Η κυρία Μαίρη πάει για ύπνο

Δημοσιευμένο στον ιστότοπο του περιοδικού Ο Αναγνώστης στις 13 Αυγούστου 2025

Βγαίνω από το κτήριο και κοντοστέκομαι ευθυτενής. Ισιώνω το σάλι μου και κοιτάζω τριγύρω. Δεν με βλέπει κανένας. Ξεδιπλώνω το χαρτομάντηλο που μου ‘δωσε πριν από λίγο ο γιατρός και σκουπίζω την άκρη των ματιών μου. 

Βγάζω το καθρεφτάκι από την τσάντα και τσεκάρω το μακιγιάζ μου. Κάποτε βαφόμουν το πρωί και ως το βράδυ με πέρναγες για το ίδιο φρεσκοβαμμένη. Τώρα, η σκιά πάνω στα σακουλιασμένα μου βλέφαρα άντε ν’ αντέξει μία ώρα. Πόσο μάλλον αν έχω κλάψει κιόλας.

Παρατηρώ καλά-καλά το πρόσωπό μου. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια φτάνουν μέχρι τους κροτάφους. Τα χείλη μου είναι ζαρωμένα. Περνάω το χέρι πάνω απ’ το χαλαρωμένο δέρμα του λαιμού μου. Το βλέμμα πέφτει πάνω στις καφέ κουκκίδες που έχουν κατακλύσει το πίσω μέρος της παλάμης μου. Είναι οι ίδιες που είχε κι η γαλλίδα δασκάλα του πιάνου μου όταν πρωτοξεκίνησα. Να δεις πώς τις έλεγε… Κατεβάζω απότομα το χέρι.Fleur du cimetière τις έλεγε. Λουλούδια του κοιμητηρίου. Ας μην τις κοιτάζω καλύτερα.

Το ξανθό μαλλί, τουλάχιστον, στέκει ακόμα πλούσιο πάνω στο κεφάλι μου και το χτένισμά του κρατιέται καλά από το περασμένο Σάββατο. Το ίδιο και το γαλάζιο χρώμα των ματιών και η λεπτή μου μύτη. Μοιάζουν σχεδόν άφθαρτα από τον χρόνο. Χαμογελάω. Θα μπορούσε να ‘ταν και χειρότερα. Το ‘πε κι ο γιατρός:

«Έχετε τον οργανισμό μιας 65άρας. Σπάνιο πράγμα για γυναίκα 78 χρονών.»

Στο άκουσμα του κομπλιμάν κόρδωσα σαν την πέρδικα. Πού να ‘ξερα πως θα μου μαύριζε την ψυχούλα αμέσως μετά με τα μαντάτα που μου ανακοίνωσε; Απλώνω άλλη μια στρώση από το ροζ μου κραγιόν, κλείνω το καθρεφτάκι και αρχίζω να περπατάω προς το πάρκινγκ. 

Το ταξί με περιμένει στην ίδια θέση που με άφησε πριν από μία ώρα. 

«Όλα εντάξει με την εξέταση κυρά Μαιρούλα;» με ρωτά ο Τάκης καθώς μου ανοίγει την πόρτα. 

«Όλα υπό έλεγχο», του απαντώ κοφτά. Αυτό το κυρά, αν και ανάρμοστο, συνήθως δεν με ενοχλεί. Σήμερα μου τη δίνει στα νεύρα.

Ξεκινάμε για το σπίτι. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο και όλα μου φαίνονται διαφορετικά. Οι τζακαράντες που προσπερνάμε με ταχύτητα κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου, τα ζευγάρια των ανθρώπων που περπατάνε βιαστικά, τ’ αυτοκίνητα που τρέχουνε φουριόζικα, τα παιδιά που σχολνάν κι αφήνουν με φόρα πίσω τους το σχολείο. Όλα κινούνται σ΄ ένα τέμπο πρέστο, που για πρώτη φορά αδυνατώ ν’ ακολουθήσω. Σαν κάποιος να έχει πειράξει τον μετρονόμο για να μου κάνει πλάκα. 

Για μια στιγμή ταξιδεύω πίσω στα νιάτα μου. Μου έκανε στ’ αλήθεια αυτή την πλάκα ο γιος μου όταν ήτανε μικρός. Καθόμουνα να συνεχίσω την εξάσκησή μου στο πιάνο μετά από ένα μικρό διαλειμματάκι, ξανάναβα τον μετρονόμο και ξαφνικά τα δάχτυλά μου αδυνατούσαν να πατήσουν συγχρονισμένα τις νότες. Προσπαθούσα ξανά και ξανά. Έκανα τεντώματα στα χέρια, ασκήσεις αναπνοής για συγκέντρωση. Μάταια. Μέχρι που τον άκουγα να γελάει πνιχτά κρυμμένος πίσω από τον καναπέ. Μόνο τότε έπαιρνα πρέφα τι γινότανε. 

