Προ(σδι)ορισμός

Είναι αβάσταχτο 

το βάσανο να ξέρεις 

πως κατευθύνεσαι 

προς έναν προορισμό

που μόνο προ-ορισμένος 

δεν είναι.

Που ορίζεται 

καθώς πορεύεσαι 

προς τα εκεί·

έναν προορισμό, 

που θα μπορείς να ορίσεις 

μόνον εκ των υστέρων.

Του πνεύματος του αγίου και του θνητού

Δυο βιβλία με μικρά διηγήματα από δυο τεράστιες κυρίες της Λογοτεχνίας. Το ένα κρύο σαν την Ανταρκτική:

«Το νερό είναι πιο κρύο κι από τα διαλυμένα όνειρα. Σκουπίζεται για να στεγνώσει, και ντύνεται, αργά, βάζει ένα πράσινο φόρεμα, κλείνει το κούμπωμα ενός πλατινέ κολιέ που φορά στον λαιμό της. Σκύβει και δένει τα κορδόνια στα μαύρα ίσια της παπούτσια, γνωρίζοντας καλά ότι αν αυτή η μέρα φτάσει στο τέλος της, τίποτα δεν θα ‘ναι το ίδιο.» 

(Αγάπη μες στα αγριόχορτα)

Το άλλο καυτό, σαν τεκμήριο ενοχής ενός στυγερού εγκλήματος:

«Η λαίδη Γκρέιλ ήταν ανήσυχη. Από τη στιγμή που επιβιβάστηκε στο ποταμόπλοιο Φαγιούμ παραπονιόταν για όλα. Δεν της άρεσε η καμπίνα της. Άντεχε τον πρωινό ήλιο αλλά όχι τον μεσημεριανό. […] Ο κύριος Πάρκερ Πάιν σκούπισε το μέτωπό του. Μόλις είχε επιστρέψει από μια επίσκεψη στον ναό στα Δένδερα. Θεωρούσε ότι η σιλουέτα του ήταν ακατάλληλη για να καβαλικεύει γαϊδούρια. Ετοιμαζόταν να βγάλει το κολάρο του όταν του τράβηξε την προσοχή ένα σημείωμα στερεωμένο πάνω στην τουαλέτα.»

(Έγκλημα στον Νείλο)

Τα διαβάζω εναλλάξ, όπως θα βουτούσα στην παγωμένη θάλασσα για να ξαπλώσω έπειτα κάτω από τον ήλιο μέχρι να έχει εξατμιστεί και η τελευταία σταγόνα του αρμυρού νερού από το δέρμα μου, κάνοντάς με να θέλω να κάνω το ίδιο ξανά και ξανά, ώσπου η νύχτα να με βρει γλυκά αποκαμωμένη.

Τα διαβάζω κοιτώντας πάνω απ’ τις σελίδες την κόρη μου να δροσίζεται στη μικρή της πισινούλα και αυτό μου είναι αρκετό.

Κύπρος, Κατακλυσμός 2025, εν αναμονή των αποτελεσμάτων των Λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού Αναγνώστης.

Πηλός

Λαλούσιν πως ο άθρωπος 
εν’ καμωμένος που πηλόν. 
Που χώμαν, νερόν τζ̆ι αέραν. 

Το χώμαν εν’ το σώμαν του
 τζ̆αι το νερόν η σκέψη.
Μα ο αέρας εν’ η ψυσ̆ή.

 Τζ̆αι η ψυσή εν’ τραούδιν.
Λαλεί μόνον αλήθκειες,
ξορκίζει βάσανα, διά σοφίαν. 

 Τζ̆ι άμαν πάλε χώμαν γίν’ ο άθρωπος,
Τζ̆αι σταματήσ’ η σκέψη
ο αέρας πάλ’ έν’ να φυσά. 

Σε κάθε στίχον τζ̆αι στροφήν,
σε κάθε μελωδίαν.
Τούτη έν’ η αθανασία.

Το ποίημαν τούτον εγράφτηκεν με αφορμήν την σειράν παραστάσεων της χορωδίας Amalgamation ΠΗΛΟΣ – CLAY, που ολοκληρώνεται στις 17/5/25 με δύο παραστάσεις στην Λεμεσό. Στο κοινό των συναυλιών δίνεται μια σειρά που καρτ-ποστάλ με φωτογραφίες της χορωδίας. Σε μιαν που τούτες τες καρτ ποστάλ φιλοξενείται τζαι το ποίημαν στα Ελληνικά τζαι στα Αγγλικά, σε μιαν υπέροχην μετάφρασην της Μυρτώς Αριστείδου.

Εις μνήμην

Κοντεύει η Άνοιξη μαμά; Δεν θα κάνει πια κρύο;

Έρχεται αγάπη μου. Σ’ το υπόσχομαι, είναι κοντά.

Θα ‘χουμε τα παράθυρα ανοιχτά; Δεν θα κρυώνω, μαμά; Θα μπαίνει μέσα δροσερό το αεράκι;

Δροσερό, καθαρό αεράκι και ευωδιά λεμονανθών. Θα δεις, σου δίνω τον λόγο μου.

Θα λάμπει ζεστός ο ήλιος από πάνω μας, μαμά; Δεν θα παγώνω όταν ντύνομαι το πρωί για το σχολείο;

Θα είν’ ο κόσμος ζωγραφιά. Θα ‘χεις ξεχάσει κρύο τι θα πει, θα μας χαμογελά η πλάση. Έχει πάει όμως αργά.

Έτσι θα κοιμηθούμε απόψε, μαμά; Αγκαλιά η οικογένεια όλη;

Μέχρι να μας βρει η Άνοιξη, αγάπη μου. Δεν είναι μακριά. Σ’ αγαπώ, κοιμήσου τώρα.

    Στη μνήμη του Bassem, της Μαρίας και των τριών τους παιδιών, που κάηκαν στο σπίτι τους στην προσπάθειά τους να ζεσταθούν με ηλεκτρική σόμπα.