The next day of our lives

or how I stopped the breastfeeding

Today marks the third day she stopped breastfeeding. I never planned on feeding her this far along, but sometimes you don’t get to choose. Also, as a first time mom, you read and you are told about the difficulties of establishing the breastfeeding but not at all about the incredible challenge that stopping the nursing is. And Chloé was not one of those babies who just decide that they are over the boob waking up one day (does this even happen?).

She exclusively slept on the boob, unless every single droplet of her energy was exhausted. And that rarely ever happened. Which meant that her routine was almost completely dependent on me. I could not go out at night, not even during the day, if it was time for her siesta. Especially when she became a toddler, I felt like I had lost entirely the control of my own body, which was subject to her needs.

Don’t get me wrong; I enjoyed breastfeeding and every benefit that came with it. A calm, easy girl with confidence and good health, plus no need to go into the whole sterilising bottles routine, practicality in travelling, especially at first etc. But after a certain point I started feeling trapped. I wanted to claim my body back. And I knew I had to help myself feel free and at the same time help my baby move to the next level of her life by emancipating her too from this feeling of dependence. I just didn’t know how. When I asked for our Pediatrician’s advice, at around 8-9 months, her response was a bit discouraging. She didn’t tell me not to stop; but when I asked what formula to replace my milk with, she was like ‘aren’t they all the same?’ making me doubt the rightness of my decision. As if that wasn’t enough, all I was told and read was to ‘disappear and let someone else put her to sleep’ until she got over it. But I couldn’t stand the idea of letting my baby cry. It just didn’t feel right. I had done my best to nourish her into becoming this calm and trusting girl, why change it now? It was an impasse.

Until I decided to follow my instinct and wait for the right timing. I always admired how she responds when I explain things, so I hoped that the time would come that I would be able to talk her into quitting. I just hoped it wouldn’t be years from now! The prospect of her going to kindergarten in two weeks suddenly seemed like a very good opportunity. But the question remained. How would I actually implement this?

As a communications specialist, I learnt that the key to passing on a message is simplicity and consistency. And toddlers are no less of a target audience. So what I did, was to come up with a short story. A story about a girl just like her, named Loulou, who drank milk from her mum aaaall the time. And one day, her mum tells the girl that she is now a big girl, ready to go to school. And big girls who go to school don’t drink milk from their mums. They drink cow’s milk in the bottle! I repeated the story many times within the day and then, one night, when I fet I was ready, I announced to her that starting from tomorrow, mummy wouldn’t have milk because she was now a big girl, and it would be time to drink cow’s milk from the bottle, just like Loulou!

And so the next day the biggest challenge of my life as mother begun. Buying her a new bottle and a school bag, and showing her photos of her school also helped her get more excited about the prospect of becoming ‘like Loulou’. And the truth is, it was a lot easier than I thought. At least during the day, when I could easily distract her and she was not tired, so every propaganda I used was easily received. At night, I was prepared that I would have to do some consoling. But I was clear that it was me who would be doing it and nobody else. I was taking away the most important constant in all her life. I wasn’t going to let her think that I was abandoning her, too.

And so, three days in, the crying might be tough at nights, but I can already see that this new way of me being there for her, with hugs and kisses and cuddling, is making our bond grow even deeper, and that her independence from my body and my body’s independence from her needs is becoming a gamechanger for both.

Here’s to passing on to the next chapters of our lives!