Και τι δεν θα ‘δινα να μ’ οδηγούσε εκείνος πίσω στο σπίτι μια τέτοια μέρα… Ας όψεται η περιοδεία του. Κι εγώ επαγγελματίας μουσικός είμαι. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσεις οικογενειακή ζωή και καριέρα. Γι’ αυτό άλλωστε δεν έκανα άλλα παιδιά. 

Σταματάμε σ’ ένα κόκκινο φανάρι. 

«Είσ’ εντάξει με τη μουσική, κυρά Μαιρούλα; Μήπως ν’ αλλάξω σταθμό;» με ρωτάει ο Τάκης.

Τόση ώρα ούτε που άκουγα τι έπαιζε στο ραδιόφωνο. Άλλες φορές είναι το πρώτο πράγμα που προσέχω, κι εγώ πρώτη του ζητάω ν’ αλλάξει σταθμό. Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή… Σπουδαία η κλασική μουσική, αλλά όταν σε παίρνει από κάτω, μόνο κάτι τέτοια σ’ εκφράζουν. 

«Μου κάνει κι ο Καζαντζίδης», του απαντάω τελικά.

Παρατηρώ ότι έχει πάψει από ώρα να παίζει το κομπολόι του. Υποθέτω ότι νιώθει άβολα με τη σιωπή μου. Δεν τον έχω συνηθίσει σε τέτοια. Τις πλείστες φορές δεν βάζω γλώσσα μέσα. Αλλά δεν το κάνει θέμα. Δεν είναι σαν τους άλλους ταξιτζήδες ο Τάκης. Είναι πολύ διακριτικός. Αυτός είναι κι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν τον αλλάζω από τότε που πέθανε ο άντρας μου κι έχω ανάγκη από μεταφορικό. 

Περνάμε τη γέφυρα με τις μουριές και παίρνουμε τη στροφή για την τελική ευθεία προς το σπίτι. 

«Στο Food House να μ’ αφήσεις αγόρι μου», του λέω. «Θα το δεις δέκα μέτρα πριν το σπίτι στο δεξί σου χέρι.»

Τον βλέπω που με κοιτάζει από τη γωνία του ματιού του. 

«Στις διαταγές σου κυρά Μαιρούλα μου», λέει. 

Υπό άλλες συνθήκες θα μου ‘κανε πρόβλημα που του δίνω οδηγίες. Ξέρω τι θα μου έλεγε. «Τριάντα χρόνια στην πιάτσα δεν χρειάστηκα ούτε και μία φορά χάρτη πλοήγησης. Εσύ πες πού θες να πας κι άσε πάνω μου τα υπόλοιπα.» 

Το ταξί σταματά μπροστά από το κατάστημα. Ο Τάκης κατεβαίνει και μού ανοίγει την πόρτα. Προτού κουνηθώ, βγάζω το πορτοφόλι από την τσάντα μου. 

«Πόσο κάνει αγόρι μου;»

«Να πας στο καλό κυρά Μαιρούλα μου», απαντάει και για πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που μ’ έχει πελάτισσα, μου δίνει το χέρι για να με βοηθήσει να κατέβω. 

Βγάζω ένα τριαντάρικο και το αφήνω στο ταμπλό. Τόση ώρα με περίμενε έξω από την κλινική. Ισιώνω το σάλι μου, βάζω την τσάντα στον ώμο και κατεβαίνω χωρίς να του δώσω το χέρι. Πολύ εκνευρίζομαι όταν με λυπούνται.

Περπατάω αργά και σταθερά προς το κατάστημα. Το ζεστό κίτρινο φως και το πορτοκαλί χρώμα των ψυγείων του μες από τη βιτρίνα με παρηγορούν. Αν υπάρχει ένας χώρος, πέρα από τη γωνιά στο σπίτι με το Steinwayμου, που με γεμίζει με αγαλλίαση, είναι δίχως αμφιβολία το Food House της γειτονιάς μου. Ανεβαίνω προσεκτικά τα σκαλιά και στέκομαι μπροστά στην αυτόματη πόρτα. Περιμένοντας ν’ ανοίξει, το βλέμμα μου πλανάται μέσα με αδημονία.  

