας το Καϊμακλίν», λαλεί μου. Κομπάζει. «Ίσως γι’ αυτόν ν’ ανησυχούσαν». Η ίδια λαλεί πως το βρίσκει ως έναν στοιχείον της περιοχής που την ελκύει πολλά.

Συζητούμεν για τούτην την σχέσην γονιού με παιδίν. Λαλεί μου πως η σχέση της με τους γονείς της επέρασεν που «χίλια μύρια κύματα», αλλά τωρά εν’ ίσως στην καλλύττερην της φάσην. 

Μιλούμεν για τα προνόμια: του να είσαι άντρας, να προέρχεσαι που τζάκιν, να κρατάς λεφτά. Την ρωτώ αν θεωρεί πως ξεκινά την πολιτικήν της καριέραν που μειονεκτικήν θέσην, σε σχέσην με άλλους που μπορεί σήμερα να απολαμβάνουν αξιώματα λόγω ακριβώς τούτων των προνομίων:

«Είμαι η Χριστιάνα, είμαι τριάντα-ενός, καλώς ή κακώς έχω μιαν καταγωγήν που θα την κουβαλώ και θα με κατατρέχει για πάντα – έχω έναν πατέραν πρόσφυγαν που την Χάρτζ̆ιαν τζ̆αι μιαν μητέραν πιτσίλλαν – συνδυασμός που σκοτώννει –, ιδεολογικά ανήκω στην Δεξιάν, είμαι φιλελεύθερον άτομον, δεν πιστεύω ότι με τα χρήματα μπορείς να κάμεις τα πάντα, τζ̆αι θεωρώ ότι για όλους μας το starting point είναι το μηδέν. Αν είσαι κενός περιεχομένου, ο χρόνος θα το δείξει.», λαλεί μου τζ̆αι προσθέτει:

«Εν’ πολύ καθαρά τζ̆αι αγνά τα σχέδια μου. Ο στόχος μου ο διαχρονικός είναι να είμαι ωφέλιμη σ’ εμέναν πρώτα τζ̆αι μετά σε ούλλους τους άλλους.» 

Βουθκιά στο παρελθόν

Ζητώ της να κλείσει τα μμάθκια της, να πάει πίσω στην παιδικήν της ηλικίαν τζ̆αι να με ξεναγήσει στο παιδικόν της δωμάτιον. Λαλεί μου για τες τριανταφυλλιές που εφύτεψεν έξω που την τζ̆αμαρόπορταν του δωματίου ο παπάς της. Περιγράφει μου την λευκήν βιβλιοθήκην – την τέταρτην μέσα στο σπίτιν -, που εκατέληξεν ως τέθκοια ενώ ήταν άλλου είδους έπιπλον. Περιγράφει μου το πουλουκκούιν που εκρατούσεν μιτσ̆ιά, τες αφίσ̆ες πάνω στους τοίχους με τον Σάκην Ρουβάν, τον Superman, τον Άινσταϊν – «έτσι, για να αντισταθμίζει τους άλλους», λαλεί -, τα πορτοκαλί σκεπάσματα τζ̆αι τες ασορτί κουρτίνες. Ζητώ της να μου μεταφέρει μυρωθκιές: λαλεί μου για τες μαειρκές της μάμμας της, τα γλυκά που ψήννει στην κουζίναν. Στο βάθος ακούεται το ΡΙΚ, που παίζει που το πρωίν ως την νύχταν.

Πολιτική

Ρωτώ την να μου πει τι σημαίνει για τζ̆είνην Δεξιά. Λαλεί μου: 

«Ιδανικά, η Δεξιά οφείλει να υπηρετεί τον νεοφιλελευθερισμόν, που μέσα του όμως θα υπάρχουν ούλλες οι έννοιες που πρεσβεύει και η Δημοκρατία: της ισότητας, της αποδοχής, της συμπερίληψης. Εστιάζω σε μιαν Δεξιάν που θα σπάσει τα στεγανά του συντηρητισμού της.» 