Πριν τυχαία ανάψει φως

Για όση ώρα μου έσφιγγε το λαιμό, ήμουν γερμένη μπρούμυτα πάνω στα μαρμάρινα σκαλοπάτια, που οδηγούσαν στον δεύτερο όροφο του Ικαρία Inn. Εκεί ήταν το δωμάτιό του και όση ώρα με κρατούσε, εκεί μέσα κοιμόταν η φίλη του. Αλλά αυτό καθόλου δεν έδειξε να τον νοιάζει. Συνέχισε να μου σφίγγει το λαιμό με το ένα χέρι, ενώ η βρωμερή από τσιγάρα και αλκοόλ ανάσα του εισέβαλλε στα ρουθούνια μου με το ίδιο θράσος που μαρτυρούσαν οι κινήσεις του σώματός του.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, που με έριξε κάτω κι έσφιξε τη μέση μου με τόση βιαιότητα απέναντι στη δική του, δεν τον είχα ικανό να μου κάνει κακό. Μου είχε κάνει πολλά κομπλιμέντα στο παρελθόν, αλλά υπέθετα ότι τα ίδια έλεγε σε όλες κι ότι, όσο να ‘ναι, η δουλειά του μπάρμαν το επέβαλλε. Επιπλέον, ήμουν η μακροχρόνια σχέση του κολλητού του, κι ήταν κι ο ίδιος σε σχέση, οπότε θεώρησα ότι δεν ήταν δυνατό να τα εννοούσε. Τα έκανε με έναν τρόπο ύπουλο, όμως, τα κομπλιμέντα. Μου έλεγε ας πούμε, πόσο σέξι ήταν κάτι που φόραγα, σταματούσε απότομα να μιλά κι ύστερα άφηνε, με μία μακρόσυρτη παύση, όλα τα ενδεχόμενα να παίξουν μπροστά στα μάτια μου σαν χυδαίες προτάσεις, που έμεναν επίτηδες ανείπωτες μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή.

Μέσα στα σκοτεινά, πάνω σ’ εκείνα τα παγωμένα σκαλοπάτια, σε απόσταση αναπνοής από τη φίλη του κι απ’ όλο τον κόσμο που θα μπορούσε να με βοηθήσει να του ξεφύγω, σκεφτόμουν αν εγώ του είχα δώσει αυτό το δικαίωμα. Έφερα στο μυαλό μου τη στιγμή που διάλεγα τα ρούχα που φόρεσα εκείνο το βράδυ. Σκέφτηκα όλα τα άλλα που θα μπορούσα να είχα βάλει αντί για εκείνο το στενό, λουλουδένιο φόρεμα, που μου είχε φέρει ο Μιχάλης από την Κωνσταντινούπολη. Με στένευε στο μπούστο, κι έλεγα από καιρό ότι ίσως έχει έρθει η ώρα να το ξεφορτωθώ. Σκέφτηκα όσες φορές με είχε δει με μαγιό, εκείνες τις ημέρες των διακοπών μας στην Ικαρία. Μήπως τον είχα προσκαλέσει εγώ η ίδια σ’ ένα παιχνίδι “catch me if you can” χωρίς να το έχω καταλάβει; Μήπως έπρεπε να το είχα σκεφτεί δυο και τρεις φορές προτού ξεκινήσω πρώτη ν’ ανεβαίνω τα σκαλιά, αφήνοντάς τον πίσω, με τη θέα του πισινού μου μες τα μάτια του; Μήπως εγώ η ίδια έβαλα τον εαυτό μου σ’ αυτή τη θέση, μπρούμυτα πάνω στα παγωμένα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Ικαρία Inn, ανίκανη να πάρει ούτε ανάσα από την πίεση πέντε τριχωτών δακτύλων, που είχαν την απαίτηση να πάψω να τους αντιστέκομαι;