Η πόρτα ανοίγει και κάνω ένα βήμα μπροστά. 

«Καλώς την κυρία Μαίρη μας!» 

Το ηχόχρωμα της φωνής του Κυριάκου είναι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί σήμερα. Είναι ό,τι καλύτερο μου συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα από τότε που άνοιξε το κατάστημα δίπλα από το σπίτι μου, δυο χρόνια πριν.

«Πώς είμαστε σήμερα; Στις ομορφιές σας, όπως πάντα», μου λέει. «Να σας πάρω αγκαζέ να πάμε μια βόλτα ένα-ένα τα ψυγεία ή ξέρετε τι χρειάζεστε;»

Τα καταπράσινα μάτια του λάμπουν καθώς μου μιλά και τα χέρια του είναι ολάνοιχτα, σαν να με προσκαλούν μέσα τους. Η καρδούλα μου σκιρτά. Κανονικά ακολουθώ κατά γράμμα τους κανόνες κοινωνικής εθιμοτυπίας. Σήμερα, όμως, δεν είναι μια κανονική μέρα. 

«Μια αγκαλιά, αγόρι μου», λέω και χώνομαι στα χέρια του. «Έχω ανάγκη από μία αγκαλιά.»

«Τι έγινε κυρία Μαίρη;», με ρωτά απορημένος. «Σοφία αναλαμβάνεις για λίγο;» φωνάζει στη συνάδελφό του. «Ελάτε.»

Με οδηγεί στο πλαϊνό δωμάτιο, που έχουν τα κομπιούτερ τους. Παίρνει μια καρέκλα και με βάζει να καθίσω. Μου παίρνει με λεπτές κινήσεις την τσάντα από τον ώμο και την ακουμπάει με προσοχή πάνω στο γραφείο. Γονατίζει ακριβώς μπροστά μου και μου δίνει ένα χαρτομάντηλο.

«Να φτιάξω καφέ;» 

«Σ’ ευχαριστώ, αγόρι μου. Ένας καφές είναι ό,τι πρέπει.» 

Τον παρακολουθώ καθώς μετράει τρία φλιτζανάκια νερό, τα χύνει μέσα στο μπρίκι και το βάζει πάνω σ’ ένα μικρό γκαζάκι. Όσο ζεσταίνεται το νερό, αφήνει για λίγο το μπρίκι και κατευθύνεται προς τον κυρίως χώρο του καταστήματος. Κάνει νόημα στη Σοφία με τα χέρια. Της λέει κάτι σαν πέντε λεπτά, κλείσε το, έλα κι εσύ.

Πολύ το ευχαριστιέμαι αυτό το συνωμοτικό σκηνικό που στήνεται για χάρη μου. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ξεχνάω ότι έχω κακά νέα να τους πω. Η Σοφία γυρνάει την πινακίδα στην πόρτα με την ένδειξη «κλειστό» κι έρχεται κοντά μας. Κρατάει μια γκοφρέτα στο χέρι.

«Για την κυρία Μαίρη μας.» 

«Σ’ ευχαριστώ, κορίτσι μου», της λέω, απλώνω το χέρι και τη χώνω μέσα στην τσάντα μου. «Τη φυλάω γι΄ αργότερα.»

Ο Κυριάκος φέρνει σ’ ένα μεταλλικό δισκάκι τους καφέδες.

«Μέτριος για το Σοφάκι και για μένα και σκέτος για την κυρία Μαίρη μας, που έχει περισσή γλυκάδα», λέει. 

Η ευγενής συμπεριφορά του με γεμίζει με ελπίδα για τη νέα γενιά. Αν εξακολουθούν να υπάρχουν τζέντλεμαν ακόμα και ανάμεσα στη σημερινή νεολαία, τότε κάτι πάει καλά σ’ αυτό τον κόσμο, σκέφτομαι. Πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ μου και τους παρακολουθώ να κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. 

«Εσείς τι νέα;» ρωτάω. Κοιτάζει ο ένας τον άλλον.

«Όλοι καλά, κυρία Μαίρη μου», λέει ο Κυριάκος. «Αλλά κάτι θα μας λέγατε.»

Σωστά. Μου φαίνεται ότι το μυαλό μου αποφεύγει να το βάλει σε λέξεις. Ίσως να μη θέλω κιόλας να δηλητηριάσω αυτή την όμορφη παρεΐστικη ατμόσφαιρα με το κακό μου νέο. Έχουν όμως κι οι δυο μια ανησυχία στα μάτια τους. Δεν είναι οίκτος, θα το καταλάβαινα. Δεν θέλω να τους κρατάω άλλο σε αγωνία.

