Μια σχέση μαγική

Με την Κατερίνα βρεθήκαμε στη ζωή όταν ήμασταν μόλις τεσσάρων ή πέντε, στο ίδιο νηπιαγωγείο. Τη θυμάμαι πάντα χαμογελαστή, λίγο ντροπαλή αλλά με ήρεμη δυναμικότητα. Δύο πράγματα ξεχώριζα πάνω της. Τα χρωματιστά της γυαλάκια που έκαναν τα μάτια της στρογγυλά και μεγέθυναν την παιδική εκφραστικότητά τους και το ρολόι της, κι αυτό χρωματιστό…

Με την Κατερίνα βρεθήκαμε στη ζωή όταν ήμασταν μόλις τεσσάρων ή πέντε, στο ίδιο νηπιαγωγείο. Τη θυμάμαι πάντα χαμογελαστή, λίγο ντροπαλή αλλά με ήρεμη δυναμικότητα. Δύο πράγματα ξεχώριζα πάνω της. Τα χρωματιστά της γυαλάκια που έκαναν τα μάτια της στρογγυλά και μεγέθυναν την παιδική εκφραστικότητά τους και το ρολόι της, κι αυτό χρωματιστό. Δεν ήταν από τα παιδάκια που ξεχώριζαν κάνοντας θόρυβο. Διακρινόταν όμως στα δικά μου μάτια γιατί έμοιαζε από τότε να έχει το πάνω χέρι στη ζωή. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Μικρό παιδάκι ήταν άλλωστε, αλλά υπολόγιζες ότι θα είχε πολλή αγάπη στη ζωή της.

Ύστερα πήγαμε δημοτικό, η κάθε μια σε άλλο και χαθήκαμε. Μεγαλώναμε μακριά, κάνοντας νέους φίλους, μαζεύοντας εμπειρίες και γνώση. Η ζωή έμελλε να μας φέρει ξανά μαζί μόλις μπήκαμε στα εφηβικά μας χρόνια, πίσω από κάτι πλατιά, άσπρα θρανία, σε ένα ημι-υπόγειο ωδείο, όπου βαλτήκαμε, κάθε απόγευμα Τετάρτης, να μάθουμε τους κανόνες της θεωρίας της Μουσικής. Εκείνη έπαιζε πιάνο κι εγώ βιολί. Φορούσε ακόμα τα γυαλάκια της, μέχρι τότε είχα βάλει κι εγώ, και ήμασταν κι οι δυο οι καλύτερες στην τάξη. Σπασικλάκια, δηλαδή. Εκείνη πάντα με τις εργασίες της καμωμένες από πριν, εγώ πάντα να κρύβομαι πριν το μάθημα πίσω από κάποιον τοίχο για να τις κάνω βιαστικά. Εκείνη συνεπής και μεθοδική, εγώ φυγόπονη και παρορμητική.

Κάπως έτσι πέρασαν πέντε εφηβικά χρόνια, πήραμε το πτυχίο της θεωρίας και χαθήκαμε ξανά. Μπήκαμε στο λύκειο, εκείνη σε ιδιωτικό εγώ σε δημόσιο, γεμίσαμε σπυριά, φορούσαμε ακόμα τα ίδια γυαλάκια, ήμασταν ακόμα σπασικλάκια, παλεύαμε η κάθε μια με τους εφηβικούς μας δαίμονες και μεγαλώναμε χώρια. Και μεγαλώσαμε η κάθε μια χωρίς την έγνοια της άλλης, τελειώσαμε το σχολείο, πήγαμε πανεπιστήμιο. Εκείνη κάπου στην Αμερική κι εγώ στην Ελλάδα. Τα πήγαμε κι οι δυο άριστα γιατί γουστάραμε πολύ αυτό που κάναμε και τελειώσαμε. Δεν το ξέραμε τότε, αλλά σπουδάζαμε παρόμοια πράματα.

Όταν ήρθε ο καιρός να το μάθουμε, ήμασταν κι οι δυο έτοιμες για το επόμενο βήμα, για το μεταπτυχιακό. Βρεθήκαμε σε μια σύναξη για τους φοιτητές που θα φοιτούσαν σε ένα πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Σε αυτό, που τυχαία κι οι δυο μας κάναμε αίτηση και γίναμε δεκτές. Την είδα από μακριά να μιλάει σε κόσμο με αυτοπεποίθηση και το ίδιο, γνώριμο χαμόγελο. Δεν φόραγε πια γυαλιά, ούτε κι εγώ. Ήμασταν σχεδόν γυναίκες, είχαμε σχέδιο να διαπρέψουμε σε αυτό που ακολουθούσαμε και κανείς δεν μπορούσε να μας σταματήσει. Το ίδιο συνεπής και μεθοδική εκείνη και εξίσου φυγόπονη και παρορμητική εγώ, περάσαμε έναν χρόνο στο Λονδίνο γεμάτο άγχος, έλλειψη ήλιου και διάβασμα.