Τα φταίει το σώμα μου, σκεφτόμουν, όσο τα μάτια μου γέμιζαν με δάκρυα. Δεν γεννήθηκα ψηλόλιγνη οπως η μανα μου. Ούτε πήρα από το γεροδεμένο σώμα του πατέρα μου, θεός μακαρίσει τον. Πολύ νωρίς στην εφηβεία άρχισαν τα στήθη μου να μεγαλώνουν απότομα και, για αρκετό καιρό, χωρίς σταματημό. Η μέση μου παρέμεινε εξαιρετικά στενή σε αντίθεση με την λεκάνη και την περιφέρειά μου, που βγήκαν, μέχρι το τέλος της εφηβείας, πολύ καμπυλωτά. Το αγάπησα όμως το σώμα μου. Έμαθα από νωρίς να το προσέχω και το έντυνα πάντοτε ομορφα. Μου άρεσε να φοράω εκείνα τα κοντά φανελάκια, κάτω από τα οποία φαινόταν η κοιλιά μου, που ήταν σταθερά επίπεδη εξαιτίας του σκαριού μου. Τα φορούσα με κάθε λογής χρώματος κολάν, που έσφιγγαν ψηλά στη μέση και μου ήταν άνετα για βόλτες και χαλαρά απογεύματα για καφέ. Μου άρεσαν όμως και τα φορέματα με έντονα χρώματα και μοτίβα. Ντεκολτέ δεν φόραγα και πολύ, γιατί μου φαίνονταν υπερβολικά πάνω στο σώμα μου. Αλλά ακόμα κι έτσι, το έβλεπα στα μάτια των άλλων, ανδρών και γυναικών, ότι το στήθος μου, όπως και ο πισινός μου, τους προκαλούσε περιέργεια. Μήπως το σώμα μου τα έφταιγε που εκείνη τη στιγμή, στις τρεις τα ξημερώματα, πάνω στα κρύα πλατύσκαλα του Ικαρία Inn, μία αηδιαστικά θρασεία στύση μού πίεζε τον κώλο ζητώντας να εισβάλει μέσα μου σαν κεκτημένο της δικαίωμα;

Λίγο πριν ανάψει το φως στον διάδρομο από μια τυχαία κίνηση κάποιου περαστικού, σκέφτηκα όλες εκείνες τις περιπτώσεις ομοίων του, που θα έπρεπε να είχα πάρει περισσότερο στα σοβαρά. Τους πελάτες στο καφενείο, που έψαχναν αφορμή να ‘ρθουν να με βρουν πίσω από τον πάγκο όπου έφτιαχνα τις λεμονάδες, τους καφέδες και τα άλλα ποτά τους. Μ’ έπιαναν στην κουβέντα και ενόσω εγώ πάλευα μέσα μου να αξιολογήσω την προθεσή τους, εκείνοι έπαιρναν θάρρος και με στρίμωχναν στο τέρμα του πάγκου, μπροστά από τη βρύση, κολλώντας το σώμα τους πάνω στο δικό μου, χωρίς τίποτε πάνω τους να προδίδει την παραμικρή υπόνοια ηθικής αναστολής. Ακόμα και τότε, όμως, σκεφτόμουν πως ίσως να τους ειχα παρεξηγήσει, ίσως να τους έλειπε μια αγκαλιά ή ίσως να βρέθηκα στο δρόμο τους για να τους ξεθάψω, κάτω από την πολλή βρωμιά, το καλό που κρύβεται μέσα τους. Μήπως τελικά το μέσα το δικό μου ήταν που έφταιγε που βρισκόμουν εκεί, πάνω στα κρύα σκαλοπάτια του Ικαρία Inn, μπρούμυτα, στα χέρια κάποιου τύπου που ένας θεός ξέρει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει;

Απ’ όταν ένιωσα τα χέρια του να με αφήνουν απότομα, μέχρι τη στιγμή που έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω του, πρέπει να μεσολάβησαν ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μια τυχαία κίνηση στον διάδρομο και ένας αυτόματος φωτιστικός μηχανισμός ανίχνευσης κίνησης ήταν αρκετά για να τον τρέψουν σε φυγή. Ήταν ο μοναδικός τρόπος να φανερωθεί στη συμπεριφορά του εκείνο το αναγκαίο ίχνος ενοχής, που τον έκανε να με αφήσει εκεί  μπρούμυτα, πάνω στα κρύα σκαλοπάτια του Ικαρία Inn, περνώντας από δίπλα και ποδοπατώντας το φουστάνι μου χωρίς δεύτερη σκέψη, για να προλάβει να κρυφτεί. Εκείνη η υποψία κοινωνικής κατακραυγής ή ίσως απλά το ενδεχόμενο να τον τσάκωνε η φίλη του ήταν πιο δυνατά από τα δάκρυά μου που του έλουζαν τα δάκτυλα του δεξιού του χεριού. Ήταν πιο ισχυρά αντικίνητρα από τα πνιγμένα βογκητά και τα δάκρυά μου, εκείνη η τυχαία κίνηση, το φως που άναψε στον διάδρομο και η πιθανότητα να γίνει τσακωτός. Μήπως έφταιγε η αδυναμία του γυναικείου μου σώματος απέναντι σ’ ένα ανδρικό, που εκείνα τα ξημερώματα Σαββάτου, μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου ορόφου του Ικαρία Inn, γινόμουν, χωρίς τη θέλησή μου, έρμαιο των ορέξεων κάποιου τύπου με καταπιεσμένα απωθημένα;