«Όγκος», καταφέρνω να συλλαβίσω. «Πήγα για μαστογραφία το πρωί. Βρήκαν ένα κουβάρι δύο εκατοστά στο δεξί μου στήθος. Ο γιατρός έχει προγραμματίσει επείγουσα επέμβαση για μεθαύριο.»

Ο Κυριάκος σφίγγει τα χείλη. Η Σοφία αφήνει κάτω το φλυτζάνι και μου πιάνει το χέρι.

«Κακοήθης;» με ρωτά. 

«Δεν ξέρουμε, κορίτσι μου. Γι’ αυτό θα το βγάλουμε, για να σταλεί για βιοψία.»

Ο Κυριάκος ισιώνει την πλάτη. «Κυρία Μαίρη μου εγώ δε σας φοβάμαι», λέει. «Βλέπω μπροστά μου μια υγιή γυναίκα. Έτσι να συνεχίσετε να βλέπετε κι εσείς τον εαυτό σας.»

«Δίκιο έχει ο Κούλης, κυρία Μαίρη», προσθέτει η Σοφία. «Χρειάζεται θετική σκέψη.»

Νιώθω καλύτερα μόνο και μόνο που το μοιράστηκα μαζί τους. Το πιστεύω κι εγώ αυτό που λένε για τη θετικότητα. Ανέκαθεν ήμουνα θετικός άνθρωπος. Ίσως υπερβολικά θετικός. Μην είσαι αδαής μαμά, μου έλεγε ο γιος μου όταν ήτανε μικρός. Αναρωτιέμαι πώς θα του πω τα νέα. Μόλις τώρα πέρασε αυτή η σκέψη από το μυαλό μου. Τα μάτια μου βουρκώνουν.

«Στον γιο μου δεν το ‘χω πει. Δεν ξέρω πώς θα το πάρει. Είναι και μακριά. Έχει συναυλίες στην Αυστρία», λέω. Κάνω παύση. 

Αυστρία μου είχε πει ή Αυστραλία; Δεν παίρνει και κανένα τηλέφωνο να τον ρωτήσω ξανά, να ξέρω τι να λέω στον κόσμο. Χρειάζεται πειθαρχία, όμως, μία περιοδεία. Ειδικά όταν είσαι ο μαέστρος μιας ολόκληρης συμφωνικής ορχήστρας. Το καταλαβαίνω αυτό. Και τα τηλέφωνα δεν βοηθάνε. Μάλλον γι’ αυτό μου βγαίνει συνέχεια ο τηλεφωνητής όταν τον παίρνω στο κινητό. Θα το ‘χει κλειστό ο γιόκας μου. 

«Κι αν κάτι πάει στραβά με την επέμβαση;» μονολογώ. «Ποιος θα του το πει; Κι αν αναγκαστεί να διακόψει την περιοδεία του; Αυτό θα ήταν ό,τι χειρότερο για την καριέρα του. Δεν θέλω να του γίνομαι βάρος…» Ο Κυριάκος με διακόπτει. 

«Κυρία Μαίρη, ξέρεις τι λένε στη μπάλα οι προπονητές καμιά φορά;»

«Τι λένε αγόρι μου;» ρωτάω και κοιτάζω τη Σοφία για να δω αν ξέρει για ποιο πράγμα μιλά. Είμαι περίεργη να μάθω αν είναι κάτι που λένε συχνά οι νέοι μεταξύ τους αυτή την εποχή και μου ‘χει διαφύγει. Ευτυχώς τον κοιτάζει κι εκείνη με απορία.

«‘Βλέπουμε τα παιχνίδια ένα-ένα’, λένε. Κι εσύ έτσι να κάνεις.»

«Ποιος θα το περίμενε, ότι θα έκρυβε τόση σοφία μέσα του το άθλημα των μαζών», λέω και πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ μου.

Καθόλου δεν καταλαβαίνω τι εννοεί, αλλά δεν θέλω να φανώ κι άσχετη. Ένας από τους λόγους που οι νέοι με βρίσκουν συμπαθή είναι επειδή ξέρω πώς να συνδιαλέγομαι μαζί τους. Έχω αυτό που λένε νεανικό πνεύμα. Αν πάψει κι αυτό να ισχύει, δεν μου απομένει ελπίδα καμιά. 

