Κάν’ το όπως εκείνη

Την άκουγε που μιλούσε με τα μάτια γουρλωμένα για τα επιχειρηματικά της σχέδια. Έλεγε, με έναν τρόπο, που δεν χωρούσε αμφισβήτηση, ότι θα έκανε αυτό και θα έβγαζε τόσα. Κι ύστερα σήκωνε τους ώμους γυρνώντας στο πλάι το κεφάλι με ένα νάζι που υπονοούσε ότι ήξερε ακριβώς τι έλεγε και πώς να το καταφέρει, ότι αναγνώριζε τη δύναμη που είχε να το πράξει, αλλά ακόμα περισσότερο τη δύναμη που είχε να σε πείσει πως θα το έπραττε.

Περισσότερο παρατηρούσε όμως τους γύρω της, που την άκουγαν με προσοχή και θαυμασμό, σιγοντάροντας κάθε της πρόταση με επιφωνήματα τύπου «ουάου» και «μπράβο» και «μα ναι, είναι ιδιοφυές». Κρέμονταν όλοι από τις λέξεις της, έβλεπαν εκείνα τα σαρκώδη της χείλη να κινούνται σαν να έδιναν παράσταση μπροστά από μπορντώ σουέτ κουρτίνες, και ταυτόχρονα την παρατηρούσαν, όσο τους έκανε τη χάρη να στέκεται τόσο πολύ κοντά τους. Πράσινα μάτια, δέρμα τσιτωμένο και μαυρισμένο όσο πρέπει, μαλλί καστανόξανθο μακρύ πιασμένο σε πλεξίδα ριγμένη στον αριστερό της ώμο, μακιγιάζ έντονο, βλεφαρίδες ανασηκωμένες και επιβλητικές, στήθος μεγάλο και στητό, κάτω από ένα φόρεμα αέρινο που άφηνε τους σμιλευμένους ώμους της εκτεθειμένους.

Στεκόταν ακριβώς απέναντι της κι έκανε, καθώς την άκουγε, τους υπολογισμούς της. Ήταν πάνω από πενήντα και το έλεγε με περηφάνεια, ίσως γιατί ήξερε ότι θα προκαλούσε ακόμα πιο έντονο θαυμασμό απέναντι στο δυσανάλογο για την ηλικία της κάλλος. Εκείνη ήταν μόλις τριάντα-τρία αν και δεν ήταν σίγουρη ότι φαινόταν τόσο. Πώς είχε γεράσει έτσι μέσα σε λίγα χρόνια; Ήταν σίγουρα πολύ πιο όμορφη από την ίδια. Άραγε να την έφτανε αν προσπαθούσε λίγο παραπάνω κάθε πρωί; Εκείνη η αντηλιακή της με χρώμα είχε μείνει ξεχασμένη κάπου στο κομοδίνο της. Ίσως να είχε λήξει. Να θυμηθεί να την ξεθάψει όταν πάει σπίτι. Κάποτε της χρειαζόταν μόνο εκείνη η ανεπαίσθητη κρέμα για να φαίνεται φρέσκια κι όμορφη. Ήταν έξυπνη γυναίκα, αλλά όχι περισσότερο από του λόγου της. Σίγουρα πιο επιχειρηματικό μυαλό, ναι. Αλλά όχι πιο έξυπνη. Πολύ πιο γυμνασμένη, ναι. Της λείπει εκείνο το αίσθημα του σώματος που ξυπνάει μετά από άσκηση, αλλά πότε να βρει τον χρόνο; Σάμπως κι εκείνη τον είχε, με τέσσερα παιδιά και φουλ επιτυχημένη καριέρα; Είχε βέβαια και λίγη κοιλίτσα, αλλά κάπως τα κατάφερνε και έκανε τους άλλους είτε να μην την προσέχουν είτε να την εκλαμβάνουν ως χαριτωμένη. Αν έκανε την ίδια γυμναστική, σίγουρα το σώμα της θα φαινόταν χίλιες φορές πιο ελκυστικό. Πώς να είναι άραγε η επαφή με τον άντρα της; Η δικιά τους είχε ήδη περάσει σ΄εκείνο το επίπεδο που επιβάλλονται πρωτοβουλίες και αυτοσχεδιασμοί για να κρατηθεί σε ένα ελάχιστο επίπεδο ο ενθουσιασμός. Σίγουρα εκείνη θα ήξερε τι είχε ανάγκη σεξουαλικά και δεν θα ντρεπόταν να το ζητήσει. Δεν θα ένιωθε την ίδια ανασφάλεια που νιώθει η ίδια κάθε φορά που βλέπει την χαλαρή της κοιλιά να κυματίζει πέρα δώθε με κάθε κίνηση μπρος πίσω, πάνω κάτω.