Όταν μου μιλά για την πολιτικήν παρατηρώ την προφοράν της να γίνεται πιο καλαμαρίστικη. Σκέφτουμαι ότι τούτα που μου λαλεί εν εμπεριέχουν το στοιχείον του αυθορμητισμού. Ότι τούτα ούλλα εν’ πράματα που εδούλεψεν μέσα της πολλά για να μπορεί να τα αρθρώννει με ευκολίαν. 

Βάλλω της μιαν άσκησην. Δείχνω της μιαν ευθείαν: στο αριστερόν άκρον εν’ η ισότητα τζ̆αι στο δεξίν η ελευθερία. Ζητώ της να τοποθετήσει μιαν τελείαν τζ̆ειαμαί που θεωρεί πως εν’ το ιδανικόν μιξ. Διστάζει. Το σ̆έριν της πάει προς την ελευθερίαν αλλά εν ντζ̆ίζει στο χαρτίν. «Νιώθω ότι ξωμακρίζω πολλά που την ισότηταν τζ̆αι εν το θέλω», παραπονιέται μου. 

Ρωτώ την για τα καλούπια στην πολιτικήν, με αφορμήν κάτι στίχους που την δικήν της ποιητικήν συλλογήν:

«…
Κόσμοι από καλούπια.
Κόσμοι γεμάτοι καλούπια.
Καλούπια για να χωράς. Κι ας μη χωράς, τελικά.»

Η απάντηση της εν μου αφήννει χώρον για αμφιβολίαν:

«Δεν συμφωνώ ότι πρέπει να καλουπωθείς για να πολιτευτείς. Ξέρω πού ζω, ξέρω τι τίμημαν μπορεί να χρειαστεί να πληρώσω επειδή δεν χωρώ σε καλούπια, αλλά είμαι διατεθειμένη να το πληρώσω. Θέλω να μπαίνω στο σπίτιν μου την νύχταν τζ̆αι να νιώθω καλά με τον εαυτόν μου.»

****

ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ

Θα ήταν αδύνατον να γράψω ούλλα για τα οποία εσυζητήσαμεν με την Χριστιάναν. Επομένως, σας παραθέτω πιο κάτω εν συντομίαν τζ̆είνα που βρίσκω τα πιο ενδιαφέροντα facts για την προσωπικότηταν της:

Αγαπημένος καφές: Freddo espresso σκέτο (το καλοκαίρι), cappuccino delact (τον χειμώνα).

On-repeat τραγούδι στο Spotify: Μια πόλη μαγική, τραγουδημένο που τον Ορέστη ΧαλκιάΑν μου αρέσει έναν τραγούδιν, το ξεφτιλίζω. Το ακούω σ̆ίλιες φορές τη μέρα μέχρι να κουραστώ τζ̆αι να σταματήσω.

Σειρά που παρακολουθεί στο Netflix: The Diplomat, αν τζ̆αι γενικά εν είμαι dedicated τηλεθεάτρια.

Βιβλίον που θκιεβάζει: Ποιητική Συλλογή «Ακραία Καιρικά Φαινόμενα», του Δημήτρη Γκιούλου.

Τελευταία φορά που έκλαψεν: Πριν μια-δυο εβδομάδες, στο μνημόσυνον του Γιώργου μας.

Αγαπημένον στέκκιν: Εφτά Κλειδιά.

Αγαπημένον στενόν της Λευκωσίας: Τα δρομάκια κοντά στην Αξιοθέα (Χρυσαλινιώτισσα) τζ̆αι ο δρόμος του παλιού σιδηροδρόμου, στο Καϊμακλί.

Σπεσιαλιτέ: Παπαρδέλες με γαρίδες – λαλούν το τζ̆αι οι φίλοι μου.

Guilty Pleasure: KFC. Είναι το comfort food που χρειάζομαι όταν είμαι πολλά χάλια. Η τελευταία φορά που έφα KFC ήταν πριν κάτι μήνες μετά που έναν πολλά δύσκολον board call που είχα. 