Την ώρα που με έλουζε εκείνο το φως, δεν σκέφτηκα ότι ίσως από τύχη να γλίτωσα απ’ τα χέρια του κι ότι τα πράγματα θα μπορούσε να εξελίσσονταν πολύ διαφορετικά. Θυμήθηκα μόνο ένα σωρό άλλα περιστατικά που έκαναν τις ενοχές μου να φαντάζουν θεόρατες κάτω απ’ εκείνο το προσωρινά σωτήριο φως του διαδρόμου. Μήπως εγώ έφταιγα που στα δεκαεπτά μου, στο πρώτο μόλις ραντεβού, κι ενώ ανέμενα με έναν εφηβικό ρομαντισμό ένα μακρόσυρτο φιλί, εκείνος ο τύπος με έσυρε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι και, προτού καλά – καλά με φιλήσει, έχωσε το χέρι του μέσα στο βρακί μου; Εγώ έφταιγα που ο πρώην μου με κλείδωνε στο σπίτι για να μην “δίνω δικαιώματα”, ενώ με απατούσε με τόσες άλλες και μοιραζόταν προσωπικές μας στιγμές με φίλους του; Μήπως ήταν και πάλι από τύχη που γλίτωσα από του λόγου του, επειδή πρόλαβε εκείνος να με χωρίσει κι όχι εγώ; 

Πόσες φορές αλήθεια πέσαμε θύματα βιασμού ή παραλίγο θύματα γυναικοκτονίας χωρίς να το έχουμε καν παραδεχτεί οι ίδιες στον εαυτό μας, σκεφτόμενες ότι ίσως να φταίμε εμείς γι’ αυτό;

Για τις μάνες που φεύγουν

Της άρεσε εκείνη η ψύχρα του πρωινού που έκανε τα καλοκαίρια στο χωριό. Είχε χίλιους λόγους να μην το επισκέπτεται, αλλά η ψύχρα εκείνη, ειδικά όταν ξυπνούσε πριν απ’ όλους, ήταν σαν να έφερνε το χωριό στα μέτρα της. Για πολύ λίγο, τόσο όσο να πάρει δύναμη μέχρι την ώρα της επιστροφής. Εκείνο το πρωινό, που έπινε τον καφέ της στο σκαλοπάτι της βεράντας ανάμεσα στις γλάστρες από δυόσμο και βασιλικό, κοίταζε τον κήπο της μάνας της και σκεφτόταν. Αν, όπως λένε, οι ψυχές μένουν σ’ αυτό τον κόσμο ως ενέργεια, θα τον βλέπει άραγε σε λίγο που θα φύγει; Θα μπορεί να μυρίσει τα μοσχομυριστά της γαρύφαλλα και τις αγαπημένες της τριανταφυλλιές; Θα νιώθει απογοήτευση, λύπη, νοσταλγία όταν θα βλέπει κάποιον άλλον να τα ποτίζει;

Έπιασε με το μάτι της τα φύλλα του βασιλικού που ήταν μαραζωμένα, γερμένα προς τα κάτω και ζαρωμένα από τη ζέστη της προηγούμενης ημέρας. Σκέφτηκε ότι καλά θα έκανε να συνηθίσει αυτό τον ρόλο, έτρεξε στην κουζίνα σκουπίζοντας πάνω της την υγρασία από το ποτήρι του κρύου καφέ, γέμισε μία κανάτα με τρεχούμενο νερό και το έγειρε με προσοχή μέσα στην πήλινη γλάστρα. Με πόσο μεράκι και συνέπεια είχε κρατήσει εκείνο τον κήπο τόσο πράσινο και ζωντανό η μητέρα της! Την φαντάστηκε μεμιάς να σηκώνεται με ταχείς κινήσεις από το κρεβάτι που την κρατούσε δέσμιά του τους τελευταίους δυο μήνες, να φοράει το κλαδωτό φουστάνι μέχρι τα γόνατα, που έβαζε μόνο για τις δουλειές του σπιτιού, να δένει πίσω όπως-όπως τα λεπτά της μαύρα μαλλιά και να περιφέρεται μεθοδικά μέσα στο ήρεμο φως του πρωινού. 