«Καλά τα λέει ο Κούλης», προσθέτει η Σοφία. «Κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει στη γωνία κυρία Μαίρη μου. Το μόνο σίγουρο είναι το παρόν. Το παιχνίδι που παίζεις σήμερα.»

Αυτό εννοούσε ο Κυριάκος; Αυτό μάλιστα. Είναι κάτι που μπορώ να κάνω. Carpe diem δεν έλεγε ο Οράτιος; Και δεν θα πω τίποτα στο γιο μου μέχρι να βγει το αποτέλεσμα της βιοψίας. Γιατί να περιπλέκω τα πράγματα; Άλλωστε μπορεί να μην είναι και τίποτα. Μην τον αγχώνω άδικα. Αφήνω το φλυτζάνι και σηκώνομαι όρθια.

«Λοιπόν έχετε δίκιο» λέω. «Ποιος ζει ποιος πεθαίνει μέχρι την επέμβαση. Ως τότε, θα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί. Ξεκινώντας από απόψε. Θα μαγειρέψω τ’ αγαπημένο μου και θ’ ανοίξω και το Pinot Noir του ’95 που κρατάω για σπάνιες περιστάσεις.»

Σηκώνονται κι αυτοί όρθιοι. Τα μάτια του Κυριάκου λάμπουν ξανά. Τι όμορφο θέαμα!

«Ένας σολομός Νορβηγίας με δέρμα και ένα σακουλάκι τεμαχισμένα λαχανικά έφτασαν αμέσως στο ταμείο για την κυρία Μαίρη μας», λέει. 

Απόσπασμα της μεγαλύτερης ιστορίας δημοσιεύτηκε στο blog παλιότερα.

Για ποιο Βαρώσι αγωνιζόμαστε;

Στην ερώτηση «πού αποδίδετε το γεγονός ότι υπήρξαν τόσες ευκαιρίες για επίλυση του Κυπριακού, ωστόσο κανένας πολιτικός δεν τόλμησε να κάνει το βήμα;», οι δημοσιογράφοι πολιτικού ρεπορτάζ από τους οποίους πήρα συνέντευξη στο πλαίσιο έρευνας για το βιβλίο μου «Ηρεμίας 21», απάντησαν: «επειδή κανείς δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη».

Το βρήκα πολύ λογικό. Ποιος πολιτικός αναλαμβάνει την ευθύνη να πάρει από το χέρι έναν ολόκληρο λαό και να κάνει μαζί του το άλμα προς μια νέα συνθήκη, με τις αβεβαιότητες που αυτή προϋποθέτει, όταν μέχρι τότε αυτό που του υποσχόταν ήταν η επιστροφή σε μια ιδανική, παρελθοντική κατάσταση; Ένας άνθρωπος που δεν έκανε ποτέ λάθος, είπε ο Αϊνστάιν, δεν δοκίμασε ποτέ κάτι καινούργιο. Προφανώς.

Όσο οι ηγέτες της ελληνοκυπριακής πλευράς διαπραγματεύονται μια λύση που προϋποθέτει την επιστροφή στο παρελθόν και σε μία εξιδανικευμένη κατάσταση που δεν υπάρχει, ούτε και υπήρξε ποτέ, θα καταλήγουμε πάντοτε στο ίδιο αδιέξοδο. «Η Αμμόχωστος δεν είναι ένα πολιτικό κεφάλαιο που δεν θέλουμε να σπαταλήσουμε», ανέφερε στην ομιλία του την περασμένη εβδομάδα ο Ανδρεάς Καζαμίας. Ούτε είναι, όμως, μια στατική κατάσταση στην οποία μπορούμε να επιστρέψουμε. Κι όμως, συνεχίζουμε να διαπραγματευόμαστε σαν να είναι – παγιδευμένοι σε έναν ατέλειωτο κύκλο.

Είναι τρέλα να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα. Εκτός κι αν το αποτέλεσμα που περιμένεις είναι ακριβώς αυτό που παίρνεις: μια θέση στο βάθρο αυτών που προσπάθησαν αλλά απέτυχαν «λόγω της αδιαλλαξίας της Τουρκίας». Ιδιαίτερα βολικό, ειδικά όταν το βάθρο αυτό είναι χτισμένο από ένα μείγμα πόνου και θυμού, που στερεοποιείται με μια γερή δόση φρούδας ελπίδας.