Αγαπημένον gadget: ένας φορτιστής που μπορεί να φορτίζει το iphone, το apple watch τζ̆αι τα EarPods μου ταυτόχρονα. Γενικά έχω μανίαν με τα «μήλα» [όι τα actual φρούτα]. 

Αγαπημένη παιδική ανάμνησηΟι καλοκαιρινές διακοπές στον Άην Γιάννην της Πιτσιλιάς με ούλλον το σόιν της μάμμας, να ακούεται φασαρία – φασαρία, όι αστεία – που το χάραμαν τζ̆αι να με περιβάλλει τζείνη η υγρασία του πρωινού.

Αγαπημένος προορισμός: Η Μπολόνια, στην Ιταλία.

Έργο τέχνης που ξεχωρίζει: Πίνακας Red Ballon του Paul Klee, επειδή ούλλη η τέχνη του εν’ κυβάκια τζ̆αι το μπαλόνιν ήρτεν λλίον unexpectedly μες το έργον του, αλλά τζ̆αι επειδή που μωρόν έχω φοβίαν με τα μπαλόνια. Εδούλεψα την, αλλά εν’ υπενθύμιση του ότι όσον μεγαλώννουμεν τες φοβίες μας πρέπει να τες δουλεύκουμεν. Γι’ αυτόν έβαλα τζ̆αι έναν κόκκινον μπαλόνιν στο εξώφυλλον του βιβλίου μου.

Σχέση με την τεχνολογία: Πολλά καλή. Όι όμως ακόμα με την τεχνητήν νοημοσύνην. Φοϊτσ̆ιάζει με λλίον, αλλά σύντομα θα υποκύψω κι εγώ, άεισ’ το ίνταμπου λαλώ τωρά.

Τύπος τουρίστριας: μουσεία ή θκιάνεμμαν; Έναν εννα σου πω. Στην Ύδραν το περασμένον καλοκαίριν εκωλόσυνρα την παρέαν μου για μιάμιση ώραν μες τον λάλλαρον ώσπου να εντοπίσουμεν το σπίτιν του Λέοναρντ Κοέν. Που εν ήταν καν ανοιχτόν για το κοινόν(!).

Πιο συχνή αταξία που έκαμνεν μιτσ̆ιά: Έπιαννα τα χρυσαφικά της μάμμας μου τζ̆αι έθαφκα τα μες τον κήπον μας. 

Τι ήθελεν να γίνει όταν μεγαλώσει: Αρχικά χειρούργος, μετά αθλήτρια τζ̆αι μετά δικηγόρος. 

5 άτομα, living or dead, που θα προσκαλούσεν σε dinner party: Τον Barack Obama, τον Αναστασιάδη, τον Gabor Maté, τον Akinci τζ̆αι την Emma Watson.

Κριτική προς την Δεξιάν: Εν’ προς όλα τα κόμματα που πάει: Να σταματήσουν να κάμνουν αντιπολίτευσην για χάριν της διαφωνίας. Εάν κάπου συμφωνούν, εν καλόν να το δει ο κόσμος τζ̆αι μιαν φοράν.

*WHO IS WHO
Η Χριστιάνα Ξενοφώντος εν’ κοινοβουλευτική συνεργάτρια του βουλευτή του ΔΗΣΥ Δημήτρη Δημητρίου στη Βουλή, εκλελεγμένη Αντιπρόεδρος του European Youth Forum τζ̆αι έσ̆ει τη δική της σειρά επεισοδίων Podcast “YOUth Inspire”, που προβάλλεται που την NetcastZone. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «25 ανάσες σε γραφή».

Μικρές, κακές ιστορίες with a twist: Συνεντεύξεις πίνοντας Brandy sour

Μέσα στο πλαίσιον τούτης της ενότητας, που θα ονομάζεται «Brandy sour με τον [όνομα προσκεκλημένου/ης]», θα προσκαλώ έναν άτομον κάθε εβδομάδαν για brandy sour στο καφενείον Χαράτσι, στην παλιάν πόλην της Λευκωσίας.