Έγραφε όμως βιβλίο. Σίγουρα εκείνη όχι. Δεν το ήξερε σχεδόν κανένας ακόμα και δεν ήθελε να ακούει αυτή τη λέξη ούτε καν μέσα στο ίδιο της το μυαλό. Ακούς’ εκεί βιβλίο! Από πού κι ως πού; Αλλά το έγραφε κι ας μην γινόταν ποτέ βιβλίο όπως αυτά που θαύμαζε. Σκεφτόταν πώς θα ήταν να συστήνεται κι αυτή με την ίδια αυτοπεποίθηση ως «συγγραφέας». Όταν την ρωτούσαν με τι ασχολείται, θα άρχιζε οπωσδήποτε μ’ αυτό. Θα έλεγε «αυτή τη στιγμή γράφω το βιβλίο μου, θα το τελειώσω σε έναν μήνα ακριβώς, στις τάδε του Σεπτέμβρη, θα το παραδώσω στον τάδε εκδοτικό οίκο και μπορώ να σας εγγυηθώ πως θα εκδοθεί μέχρι το τέλος του χρόνου. Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε ευχαρίστως να σας φέρω ένα αντίγραφο με ειδική αφιέρωση». Αν την ρωτούσαν το θέμα του βιβλίου θα απαντούσε με ένα συνωμοτικό μειδίαμα πως «δεν μου επιτρέπεται να αποκαλύψω λεπτομέρειες της ιστορίας, αλλά να είστε σίγουροι πως θα σας συνεπάρει». Θα είχε πιο ελαφρύ μακιγιάζ πάνω της από την περσόνα που είχε εκείνη τη στιγμή απέναντι της, αλλά θα ήταν αρκετή η λάμψη των ματιών της για να κρύψει τις ατέλειες του δέρματος της και θα φόραγε εκείνη την ξώπλατη πράσινη παντελόνα της χωρίς σουτιέν, με κρεμαστά σκουλαρίκια και τα μαλλιά πάνω, με μία ατίθαση φράντζα να πέφτει στο μέτωπο. Θα την ρωτούσαν «μα πώς είναι δυνατό; είστε τόσο νέα, και με ένα παιδί να κρέμεται απ’ το φουστάνι σας, μπράβο!» και θα τους απαντούσε με ταπεινότητα «μα, δεν είναι τίποτα, ο καθένας μπορεί να γίνει αυτό που θέλει, φτάνει να υπάρχει θέληση». Καθώς θα μιλούσε θα έπιανε με την άκρη του ματιού της τον άντρα της να την κοιτάζει δαγκώνοντας το κάτω χείλος και κουνώντας το κεφάλι δεξιά-αριστερά από περηφάνεια. Σίγουρα θα σκεφτόταν «είμαι τόσο τυχερός που βρήκα μια τέτοια γυναίκα» και δεν θα άντεχε μέχρι να πάνε σπίτι για να της δείξει στην πράξη πόσο σαγηνευτική την βρίσκει. Παραδίπλα το παιδί τους θα άκουγε κάθε της λέξη με θρησκευτική προσήλωση και όταν το ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει θα απαντούσε φουσκώνοντας τα στήθια «συγκαλέας», προκαλώντας τα γέλια όλων και ένα μοναδικό αίσθημα πληρότητας στη μητέρα του.

Να θυμηθεί να βρει εκείνο το άρθρο που είχε διαβάσει κάποτε περί αυτοπεποίθησης.