Η Αμμόχωστος, πρόσθεσε ο κ. Καζαμίας, «είναι άνθρωποι! Είναι ζωή!». Η Αμμόχωστος, ωστόσο, δεν είναι μόνο οι Ελληνοκύπριοι άνθρωποι. Τώρα πια, δεν είναι ούτε μόνο οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοί της. Είναι κι εκείνοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί από γονείς που ήρθαν από την Τουρκία επειδή κάποιος τους υποσχέθηκε μια καλύτερη ζωή. Είναι κι αυτοί οι ίδιοι γονείς που είδαν στην πόλη μια νέα ευκαιρία στη ζωή. Γιατί αν είναι να πούμε αλήθειες πρέπει να τις πούμε όλες. Αν η Αμμόχωστος είναι ζωή, τότε είναι το άθροισμα όλων αυτών των ζωών μαζί, ισότιμα και ακριβοδίκαια.

Κι αν η Αμμόχωστος σήμερα πονεί, όπως σημείωσε ο κ. Καζαμίας, για τις πρόσφατες τραγωδίες που βίωσε η Κύπρος, δεν γίνεται να μην πονεί και για τις ανθρώπινες τραγωδίες που συμβαίνουν λιγότερα από 380 χιλιόμετρα μακριά. Δεν γίνεται να μην πενθεί για τη σφαγή αμάχων, όταν η διεθνής κοινότητα –συμπεριλαμβανομένης της δικής μας κυβέρνησης– αποτυγχάνει να υπερασπιστεί τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Αν όλ’ αυτά είναι η Αμμόχωστος, τότε είναι η πόλη του κοινού μας μέλλοντος που μας καλεί να κάνουμε το άλμα προς τα εμπρός. Δεν φτάνει όμως να βρεθεί κάποιος πολιτικός που να συστρατεύεται με το όραμα αυτό. Είναι απαραίτητο να έχει και το θάρρος του οράματός του.

Το Βαρώσι που εγώ «κληρονόμησα» από τον πατέρα και τον παππού μου είναι αυτό το Βαρώσι. Γι’ αυτό θα αγωνίζομαι. Αυτές τις αξίες δεν θέλω να ξεχάσω. Γιατί το »Δεν Ξεχνώ και Αγωνίζομαι», όταν δεν ξέρεις τι είναι τελικά εκείνο για το οποίο αγωνίζεσαι, είναι ένα κενό σύνθημα. Η ερώτηση που οφείλουμε να κάνουμε δεν είναι πότε επιτέλους θα επιστρέψουμε στο Βαρώσι, αλλά ποιο είναι το Βαρώσι για το οποίο αξίζει να αγωνιζόμαστε.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κυπριακή εφημερίδα Η Καθημερινή, στις 10 Αυγούστου 2025.

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου, για την εφημερίδα Η Χαραυγή

Χάρτης νέων ταξιδιών, 10 Αυγούστου 2025

Συγγραφείς παρουσιάζουν το καινούργιο βιβλίο τους

Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο σας σε κάποιον που το ακούει για πρώτη φορά;

Πρόκειται για μια ιστορία μυστηρίου με κωμικά στοιχεία, που στόχο έχει να εξερευνήσει το πώς οι προκαταλήψεις μπορούν να μας τυφλώσουν απέναντι στην αλήθεια που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Η πλοκή έχει ως εξής: όταν η Αργυρούλα Μονέτα πεθαίνει σε ηλικία 80 ετών, τα λιγοστά μέλη της οικογένειάς της συγκεντρώνονται προσδοκώντας μια απλή ανάγνωση της διαθήκης της. Αντ’ αυτού, βρίσκονται παγιδευμένα σ’ ένα περίπλοκο δίκτυο αποκαλύψεων, που τα αναγκάζει να αμφισβητήσουν όλα όσα νόμιζαν πως ήξεραν για τη γυναίκα που αντιμετώπιζαν ως μια κακότροπη, απόμακρη γεροντοκόρη. Μέσα σε τρεις μέρες -από την Κυριακή που τη βρίσκουν νεκρή, μέχρι την ανάγνωση της διαθήκης της την Τρίτη μετά την κηδεία- μακροχρόνια οικογενειακά μυστικά αρχίζουν να ξετυλίγονται το ένα μετά το άλλο. Η ιστορία διαδραματίζεται στο φανταστικό νησί της Αμμονήσου.