Πρώτα τον βασιλικό, γιατί ήταν πιο ευαίσθητος από τ΄άλλα. “Έτσι, θώρε; πρέπει να τα ξέρεις τούτα, εν βασικά”, μονολογούσε όταν ήξερε πως βρισκόταν κάπου κοντά της, έστω κι αν δεν της έδινε σημασία. Άφηνε το νερό να ξεχειλίζει, δεν τα πότιζε απλώς, τα έκανε “μπάνιο”, έλεγε. Ποτέ δεν σκέφτηκε να την πάρει στα σοβαρά. Μέχρι εκείνη την ημέρα, που ήταν ξεκάθαρο πως την έχανε. Ύστερα τα χρυσάνθεμα -“μα εν γεμάτα κορούες!”, το γιασεμί στην είσοδο μπροστά -“ου, μάνα μου, μα αρρώστησεν πάλε, να φέρουμεν τον άθρωπον να μας το κλαδέψει”, το φούλι παραδίπλα που της θύμιζε, έλεγε, τον μακαρίτη τον πατέρα της -“έλα να δεις, μα μουσκομυρίζει!”. Τον φίκο, τον “γιαννή”, τις τριανταφυλλιές -“τζαι να κόφκεις τα μαραμένα τριαντάφυλλα για να συνεχίσει να φκάλλει άλλα”. Τα κυπαρισσάκια, τα παχύφυτα, το αγιόκλιμα -“εν σάννα τζαι μυρίζω ελληνικά νησιά!”, που είχε φτάσει μέχρι το παράθυρο του παιδικού της δωματίου. 

Θυμήθηκε που της φώναζε από κάτω να κατεβεί, να την βοηθήσει να φυτέψουν, να ποτίσουν, κι εκείνη θύμωνε που της ζητούσε να σπαταλήσει τόσο φθηνά τον χρόνο της, πολλές φορές δεν της απαντούσε καν. Αν γινόταν ξανά παιδί, θα της αριθμούσε πίσω από το παράθυρο, χωρίς να τη βλέπει για να μπορεί να παίρνει θάρρος, όσα θα της λείψουν όταν θα έχει φύγει. Τα ροδαλά της μάγουλα, τα μελισσιά της μάτια. Η ζωή που έφερνε μέσα στο σπίτι πριν αρρωστήσει. Η αγάπη που της έδειχνε ακόμα κι όταν καταλάβαινε ότι ντρεπόταν για ‘κείνην. Τα σάντουιτς που μόνο εκείνη έφτιαχνε τόσο ωραία -ποτέ δεν είχε προσδιορίσει το γιατί. Τα καλοκαιριάτικα πρωινά ξυπνήματα από τα χάχανα με τις φιλενάδες της, την ώρα του καφέ στη βεράντα. Η μυρωδιά των φρεσκοψημένων κέικ της. Θα της έλειπαν ακόμα και οι βραδιές που την έπιανε να κλαίει δήθεν στα κρυφά, τα χουμίσματα που έκανε στους χωριανούς για τα κατορθώματά της και που, υπό κανονικές συνθήκες τα μισούσε. 

Οι τελευταίες σταγόνες έπεφταν στο βασιλικό, όταν άκουσε άλλο ένα βογκητό της. Ήταν το πρώτο του πρωινού και, ποιος ξέρει, ίσως ένα από τα τελευταία της. Ακόμα κι εκείνο θα της έλειπε. 