Μάνα ή μη, η οκκά εν τετρακόshια

(Υπενθύμιση στον εαυτό μου)

Πάνε μέρες να γράψω. Ψάχνω θέματα, ιστορίες που να μην σχετίζονται με τη μητρότητα αλλά δεν βρίσκω κανένα. Είναι σαν ο ρόλος αυτός να έχει επισκιάσει κάθε πτυχή της ζωής μου πια. Προσπαθώ, από τότε που έγινα μάνα, να βρω τον εαυτό μου, αλλά μάταια. Τον παλιό μου εαυτό, τον χαλαρό, τον γεμάτο ενσυνείδηση και συνειδητότητα, χιούμορ, εύστοχες συμβουλές για τις φίλες μου, όρεξη για περιπέτεια και ατέλειωτες βόλτες, ώρα για διαλογισμό, διάβασμα και γράψιμο. Ψάχνω να μου συμβούν παθήματα που σχετίζονται με τον έξω κόσμο, με ένα ευρύτερο σύμπαν και μια πανανθρώπινη οικογένεια. Παθήματα που θα με οδηγήσουν σε σκέψεις για τη ζωή, για τις ενέργειες, για τον τρόπο που αλληλοσυνδέονται όλα, μαζί κι εγώ, και θα με ωθήσουν στο γράψιμο. 

Αντί αυτού, οι σκέψεις μου περιορίζονται στα καθημερινά. Στο φαγητό που θα μαγειρέψω, στις ανάγκες του σπιτιού, της δουλειάς, σε όλες τις λογιστικές λεπτομέρειες που κάνουν τη ζωή μου πεζή. Προσπαθώ να μιλήσω με τη φίλη που κάθεται απέναντί μου και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι η κόρη μου μού αδειάζει την τσάντα κάνοντας και την τελευταία τσαλακωμένη απόδειξη που είναι ριγμένη μέσα παιχνίδι της, κι ότι σύντομα θα πεινάσει και δεν έχω προνοήσει για φαγητό, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να φύγω πιο νωρίς από τον καφέ μας κι ότι στο αυτοκίνητο θα πρέπει να κάνω damage control μέχρι να βρω λύση στο πρόβλημα. 

Πού πήγαν οι βαθιές, ουσιαστικές κουβέντες (ειδικά εκείνες του μεταμεσονυκτίου, οι αλκοολικές), που σε έφερναν ένα βήμα πιο κοντά στον άλλον και προέκυπταν έτσι αβίαστα, απλά επειδή κανόνισες να βρεθείς μαζί του σε ένα μπαρ και τα υπόλοιπα απλά ήρθαν από μόνα τους; Όταν γίνεσαι μάνα μένουν μόνο τα πεζά;

Μου έχει λείψει να βλέπω παντού γύρω μου ιστορίες έτοιμες να γραφτούν. Το ζευγάρι στο πισινό αυτοκίνητο, ένα φαινομενικά πρώτο ραντεβού στο διπλανό παγκάκι, μια μοναχική ύπαρξη στην άκρη του μπαρ που πίνει κοιτάζοντας το κενό. Ιστορίες που με προσκαλούν  να μπω μέσα τους σαν σκηνοθέτιδα, σαν συγγραφέας, σαν μια μικρή θεά που φτιάχνει κόσμους τέλειους μέσα στην ατελή φύση των πραγμάτων. Τώρα το μόνο που κοιτάζω είναι την αντανάκλασή της από το καθρευτάκι σαν οδηγάω, ελπίζοντας ότι θα έχει έχει κοιμηθεί, για να μπορέσω να ακούσω τις σκέψεις μου. Τις πεζές, λογιστικές σκέψεις μου. 

Νιώθω σαν να έχω ξαφνικά συσσωρεύσει χρέος απέναντι στις φίλες μου. Χρύστα, χρωστάμε η μια στην άλλη μια μπύρα και αμέτρητες ιστορίες μεταφυσικού περιεχομένου. Απ’ εκείνες που δεν θα καταλάβαινε κανείς άλλος αν μας άκουγε. Στέφανη, σου χρωστώ μια αλητεία στην παλιά πόλη απ΄εκείνες που κάναμε παλιά, να μου βγάζεις τα σώψυχά σου κι εγώ να σε ακούω με την προσοχή μου αμέριστη και χωρίς να κάνω “τυχαίες” αναφορές στην κόρη μου. Κατερίνα, σου χρωστώ μια εις βάθος πολιτική ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων παρακολουθώντας στα διαλείμματα sex and the city με ποπ κορν και κρασί. Έλενα, Nίκη, σας χρωστώ ατέλειωτα χαλαρά απογεύματα στο Χαράτσι με κακόγουστα αστεία και μεταξύ μας πειράγματα. 