Πρόκειται για μια ιστορία μυστηρίου με κωμικά στοιχεία, που στόχο έχει να εξερευνήσει το πώς οι προκαταλήψεις μπορούν να μας τυφλώσουν

Ποια ήταν η αφορμή που σας οδήγησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου στάθηκε η απορία μου κατά πόσο στ’ αλήθεια προσπαθούμε να καταλάβουμε τους ανθρώπους που η κοινωνία τόσο εύκολα εξοστρακίζει ή απορρίπτει βάζοντάς τους ταμπέλες όπως «γεροντοκόρη» ή «γεροξεκούτης». Η απορία αυτή προέκυψε από τη συναναστροφή μου με ένα υπαρκτό πρόσωπο, που ζει κι αυτό ένα περίπου όπως η Αργυρούλα. Ήθελα με αυτή την ιστορία να του αποτίσω έναν φόρο τιμής, προσπαθώντας να τον καταλάβω.

Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος και πώς συνομιλεί με το περιεχόμενο του βιβλίου;

Ο τίτλος «Η Αργυρούλα Μονέτα δεν θα λείψει σε κανέναν» είναι ομολογουμένως αρκετά ιντριγκαδόρικος κι αυτό γιατί ήθελα να λειτουργεί σαν «κράχτης», προκαλώντας τον ενδιαφέρον των αναγνωστών να μάθουν την ιστορία μιας αντι-ηρωίδας. Ήθελα να προκαλεί αμέσως το ερώτημα «γιατί;» και μια ενστικτώδη ανάγκη για επαλήθευση: όντως δεν θα λείψει σε κανέναν αυτή η γριά;

Υπάρχουν συγκεκριμένες επιρροές ή αναφορές – λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές, προσωπικές – που διαμόρφωσαν το ύφος και το περιεχόμενο του βιβλίου; 

Βρίσκω ότι πάντα επηρεάζουν το γράψιμό μου τα βιβλία που διαβάζω τη δεδομένη περίοδο. Είτε επειδή έτυχε να τα διαβάζω τότε, είτε επειδή θεώρησα ότι το περιεχόμενό τους μπορεί να με βοηθήσει στη διαδικασία της συγγραφής. Όταν έγραφα την ιστορία αυτή διάβαζα Λούσι Φόλεϊ (Το Καταφύγιο, Η Λίστα, Το Διαμέρισμα στο Παρίσι). Από αυτήν εμπνεύστηκα, για παράδειγμα, την πολυπρόσωπη και ενεστωτική αφήγηση, καθώς θεώρησα ότι βοηθά να δομηθεί μια πολύπλευρη εικόνα για έναν μυστήριο και δύσκολο χαρακτήρα όπως η Αργυρούλα, χωρίς να λείπει η δράση και ο διάλογος.

Πώς βλέπετε το βιβλίο σας να εντάσσεται ή να συνομιλεί με την κυπριακή λογοτεχνία;

Αν και η ιστορία δεν παραπέμπει ευθέως στην Κύπρο και είναι γραμμένη στην κοινή νεοελληνική, δεν παύει να είναι προϊόν μιας κύπριας λογοτέχνη κι επομένως δεν συνομιλεί μόνο, αλλά αποτελεί εν γένει κυπριακή λογοτεχνία. Θεωρώ ότι η κυπριακή λογοτεχνία δεν εξαντλείται σε εκείνην που αφορά άμεσα το νησί μας ή την ιστορία του. Η λογοτεχνία του νησιού μας οφείλει να καταπιάνεται και με πανανθρώπινες αξίες, όπως αυτές της συμπερίληψης και της αποδοχής, να πειραματίζεται, να βγαίνει δίχως ανασφάλεια εκτός συνόρων και να «συνομιλεί» χωρίς κανένα σύνδρομο κατωτερότητας με τη λογοτεχνία της ανθρωπότητας ολάκερης.

«Όντως δεν θα λείψει σε κανέναν αυτή η γριά;»

Αντιμετωπίσατε κάποια πρόκληση στη συγγραφή αυτού του βιβλίου που δεν είχατε συναντήσει σε προηγούμενα έργα σας;

Κατά την αφήγηση της ιστορίας δίνεται το προσκήνιο σε πέντε διαφορετικούς ήρωες, οι οποίοι καθιστούνται, με τον τρόπο αυτό, όλοι κεντρικοί. Αυτή ήταν πράγματι μια πρωτοφανής πρόκληση για μένα, καθώς οι πέντε διαφορετικές αφηγηματικές φωνές έπρεπε να είναι εξίσου πειστικές και δουλεμένες ως προς το ύφος, τη χρήση της γλώσσας και το διακύβευμά τους σ’ αυτή την ιστορία.