Κάν’ το όπως εκείνη

Την άκουγε που μιλούσε με τα μάτια γουρλωμένα για τα επιχειρηματικά της σχέδια. Έλεγε, με έναν τρόπο, που δεν χωρούσε αμφισβήτηση, ότι θα έκανε αυτό και θα έβγαζε τόσα. Κι ύστερα σήκωνε τους ώμους γυρνώντας στο πλάι το κεφάλι με ένα νάζι που υπονοούσε ότι ήξερε ακριβώς τι έλεγε και πώς να το καταφέρει, ότι αναγνώριζε τη δύναμη που είχε να το πράξει, αλλά ακόμα περισσότερο τη δύναμη που είχε να σε πείσει πως θα το έπραττε.

Περισσότερο παρατηρούσε όμως τους γύρω της, που την άκουγαν με προσοχή και θαυμασμό, σιγοντάροντας κάθε της πρόταση με επιφωνήματα τύπου «ουάου» και «μπράβο» και «μα ναι, είναι ιδιοφυές». Κρέμονταν όλοι από τις λέξεις της, έβλεπαν εκείνα τα σαρκώδη της χείλη να κινούνται σαν να έδιναν παράσταση μπροστά από μπορντώ σουέτ κουρτίνες, και ταυτόχρονα την παρατηρούσαν, όσο τους έκανε τη χάρη να στέκεται τόσο πολύ κοντά τους. Πράσινα μάτια, δέρμα τσιτωμένο και μαυρισμένο όσο πρέπει, μαλλί καστανόξανθο μακρύ πιασμένο σε πλεξίδα ριγμένη στον αριστερό της ώμο, μακιγιάζ έντονο, βλεφαρίδες ανασηκωμένες και επιβλητικές, στήθος μεγάλο και στητό, κάτω από ένα φόρεμα αέρινο που άφηνε τους σμιλευμένους ώμους της εκτεθειμένους.

Στεκόταν ακριβώς απέναντι της κι έκανε, καθώς την άκουγε, τους υπολογισμούς της. Ήταν πάνω από πενήντα και το έλεγε με περηφάνεια, ίσως γιατί ήξερε ότι θα προκαλούσε ακόμα πιο έντονο θαυμασμό απέναντι στο δυσανάλογο για την ηλικία της κάλλος. Εκείνη ήταν μόλις τριάντα-τρία αν και δεν ήταν σίγουρη ότι φαινόταν τόσο. Πώς είχε γεράσει έτσι μέσα σε λίγα χρόνια; Ήταν σίγουρα πολύ πιο όμορφη από την ίδια. Άραγε να την έφτανε αν προσπαθούσε λίγο παραπάνω κάθε πρωί; Εκείνη η αντηλιακή της με χρώμα είχε μείνει ξεχασμένη κάπου στο κομοδίνο της. Ίσως να είχε λήξει. Να θυμηθεί να την ξεθάψει όταν πάει σπίτι. Κάποτε της χρειαζόταν μόνο εκείνη η ανεπαίσθητη κρέμα για να φαίνεται φρέσκια κι όμορφη. Ήταν έξυπνη γυναίκα, αλλά όχι περισσότερο από του λόγου της. Σίγουρα πιο επιχειρηματικό μυαλό, ναι. Αλλά όχι πιο έξυπνη. Πολύ πιο γυμνασμένη, ναι. Της λείπει εκείνο το αίσθημα του σώματος που ξυπνάει μετά από άσκηση, αλλά πότε να βρει τον χρόνο; Σάμπως κι εκείνη τον είχε, με τέσσερα παιδιά και φουλ επιτυχημένη καριέρα; Είχε βέβαια και λίγη κοιλίτσα, αλλά κάπως τα κατάφερνε και έκανε τους άλλους είτε να μην την προσέχουν είτε να την εκλαμβάνουν ως χαριτωμένη. Αν έκανε την ίδια γυμναστική, σίγουρα το σώμα της θα φαινόταν χίλιες φορές πιο ελκυστικό. Πώς να είναι άραγε η επαφή με τον άντρα της; Η δικιά τους είχε ήδη περάσει σ΄εκείνο το επίπεδο που επιβάλλονται πρωτοβουλίες και αυτοσχεδιασμοί για να κρατηθεί σε ένα ελάχιστο επίπεδο ο ενθουσιασμός. Σίγουρα εκείνη θα ήξερε τι είχε ανάγκη σεξουαλικά και δεν θα ντρεπόταν να το ζητήσει. Δεν θα ένιωθε την ίδια ανασφάλεια που νιώθει η ίδια κάθε φορά που βλέπει την χαλαρή της κοιλιά να κυματίζει πέρα δώθε με κάθε κίνηση μπρος πίσω, πάνω κάτω.