Δεν είναι η μητρότητα μόνο ποιηματάκια, τραγουδάκια κι όμορφες στιγμές με τα παιδιά σου. Μητρότητα, υποθέτω, είναι να χάνεις και να βρίσκεις τον εαυτό σου κάθε αναθεματισμένη στιγμή για το υπόλοιπο της ζωής σου. Είναι να προσπαθείς να βρεις τις ισορροπίες σου ενώ οι λογιστικές ανάγκες τρέχουν και οι ρυθμοί της ζωής σου έχουν επιταχυνθεί απότομα. Σαν να ξανακάθεσαι εξετάσεις για άδεια αυτοκινήτου, μόνο που αυτή τη φορά οδηγείς νταλίκα, είναι γεμάτη κρύσταλλα βοημίας και ο εξεταστής σε βγάζει για 3 point σε κάποιον δρόμο της Ινδίας, όπου οι κόρνες βουίζουν αδιάκοπα στ’ αυτιά σου και καλείσαι να τα βγάλεις πέρα σε ένα οδικό δίκτυο όπου κανείς δεν υπακούει σε ένα προ-συμφωνημένο σύστημα κανόνων κυκλοφορίας. 

Μητέρα ή μη, όμως, το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι το ίδιο: να καταφέρεις να γίνεις δεξιοτέχνης ή έστω απλά ικανή χειρίστρια του εσωτερικού σου κόσμου, απ’ όπου πηγάζει η ευτυχία σου, ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών. Το ότι δεν θα γίνεται πάντοτε κατορθωτό είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι.  

Ιππότης δίχως πανοπλία

(03 Ιουλίου 2018)

Πιο πολύ την ανησυχούσε που ανησυχούσε. Ήτανε περισσότερα από δυο χρόνια μόνη της και το ‘χε συνηθίσει τόσο, που δεν ήταν πρόθυμη να το θυσιάσει για τον οποιονδήποτε. Αυτός όμως ήταν διαφορετικός. Τον είχε ερωτευτεί. Κι αυτός το ίδιο. Και δεν ήταν μαλάκας. Ακόμα (;). Και ήθελε να είναι μαζί χωρίς υπεκφυγές, φοβίες και άλυτα ζητήματα. Για πάντα. Και ήξερε να χειριστεί τον… βαθμό δυσκολίας της. Αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους. Είχε έρθει για να μείνει. Και της το έλεγε. Με πάσα αυτογνωσία και ειλικρίνεια. Ήθελε να κάνουν ακόμα και οικογένεια! Ναι, αυτό το δαιμονοποιημένο σενάριο που υπήρξε άλλοτε αιτία χωρισμού από αυτόν που θεωρούσε, τότε, έρωτα της ζωής της.

Ανησυχούσε όμως. Ανησυχούσε που άρχιζε να της γίνεται απαραίτητος. Ποιος; Ένας άνθρωπος που ήταν δεν ήταν στη ζωή της τρεις μήνες όλους κι όλους. Ένας άνθρωπος, που, στη σκέψη μην και την πληγώσει της προκαλούσε αγωνία και… πόνο. Και φοβόταν. Φοβόταν μην γίνει αυτό που κατέκρινε τόσο καιρό. Φοβόταν μην χάσει την ανεξαρτησία της, την αυτονομία της. 

Πώς γίνεται να φοβάται μην τυχόν και χάσει τη δύναμή της ενώ ταυτόχρονα να νιώθει αδύναμη μπροστά στην ανάγκη της να τον δει, να του μιλήσει; Και πώς εξηγείται αυτό το άτιμο το συναίσθημα της ζήλιας, της ανάγκης για την προσοχή και την επιβεβαίωσή του;

Κι ύστερα, αν το καταλάβαινε όλο αυτό και την περνούσε για αδύναμη; Κι αν υποψιαζόταν, έστω για μια στιγμή, ότι τον έχει ανάγκη; Θα ήταν η απόλυτη ήττα της γυναικείας χειραφέτησής της ή η απόλυτη μορφή δοσίματος, μέσα από την αποκάλυψη της ευαλωτότητάς της; Πώς γίνεται να είναι κανείς ερωτευμένος και να πονάει ταυτόχρονα τόσο πολύ;

