Ο θείος μου ο Παντελής εν ίσως ο τελευταίος γνήσιος άθρωπος της εργαθκιάς που ξέρω. Μεγαλώννοντας εφάνταζε στα μμάθκια μου σχεδόν θκυο μέτρα. Ψιντρός μεν, αλλά με τζείνην τη μυική δύναμην που έχουν οι αθρώποι που επεράσαν τη ζωήν τους μες τα χτίσματα. Τζαι μούζουρος. Ψηλός, ψιντρός, μουζουρής, με σγουρόν πυκνόν μαλλίν τζαι μουστάτζιν, τζαι με κάτι μελισσιά μμάθκια που ελάμπαν σάννα τζαι εφωτίζουνταν που μέσα.
Άντρας της μιτσιάς αδερφής της μάμμας μου τζαι παπάς της συνομήλικης εξαδέρφης μου της Κρίστας, με την οποίαν επήαμεν μαζίν Δημοτικόν στην Λακατάμεια. Κάθε μεσημέριν που εσχολάνναμεν επηαίνναμεν περπατητές σπίτιν τους ώσπου να σχολάσει ο παπάς μου να έρτει να με πιάσει.
Θυμούμαι τον να έρκεται που τα χτίσματα με το παούριν το στροντζυλόν που πολυστερίνην τζαι την μαειρισσούαν τυλιμένην μες την καρό τη μαντιλιάν. Ρούχα-μαλλιά ξιμαρισμένα που το κουγκρίν τζαι την κούρασην γραμμένην παντού στο πρόσωπον του. Δύσκολα τον έχαννες να καταφτάννει με το διπλοκάμπινον του. Έξερα ότι εν’ το δικόν του αν έβλεπα κάτι κότσινα κεφαλαία γράμματα πας τον προφυλακτήραν του.
Μόλις άρκεψα να θκιεβάζω θυμούμαι έκαμεν μου τρομερήν εντύπωσην το τι έγραφεν. Τι να εσήμαινεν άραγε το «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ»; Ότι εβούραν πολλά με το διπλοκάμπινον τζαι εχρειάζετουν έξτρα προσοχήν που την Παναγίαν; Ότι η δουλειά του ήταν τόσον επικίνδυνη που έπρεπεν να τον προσέχει; Έκαμνα υποθέσεις μες τον νουν μου αν ο θείος ο Παντελής το επρόφερεν «Η Παναγία» ή «Η Παναγιά» τζαι επροσπαθούσα να τον φανταστώ να το λαλεί για να μαντέψω ποιον του εταίρκαζεν παραπάνω. Επροσπαθούσα να μαντέψω αν το επαράγγειλεν έτσι το διπλοκάμπινον ή αν τα εκόλλησεν μετά τα γράμματα τζαι πόθθεν θα εγόρασεν έτσι ανθεχτικά αυτοκόλλητα.
Σαν φκαρμένος που ταινίαν γουέστερν, ο θείος μου καπνίζει το τσιγάρον του κουμπημένον στο τέρμαν της σχισμής των δαχτύλων του. Τζαι άμαν το ρουφά εν’ σάννα τζαι κλείει το στόμαν του με την παλάμην του ολόκληρην. Εν είδα άλλον άθρωπον στη ζωήν μου να καπνίζει με έτσι μοναδικόν στυλ.
Μιαν μέραν επηαίνναμεν βόλταν οι θκυο οικογένειες κάπου εχτός Λευκωσίας τζαι επέλεξα να πάω μαζίν τους, με το διπλοκάμπινον. Ήμασταν ξαπολυμένες με την ανηψιάν μου στο πίσω κάθισμαν, γονατισμένες να θωρούμεν πίσω τζαι ο Καζαντζίδης στη διαπασών. Τα παράθυρα ορθάννοιχτα να μας φυσά ο αέρας μες το χάιγουει τζαι τζείνος να τραγουδά με την ψυσιήν του «είσαι η ζωή μου/η αναπνοή μου».
Είσεν το σέριν του έξω με το τσιγάρον στα δάχτυλα τζαι έτσι όπως ετραγουδούσεν «γλύκα μου και φως μου/το φιλί σου δώσ’ μου» έσσυψεν στην πλευράν της θείας μου της Ντίνας τζαι έδωσεν της έναν τσακριστόν φιλίν πάνω στο στέρνο.
Εκρυφογελάσαμεν με την Κρίσταν τζαι για μέρες μετά επροσπαθούσα να επεξεργαστώ την ιδέαν ότι οι γονιοί μας μπορεί να αγαπιούνται τζαι έτσι. Διάχυτα, γελαστά, παρορμητικά.
Ο θείος μου ο Παντελής εν’ η πιο αγνή μορφή εργαθκιάς τζαι αθρωπιάς που ξέρω. Που ήξερα. Στο καλό, θείε μου. Η Παναγιά μαζί σου.