Έγραφε όμως βιβλίο. Σίγουρα εκείνη όχι. Δεν το ήξερε σχεδόν κανένας ακόμα και δεν ήθελε να ακούει αυτή τη λέξη ούτε καν μέσα στο ίδιο της το μυαλό. Ακούς’ εκεί βιβλίο! Από πού κι ως πού; Αλλά το έγραφε κι ας μην γινόταν ποτέ βιβλίο όπως αυτά που θαύμαζε. Σκεφτόταν πώς θα ήταν να συστήνεται κι αυτή με την ίδια αυτοπεποίθηση ως «συγγραφέας». Όταν την ρωτούσαν με τι ασχολείται, θα άρχιζε οπωσδήποτε μ’ αυτό. Θα έλεγε «αυτή τη στιγμή γράφω το βιβλίο μου, θα το τελειώσω σε έναν μήνα ακριβώς, στις τάδε του Σεπτέμβρη, θα το παραδώσω στον τάδε εκδοτικό οίκο και μπορώ να σας εγγυηθώ πως θα εκδοθεί μέχρι το τέλος του χρόνου. Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε ευχαρίστως να σας φέρω ένα αντίγραφο με ειδική αφιέρωση». Αν την ρωτούσαν το θέμα του βιβλίου θα απαντούσε με ένα συνωμοτικό μειδίαμα πως «δεν μου επιτρέπεται να αποκαλύψω λεπτομέρειες της ιστορίας, αλλά να είστε σίγουροι πως θα σας συνεπάρει». Θα είχε πιο ελαφρύ μακιγιάζ πάνω της από την περσόνα που είχε εκείνη τη στιγμή απέναντι της, αλλά θα ήταν αρκετή η λάμψη των ματιών της για να κρύψει τις ατέλειες του δέρματος της και θα φόραγε εκείνη την ξώπλατη πράσινη παντελόνα της χωρίς σουτιέν, με κρεμαστά σκουλαρίκια και τα μαλλιά πάνω, με μία ατίθαση φράντζα να πέφτει στο μέτωπο. Θα την ρωτούσαν «μα πώς είναι δυνατό; είστε τόσο νέα, και με ένα παιδί να κρέμεται απ’ το φουστάνι σας, μπράβο!» και θα τους απαντούσε με ταπεινότητα «μα, δεν είναι τίποτα, ο καθένας μπορεί να γίνει αυτό που θέλει, φτάνει να υπάρχει θέληση». Καθώς θα μιλούσε θα έπιανε με την άκρη του ματιού της τον άντρα της να την κοιτάζει δαγκώνοντας το κάτω χείλος και κουνώντας το κεφάλι δεξιά-αριστερά από περηφάνεια. Σίγουρα θα σκεφτόταν «είμαι τόσο τυχερός που βρήκα μια τέτοια γυναίκα» και δεν θα άντεχε μέχρι να πάνε σπίτι για να της δείξει στην πράξη πόσο σαγηνευτική την βρίσκει. Παραδίπλα το παιδί τους θα άκουγε κάθε της λέξη με θρησκευτική προσήλωση και όταν το ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει θα απαντούσε φουσκώνοντας τα στήθια «συγκαλέας», προκαλώντας τα γέλια όλων και ένα μοναδικό αίσθημα πληρότητας στη μητέρα του.

Να θυμηθεί να βρει εκείνο το άρθρο που είχε διαβάσει κάποτε περί αυτοπεποίθησης.