Μια κάποια Μαίρη, ούτε καν η Παναγιωταρά

Κοιμάται στην άκρη του κρεβατιού για να αφήνει χώρο στην κόρη της, που θέλει να τη νιώθει δίπλα της για να κοιμηθεί. Είναι γυρισμένη πάντα στα δεξιά, για να έχει τη μούρη της κολλημένη στη μούρη τη δική της. Θέλει να τη μυρίζεται για να κοιμηθεί. Όποτε ασυναίσθητα γυρίζει από την άλλη πλευρά, της το θυμίζει τραβώντας της τα μαλλιά σχεδόν αντανακλαστικά. Κάθε φορά που κινείται την πονά η μέση της κι όταν τελικά καταφέρνει να γυρίσει την ενοχλεί ο πάντοτε μουδιασμένος ώμος της. Είναι όμως σημαντικό να κοιμηθεί το μωρό. Αν χρειαστεί τη θηλάζει ξαπλωμένη στην ίδια πάντα πλευρά, για να ξαπλώνει η κόρη της με ασφάλεια ανάμεσά τους χωρίς τον κίνδυνο να πέσει κάτω. 

Όποτε τη βλέπει να κοντεύει πολύ στον άντρα της, την τραβά απαλά κοντά της. Είναι σημαντικό κι εκείνος να κοιμηθεί γιατί ξυπνάει νωρίς για τη δουλειά του. Προσπαθεί να την έχει υπό έλεγχο χωρίς να προκαλεί το μυαλό της να ξυπνήσει. Πρέπει κι αυτό να κοιμηθεί. Το υπόλοιπο της ημέρας, το ταλαιπωρεί η αγωνία. Η σκέψη ότι δεν πρέπει να ξυπνήσει την ξυπνά για τα καλά και τώρα αγωνιά για το ότι πρέπει κι εκείνη να κοιμηθεί πριν την προλάβει η μέρα. Αναγκάζει το μυαλό της να μετρήσει τους λόγους για τους οποίους είναι ευγνώμων. Συνήθως αυτό τη βοηθά να χαλαρώσει. Η κόρη της, ο άντρας της, ο γιος του, η στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους, η υγεία τους, ο καφές του πρωινού αν και πάνε μήνες να τον πιει σε ησυχία, ο μισθός στο τέλος του μήνα, οι γονείς της, οι αδερφές της, οι διακοπές στη Γαλλία, ο ήλιος της Άνοιξης, τα λουλούδια. Αποκοιμιέται στη μέση κάποιων νοερών δρόμων που μυρίζουν γιασεμί και λεμονανθούς με τα χέρια της μικρής γύρω από το λαιμό της και τη ζεστή της ανάσα να πέφτει ρυθμικά ανάμεσα στα μάτια της. Είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάται πριν ξανακοιμηθεί και το πρώτο μόλις ξυπνήσει. 

Κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά ο άντρας της, την ξυπνά για να τη φιλήσει, να της πει πως την αγαπάει και να της ευχηθεί να πάει καλά η μέρα της. Συνήθως του ανταποδίδει το φιλί κοιμισμένη ακόμα, και συνεχίζει τον ύπνο της με τη θολούρα της απορίας αν του είναι καλή σύντροφος, αν είναι μοιραίο να γίνουν σαν όλα τα άλλα ζευγάρια με μωρά που ξέρουν κι αν όχι, αν κάνει όσα πρέπει προς αποφυγή του.

Προλαβαίνει να μείνει ξαπλωμένη για ακόμα λίγο. Πότε ήταν η τελευταία φορά που έμεινε ξαπλωμένη έτσι χωρίς σκοπό και χωρίς τίποτε να της καταλαμβάνει το νου, ούτε που θυμάται. Προγραμματίζει στο μυαλό της τα επόμενα βήματα της ημέρας. Μόλις ξυπνήσει το μωρό θα πρέπει να το αλλάξει, να το περιορίσει κάπου για να προλάβει να πάει στα γρήγορα τουαλέτα. Ύστερα να της φτιάξει πρωινό, να την ταΐσει, να της τραγουδήσει, να βγουν έξω να μυρίσουν τα κρινάκια τους, να την αφήσει να μπουσουλήσει για να βάλει σε μια τάξη το σπίτι, χωρίς να την αφήνει στιγμή από το βλέμμα της. Να την αφήσει να παίζει με τα ρούχα της όσο θα ντύνεται. Δεν θα έχει χρόνο να σκεφτεί τι να βάλει – θα πρέπει να αφοσιωθεί στα πιο σημαντικά. Θα δει το κοκκινάδι της. Δεν θα το βάλει όσο και να της λείπει γιατί προτιμά να μπορεί να τη φιλάει με καθαρά χείλη. Πριν το καταλάβει θα είναι ώρα για δουλειά. Συναντήσεις, ημέηλς, άγχος, όλα από το σπίτι ενώ το μωρό θα το προσέχει κάποιος άλλος στο διπλανό δωμάτιο κι αυτή θα δουλεύει με την απορία αν είναι καλή επαγγελματίας και ως μητέρα. Θα θυμώνει με τα της δουλειάς και θα σκέφτεται μήπως αντιδρά έτσι επειδή η μητρότητα μετρίασε τις αντοχές της ή απλά επειδή έχει δίκαιο, ενώ θα ακούει την κόρη της πίσω από την πόρτα να γελάει με τα γαργαλίσματα κάποιας υποκατάστατης μάνας.