Κι ύστερα τελειώσαμε μαζί, ήρθαμε πίσω στην πόλη μας και συνεχίσαμε να χωράμε η μια στη ζωή της άλλης. Εκείνη προχώρησε κάνοντας διδακτορικό σε αυτό που αγαπά κι εγώ βρήκα την καριέρα που αποζητούσα. Και κάπου στο ενδιάμεσο, έμελλε να της γνωρίσω τον άντρα της ζωής της.

Κι έχουν περάσει από τότε χρόνια. Χωρίς γυαλάκια και σπυράκια, αλλά το ίδιο σπασικλάκια, η Κατερίνα κι εγώ ξεζουμίζουμε τη ζωή σαν οι καλύτερες μαθήτριες στην τάξη. Όταν ξεχνώ να μάθω από τα παθήματά μου είναι εκεί για να μου τα διδάσκει ξανά, κι όταν ξεχνά πόσο δυνατή και θαρραλέα είναι, είμαι εκεί για να της το θυμίζω.

Κι αυτό, είναι μαγεία.

Έρωτας στο περίπου, γίνεται;

Πάντοτε πίστευα ότι στη ζωή μου θα ζούσα 2-3 μεγάλους έρωτες. Ότι θα έρχονταν ξαφνικά, απροσδόκητα και θα αναστάτωναν τη ζωή μου ο καθένας με έναν διαφορετικά όμορφο, αλλά εξίσου ολοκληρωτικό τρόπο.

Πίστευα ότι σίγουρα ο ένας τουλάχιστον θα με πλήγωνε πολύ βαθιά και θα είχε τραγικό τέλος. Ότι θα τα έφερνε έτσι η ζωή που δεν θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί γιατί θα υπήρχαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Κι έτσι θα έφευγε από τη ζωή μου με πόνο. Αλλά με εκείνον τον γλυκό πόνο που σε κάνει να πιστεύεις στα παραμύθια και να ελπίζεις ότι οι έρωτες «δεν πεθαίνουν μα κοιμούνται» και «τρυπώνουν στα προσεχώς του σινεμά».

Κι ύστερα, όταν θα κατάφερνα σιγά-σιγά να ξεπεράσω τον πόνο, θα ερχόταν ένας άλλος, μεγάλος έρωτας. Σίγουρα θα έπρεπε να είναι μεγάλος, γιατί πώς αλλιώς να ξεπεράσει τον προηγούμενο; Πίστευα ότι κι αυτός, ο δεύτερος μεγάλος έρωτας, θα μου έπαιρνε τα μυαλά. Θα τον ζούσα στο έπακρο και θα έκανα τρελά πράγματα γι’ αυτόν. Όπως κι εκείνος για ‘μένα. Αυτός ο έρωτας θα ήταν από αυτούς που δεν θέλουν να ξέρουν τι τους ξημερώνει. Γιατί γνωρίζουν την ματαιότητα του «για πάντα» και έχουν μάθει πια ότι τίποτα δεν μένει σταθερό, ότι τα πάντα αλλάζουν. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα δίνουν όλα άφοβα, πιο δυνατά και πιο παθιασμένα από κάθε άλλη φορά. Κι ύστερα θα έφευγε κι αυτός. Ίσως γιατί θα αλλάζαμε κι οι δυο και αυτή η ερωτική μυσταγωγία θα χανόταν μαζί με τους παλιούς μας εαυτούς.

Και θα μάθαινα επιτέλους να ζω μόνη.

Θα γινόμουν πιο κυνική, πιο ρεαλίστρια. «Τι πάει να πει έρωτας, δηλαδή; Τι την θέλω αυτή την κατάσταση εμμονής, ανασφάλειας, έντασης;», θα σκεφτόμουν. Δεν θα πίστευα στη μαγεία του πια. Ούτε «για πάντα», ούτε «σήμερα σαν να μην υπάρχει αύριο». Αλλά θα περίμενα. Θα περίμενα βαθιά μέσα μου αυτόν που θα με έκανε να πιστέψω ξανά.

Και όταν θα ερχόταν, με τρόπο εξίσου απρόσμενο και απογειωτικό, θα τα έκανα όλα. Δεν θα κρατούσα καμία πισινή, δεν θα σκεφτόμουνα τίποτα δυο φορές. Θα τα έκανα και θα τα έδινα όλα. Με αυτόν που θα κατάφερνε να με κάνει να ξανα-πιστέψω στο παραμύθι που λέγεται «έρωτας». Και με αυτόν θα ανακάλυπτα ξανά τη ζωή. Και ξανά, και ξανά, μέχρι που θα μου τελείωνε.

Αυτά σκεφτόμουνα πάντα. Γι’ αυτό, κάθε φορά που ο κάθε υποψήφιος μεγάλος έρωτας που έρχεται στη ζωή μου αποδεικνύεται πολύ μικρός για τα δεδομένα, σταματάω όλο και περισσότερο να πιστεύω στο παραμύθι. Και είναι πολύ πικρό να συνειδητοποιείς ότι αυτός που πέρναγες για έρωτα δεν είναι παρά άλλος ένας περαστικός στο δρόμο σου. Γιατί είναι πιο ουσιώδες να ερωτεύεσαι ολοκληρωτικά και να πληγώνεσαι, παρά να ζεις στο περίπου έρωτες και πάθη.