Έτυχεν σας ξανά να θκιεβάσετε ή να παρακολουθήσετε μιαν συνέντευξην ενός πολιτικού τζ̆αι να σκεφτείτε «αντί για τες απόψεις του πάνω στην οικονομία εννα ήθελα να ήξερα ποιος εν ο μεγαλλύτερος φόβος του τζαι ποια ήταν η τελευταία φορά που έκλαψεν»;. Ή έτυχεν σας ξανά να κάμνετε chit chat με φίλην ή γνωστόν που σας λαλεί «τα ίδια ρε», τζ̆αι εσείς να πρέπει να συγκρατηθείτε για να μεν της/του πείτε «τα μμάθκια σου άλλα μου λαλούν, φωνάζουν πως είσαι ερωτευμένος»;

Αν μου αρέσκει έναν πράμαν παραπάνω που οτιδήποτε, εν οι ιστορίες. Όι τα επίσημα αφηγήματα. Σαν επικοινωνιολόγος ξέρω πολλά καλά πώς προκύπτουν τζαι πόσον επεξεργασμένα μπορεί να ένουν ή επιτηδευμένα. Ενδιαφέρουν με οι ιστορίες που εν λέγουνται. Ή τελοσπάντων που εν λέγουνται εύκολα. Τζ̆είνες οι λεπτομέρειες που εν θα ελέουνταν ποττέ σε συνέντευξην στην τηλεόρασην, για παράδειγμαν ή που εν θα έγραφα ποττέ ως επικοινωνιολόγος σε άρθρον πελάτη μου. 

Αρέσκει μου να τες ακούω τούτες τες ιστορίες του περιθωρίου – γιατί περί τέθκοιες πρόκειται –  να τες θκιεβάζω, να τες γράφω. Πιστεύκω πως ο καθένας μας έσ̆ει πολλές ιστορίες μέσα του, ελάχιστες που τες οποίες αφήννει να φκουν προς τα έξω. Μπορεί να μεν ξέρει πώς να τες πει, μπορεί να μεν θέλει να τες πει, αλλά εν τζειαμαί, εν εγγεγραμμένες μέσα στο είναι του, εν τζ̆είνες που τον εδιαμορφώσαν. Μπορεί – τζ̆αι δαμέ θέλω να καταλήξω – να μεν εβρέθηκεν ποττέ κανένας να ρωτήσει να τες μάθει.

Η νέα θεματική ενότητα του μπλογκ μου, λοιπόν, εν βασισμένη πάλε πάνω στες ιστορίες του περιθωρίου αλλά με έναν twist: τούτην την φοράν διά βήμα σε ιστορίες άλλων. Στες περιθωριακές ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας, αλλά τζ̆αι δημόσιων προσώπων, προσώπων που απασχολούν ή απασχολήσαν κάποτε την επικαιρότηταν. 

Μέσα στο πλαίσιον τούτης της ενότητας, που θα ονομάζεται «Brandy sour με τον/την [όνομα προσκεκλημένου/ης]», θα προσκαλώ έναν άτομον για brandy sour στο καφενείον Χαράτσι- ή όπου αλλού λάχει, στην παλιάν πόλην της Λευκωσίας. 

Τζ̆ειαμαί, θα κάμνουμεν μιαν συζήτησην εφ’ όλης της ύλης, η οποία θα έσ̆ει ως σκοπόν της να αναδέιξει εκφάνσεις της ζωής τους που ενδεχομένως να μεν εξανασυζητήσαν σε έτσι context. Μέσα που την προβολήν τούτης της «αθέατης» ή λλιόττερον ορατής/εκτεθειμένης πλευράς της ζωής τζ̆αι της προσωπικότητας τους, εννα επιχειρηθεί η αποδόμηση, η κατανόηση τζ̆αι η παρουσίαση της ψυχοσύνθεσης του ατόμου σαν να ήταν ήρωας ή ηρωίδα του βιβλίου της ζωής του, πάντοτε με ενσυναίσθησην τζ̆αι σεβασμόν. 