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας, τι κρατάτε εσείς από αυτό;   

Πως οι άνθρωποι σπάνια είναι αυτό που νομίζουμε. Είναι αυτό που θα κρατήσω κι εγώ, μαζί με την απόλαυση που ένιωθα καθώς έγραφα την ιστορία. Ίσως κι ότι τα μεγάλα νοήματα και οι αξίες δεν προϋποθέτουν πομπώδεις διακηρύξεις, σοβαροφανή γλώσσα και διδακτισμούς. Πολλές φορές το χιούμορ – και μια καλή πλοκή στην περίπτωση της λογοτεχνίας – μπορεί να είναι αρκετά για να τα πρεσβεύσουν.

Νέο βιβλίο: «Η Αργυρούλα Μονέτα δεν θα λείψει σε κανέναν»

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος, στην Ελλάδα

Η ιστορία του δεύτερου βιβλίου μου με τίτλο «Η Αργυρούλα Μονέτα δεν θα λείψει σε κανέναν» κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. 

Για μήνες ολόκληρους μετά την ολοκλήρωσή της την διάβαζα και την ξαναδιάβαζα εμμονικά. Όχι γυρεύοντας να κάνω διορθώσεις (τις οποίες έκανα παρ’ όλ’ αυτά), αλλά επειδή μου δημιουργούσε ένα αίσθημα οικειότητας. Ήταν το go-to happy place μου. 

Επιχείρησα να φτιάξω ένα σύμπαν όσο το δυνατόν άτρωτο και συμπαγές, όπου θα μπορούν η αναγνώστρια και ο αναγνώστης να περιηγηθούν χωρίς αντιπερισπασμούς ή “glitches” και με την κάθε λέξη να οδηγεί στρατηγικά προς την εξέλιξη της ιστορίας, προς τη διαλεύκανση κάθε ενός από τα μυστήριά της και, εν τέλει, στην κορύφωσή της. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, ωστόσο αυτό επιχείρησα να κάνω και μπορώ να δηλώσω με σιγουριά πως έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. 

Η ιστορία της «Αργυρούλας» κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος, με την επιμελή φροντίδα και την αγάπη που της αξίζει από τους μοναδικούς εκδότες μου Χριστίνα και Σπύρο. Τους ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά που με υποδέχτηκαν με θέρμη στην εκδοτική τους οικογένεια κι εύχομαι αυτό το βιβλίο να είναι μόνο η αρχή της κοινής μας πορείας.

Σύντομα το βιβλίο θα είναι διαθέσιμο και στην Κύπρο.

Αν, λοιπόν, ετοιμάζεστε για διακοπές, κάντε μια στάση στο φανταστικό νησί Αμμόνησος για να γνωρίσετε την ιστορία της Αργυρούλας. Αν, πάλι, οι διακοπές τελείωσαν νωρίς ή δεν έχει για εσάς φέτος διακοπές το καλοκαίρι, η ιστορία αυτής της γριάς που «δεν θα λείψει σε κανέναν» (ή μήπως θα λείψει τελικά;) σάς υπόσχεται μια τριήμερη απόδραση γεμάτη μυστήριο και κωμικοτραγικές εξελίξεις.

Η περίληψη της ιστορίας, όπως είναι τυπωμένη στο οπισθόφυλλο:

Όταν η Αργυρούλα Μονέτα πεθαίνει σε ηλικία 80 ετών, τα λιγοστά μέλη της οικογένειάς της συγκεντρώνονται προσδοκώντας μια απλή ανάγνωση της διαθήκης της. Αντ’ αυτού, βρίσκονται παγιδευμένα σ’ ένα περίπλοκο δίκτυο αποκαλύψεων, που τα αναγκάζει να αμφισβητήσουν όλα όσα νόμιζαν πως ήξεραν για τη γυναίκα που αντιμετώπιζαν ως μια κακότροπη, απόμακρη γεροντοκόρη. Μέσα σε τρεις μέρες -από την Κυριακή που τη βρίσκουν νεκρή, μέχρι την ανάγνωση της διαθήκης της την Τρίτη μετά την κηδεία- μακροχρόνια οικογενειακά μυστικά αρχίζουν να ξετυλίγονται το ένα μετά το άλλο. Με φόντο το φανταστικό νησί της Αμμονήσου, η ιστορία εξερευνά το πώς οι προκαταλήψεις μπορούν να μας τυφλώσουν απέναντι στην αλήθεια που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Μια ιστορία για την οικογένεια, τη λύτρωση και τη μεταμορφωτική δύναμη της ανάγνωσης και της γραφής, η «Αργυρούλα» μάς θυμίζει πως οι άνθρωποι σπάνια είναι αυτό που νομίζουμε.