Γιατί, άμα στον έρωτα βάζεις όρια, φρένα και όρους, αναιρείς τη σημασία του αισθήματος. Σημαίνει δεν είναι έρωτας αυτό που αισθάνεσαι, φίλε. Γι΄ αυτό, μην παιδεύεις και σταμάτα επιτέλους να παιδεύεσαι κι εσύ με τα «περίπου» αισθήματά σου. Άμα δεν το θέλεις αρκετά για να το ζήσεις πλήρως, δεν το θέλεις καθόλου. Έρωτας στο περίπου δεν γίνεται, γίνεται;

Στο δρόμο για το μπαρ

Εκείνη την ημέρα σχόλασε στην ώρα της και θα συναντούσε της φίλες της στο στέκι τους στην εντός των τειχών πόλη. Για πρώτη φορά αποφάσισε ότι δεν θα έμενε στο γραφείο μέχρι τις οκτώ που θα τους συναντούσε αλλά θα τολμούσε να πάει για μια μπύρα μόνη της στο μπαρ μέχρι να φανούν. Την άγχωνε το ενδεχόμενο να είναι μόνη της αλλά τώρα ήταν η ώρα να το ξεπεράσει. 

«Και πού θα βάζω τα χέρια μου; Θα κρατώ το ποτήρι. Κι αν με ρωτήσουν τι κάνω εκεί μόνη μου τι θα πω; Κανείς δε θα ασχολείται μαζί μου. Το άρθρο που διάβαζα το πρωί έλεγε να μη μιλάω με απέχθεια στον εαυτό μου. Σχιζοφρενής είμαι; Κανείς δε μιλάει στον εαυτό του. Γιατί δε μπορώ να είμαι φυσιολογικός άνθρωπος όπως τους άλλους; Να ανανεώσω το κραγιόν μου πριν κατέβω απ’ τ’ αμάξι. Βρήκα εύκολα πάρκινγκ για Παρασκευή απόγευμα, ευτυχώς. Ωραία χείλη έχω αλλά πώς είναι έτσι το δέρμα μου; Σα να φιλοξενεί μυρμηγκοφωλιά είναι. Μήπως να έκανα εκείνη τη θεραπεία λέιζερ που έκανε εκείνη η γνωστή μου; Μπα, εγώ έτσι είμαι και σ’ όποιον αρέσω. Ναι καλά. Και τα μάτια μου βέβαια, ωραία είναι, το ‘χω με τις εκφράσεις. Αυτό θα δείχνω τώρα που θα πάω. Ότι είμαι επικοινωνιακή. Μην τρομάξω κανέναν που θα θέλει να μου μιλήσει. Ναι καλά μη θέλει να μου μιλήσει κανείς. I allow myself to be me. I allow myself to be me. I allow… Πάλι μιλάς στον εαυτό σου μωρέ βαρεμένη; Κλείδωσα καλά την πόρτα; Πάντως όπως περπατώ εμπνέω έναν αέρα αυτοπεποίθησης. Δε νομίζω να φαίνεται ότι σκέφτομαι περισσότερο από το κανονικό. Σκέφτομαι περισσότερο από το κανονικό; Να θυμηθώ να το ψάξω online. Μου πάνε αυτά τα παπούτσια, καλά έκανα και τα πήρα. Και το φόρεμα αυτό ωραίο είναι, αν και παλιό. Λες να μοιάζει παλιομοδίτικο; Το κόσμημα στο λαιμό πάντως καινούριο είναι. Ελπίζω να αντισταθμίζει το γεγονός. Καλά ντε, για μια μπύρα θα πάω, δεν θα κάνω επίδειξη κιόλας. Και τι περιμένω δηλαδή, να μου την πέσει κάποιος για να καταλάβω αν είμαι ωραία ή όχι; Από μέσα μας πηγάζει η ευτυχία. Από μέσα μας λέμε. Και που είμαι μόνη μου δηλαδή σημαίνει ότι δεν είμαι πλήρης; Νταξει μπορεί τώρα να μην αισθάνομαι έτσι αλλά είναι θέμα καλλιέργειας δεν είναι; Θα το καταφέρω κι αυτό πού θα μου πάει. Αχ τι όμορφη πόρτα σ΄ αυτό το αρχοντικό. Κάθε φορά που περνάω μου κάνει κάτι. Τι να κρύβει άραγε από πίσω; Κοίτα μπροστά σου, θα πέσεις κάτω όπως πας έτσι ανέμελη και θα γίνεις ρεζίλι. Κούνα και λίγο το γοφό, γυναίκα είσαι. Όχι τόσο. Ετοιμάσου, ανοίγεις την πόρτα, έφτασες».