Ύστερα θα πρέπει να βρει χρόνο να την κοιμίσει γιατί μόνο πάνω της κοιμάται, να συνεχίσει με τη δουλειά, να προλάβει να κάνει ένα διάλειμμα για να την ταΐσει μεσημεριανό όχι γιατί πρέπει αλλά γιατί θα της έχει λείψει και θα νιώθει ότι δεν περνάει αρκετό χρόνο μαζί της. Θα την κάνει μπάνιο με τον άντρα της όταν θα έχει τελειώσει τη δουλειά αλλά ακόμα το μυαλό της θα είναι εκεί γιατί η κούρσα της ημέρας της θα συνεχίζεται με κεκτημένη ταχύτητα, θα τη χαζέψει να πλατσουρίζει και θα τον αφήσει να τη ντύσει μέχρι να προλάβει να πάει να κάνει ένα ντους. 

Θα τρέχει το ζεστό νερό από πάνω της κι αυτή μάταια θα φαντάζεται ότι συμπαρασύρει στο πέρασμά του όλη την ένταση. Θα την ακούει έξω από την πόρτα να της φωνάζει “γεια” και θα αισθάνεται τύψεις που το βρίσκει αξιολάτρευτο μεν αλλά θα προτιμούσε να ήταν μόνη έστω και για τόσο λίγο, όσο διαρκεί ένα ντους. Θα την ταΐζει και θα σκέφτεται ότι θέλει να σταματήσει να τη θηλάζει κι ότι έχει ήδη παραπάει το πράγμα, αλλά όχι σύμφωνα με τη γιατρό της. Την κάνει να αισθάνεται κακή μητέρα, κι ας της εξηγεί ότι της λείπει το σώμα της. Θα υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι πρέπει πάνω απ’ όλα να είναι εκείνη καλά για να μπορεί να είναι καλή μητέρα. Θα κοιμηθεί το μωρό ενόσω τη θηλάζει, θα τη βάλει στο κρεβατάκι της και θα εύχεται να μην ξυπνήσει μέχρι να προλάβει να φάει και να ξεκουραστεί στον καναπέ, να πει δυο κουβέντες με τον άντρα της, να ανασυγκροτήσει το μυαλό της, να πιει ένα ποτήρι κρασί με την αγωνία ότι μπορεί να χρειαστεί να θηλάσει μέσα στη νύχτα και τότε θα νιώθει τύψεις που το ήπιε. Περνάει από το μυαλό της να γράψει λίγο, αλλά δεν έχει τη δύναμη. Κλείνοντας τα μάτια μπροστά σε κάποια σειρά του netflix που δεν θα καταφέρει ποτέ να δει ολοκληρωμένη θα σκέφτεται ότι η μητρότητα δεν μπορεί να είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων για μια γυναίκα αλλά κατόρθωμα, και διερωτάται πώς τα έβγαλε πέρα η μάνα της με τρία και χωρίς καμιά βοήθεια. Ξαφνικά την καταλαβαίνει όσο ποτέ.  

Κι όταν θα έχει πια κοιμηθεί για τα καλά, θα συνεχίσει να έχει στο πίσω μέρος του μισοκοιμισμένου της μυαλού την έγνοια της. Θα ξυπνά όταν εκείνη καθυστερεί να αναζητήσει την παρηγοριά της, θα την ψάχνει μέσα στο σκοτάδι για να σιγουρευτεί πως είναι καλά και θα σκέφτεται πόσο αναπόσπαστο κομμάτι τής είναι και πόσο αδιανόητα πολύ την αγαπά.

Αξίζει; Όσο τίποτε άλλο στον κόσμο.