Τούτον που θα παρουσιάζεται στην συνέχειαν στο μπλογκ, θα είναι η ιστορία του πώς εγνώρισα εγώ η ίδια καλλύττερα, βαθύτερα τζ̆αι πιο αληθινά το κάθε άτομον που θα φιλοξενείται.

Αρχήν φιλοδοξούμε να κάμουμεν με γνωστήν δημόσιαν προσωπικότηταν, που υπήρξεν τζ̆αι Υπουργός, με πολλές… πρωτιές. Stay tuned!

Όταν το Tinder πάει (παιδικό) ππάρτι

Τι συμβαίνει όταν συναντιούνται θκυό πρώην εργένηδες του tinder ως νυν γονιοί σε παιδικό ππάρτι γενεθλίων

…ή πώς να συνθλίψεις μια γκόμενα που εν σου έκατσε πριν σ̆ίλια χρόνια (τζ̆αι να αποτύχεις παταγωδώς)

«Ποιον εν το δικόν σου;» ρωτά με τζ̆αι διά με τα μμάθκια του έναν γυρόν, τάχα να δει ούλλα τα μωρά που κυκλοφορούν στο παιδικό ππάρτι για να μαντέψει ποιον μπορεί να εν το δικόν μου. Στο μεταξύν η κόρη μου, ούτε δέκα εκατοστά μπροστά του, αγκαλιάζει μου το πόιν μου τζ̆αι κάτι μουρμουρά. Τζ̆αι καλά εν την είδεν.

«Τούτον», απαντώ του τζ̆αι γυρίζω το βλέμμαν μου πάνω της. 

«Αα…», λαλεί. «Εν με επήρες στα σοβαρά…» συνεχίζει τζ̆αι κάτι πάει να μου διαμηνύσει με ύφος συνωμοτικόν, αλλά εν μπορώ να τον ακούσω. Η μουρμούρα της κόρης μου τζ̆αι η βαβούρα του ππάρτι καλύτπουν την καχεκτικήν του φωνήν. Εξάλλου εν επίστευκα ότι μπορεί όντως να άκουα τζ̆είνον που ενόμισα ότι έφκαιννεν που το στόμαν του.

«Συγγνώμην, εν σε άκουσα» είπα τζ̆αι εκόντεψα του λλίον. 

Επαρατήρησα για μια στιγμήν το πρόσωπον του τζ̆αι εθθυμήθηκα ακριβώς γιατί εν μου άρεσεν σε τζ̆είνον το πρώτον – τζ̆αι το μόνον – ραντεβού που εφκήκαμεν. Εν έσ̆ει νόημαν να εξηγήσω το γιατί. Εν έσ̆ει να κάμει μαζίν του, έσ̆ει να κάμει με τα δικά μου ένστικτα, το social conditioning που υπέστηκα, τα πρότυπα που ενσωμάτωσα μεγαλώνοντας. Ας πούμεν, πως απλώς εν μου έκαμεν κλικ.

Τα μμάθκια του ελάμπαν τζ̆αι το χαμόγελον του εν εκολλούσεν με τζ̆είνον που επανέλαβεν, τζ̆αι που τελικά καλά είχα ακούσει την πρώτην φοράν:

«Λαλώ», λαλεί μου, «εν με επήρες στα σοβαρά τότε που σου είχα πει ότι εν ολοκληρώννεσαι με το να κάμεις μωρόν». Έμεινα σέκκος. 

Περίμενε μισόν λεπτόν ρε κύριε. Πρώτον, ποιος στ’ ανάθθεμαν πετάσσει έτσι κουβένταν με το «χαίρεται», δεύτερον, τι σε κάμνει να νομίζεις πως έκαμα μωρόν για να καλύψω κάποιον κενόν μέσα μου, τρίτον, πόσον πικραμένος μπορεί να είσαι τζ̆αι τέταρτον, τι σε κάμνει να πιστεύκεις πως θα αθθυμούμουν ό,τι μαλακίαν μου είπεν ο κάθε γεντικελένης σε έναν αποτυχημένον πρώτον ραντεβού πριν τόσα χρόνια;

«Έτην τζ̆αι την δικήν μου, εν τω μεταξύν», προσθέτει τζ̆αι δείχνει μου μιαν κουκλούαν κορούαν στην ηλικίαν της κόρης μου. Κρίμας την, εσκέφτηκα αντανακλαστικά. Ύστερα εθθυμήθηκα ότι έσ̆ει άλλο έναν πιο μεγάλον μωρόν. Είσ̆εν μου το πει τότε. Τάχα εμεταλαμπάδευκεν τη σοφίαν ενός φτασμένου γονιού σε κάποιον αδαή; Ήθελεν, τζ̆αι καλά, να με γλιτώσει επειδή εσυμπάθησεν με, που μιαν οικειοθελή δολοφονίαν του μέσα μου κόσμου; Τι γλυκός.

«Εν έκαμα μωρόν για να ολοκληρωθώ», απάντησα του. Αλλά έκαμα μωρόν όταν ένιωθα ήδη ολοκληρωμένη, ρε μαλάκα, ήθελα να συνεχίσω να του πω αλλά εσιώπησα τζ̆αι ήπια μιαν μεγάλην γουλιάν που το κρασίν μου. Είχα τίποτε να του αποδείξω;

«Είχα σου πει επίσης ότι έναν κομμάτιν του μέσα σου σκοτώννεται άμαν κάμεις μωρόν;» ρωτά με τζ̆αι, μα τω θεώ, το χαμόγελον του σάννα τζ̆αι επλάθκιασεν. Τζ̆’ άλλον.

«Όι, αλλά εκατάλαβα το μετά που εγέννησα», απάντησα του. «Αλλά εκατάλαβα επίσης ότι ξυπνούν τζ̆αι λειτουργούν μέρη του εγκεφάλου σου που εν θα εξυπνούσαν ποττέ υπό άλλες συνθήκες», εσυνέχισα. 

«Ναι, ισχύει», λαλεί μου με το ίδιον χαντόν χαμόγελον, αλλά ένιωθα σάννα τζ̆αι ήθελεν να καταλάβω πως με λυπάται.

«Τι; θέλεις να πάεις στο φουσκωτόν αγάπη μου;» ερώτησα επιδεικτικά την κόρην μου τζ̆αι άφησα την να με πάρει τζ̆ει̮αμαί που ήθελεν. Το να κάμεις μωρόν επίσης βοηθά σε να «σκοτώννεις» μιαν τζ̆’ έξω εντελώς ανούσιες συζητήσεις που γίνουνται καθαρά για σκοπούς επικράτησης επί του άλλου, aka για τροφοδότησην της ανασφάλειας τζ̆είνου που τες ξεκινά, μαλάκα, ε μαλάκα, εσκέφτουμουν να του πω.

Πάμεν, μωρόν μου γλυκόν, όπου θέλεις. Τζ̆αι μείνε, να χαρείς, μακριά που αθθρώπους που εν ξέρουν να χάννουν – στον έρωταν τζ̆αι αλλού – που νομίζουν πως μπορούν να σε διδάξουν πώς να είσαι γυναίκα, κουλ γυναίκα, καλή γυναίκα, νούσιμη γυναίκα, που νομίζουν πως κερδίζουν μπόιν μειώνοντας την αξιοπρέπειαν των άλλων, ήθελα να της πω, αλλά απλώς έμεινα να την χαζεύκω να ππηδά πάνω-κάτω μέσα σ’ έναν φουσκωτό.