Ιστορίες του περιθωρίου, με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Μικρές, κακές ιστορίες, που – αυστηρά μιλώντας – δεν προορίζονται για γράψιμο, και, σίγουρα, δεν γράφονται με την προσδοκία να αρέσουν.
Συντάκτης: Χαρά Ζυμαρά
Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.
Η αίθουσα του Δικαστηρίου γέμιζε σιγά-σιγά, καθώς ξεκινούσε άλλη μια μέρα εκδίκασης υποθέσεων οικογενειακού δικαίου. Για να καταλήξει στις σωστές αποφάσεις, ο δικαστής Διονύσης Παπαευαγόρου, γνωστός για την τελειομανία του, είχε ξενυχτίσει τις προηγούμενες ημέρες μελετώντας κάθε σχετική λεπτομέρεια, κατάθεση, στοιχείο.
Οι τέσσερις ανεμιστήρες στις γωνιές της αίθουσας κι ένας πέμπτος ακριβώς μπροστά από το δικαστικό έδρανο, ίσα που κατάφερναν να απαλύνουν κάπως την αφόρητη λευκωσιάτικη ζέστη του Ιουλίου. Σε λίγο, ο χώρος θα μύριζε απ΄ άκρη σ’ άκρη ιδρώτα και ανθρώπινο δράμα.
«Πώς πάμεν κύριε Παπαευαγόρου μου;» φώναξε ο Κόκος ο messenger καθώς άφηνε μια στοίβα φάκελους πάνω στο έδρανο του δικαστή. «Έσ̆εις τίποτε να πάρω κύριε δικαστή μου σήμερα;» ρώτησε κι έβαλε την τσίχλα του στην άκρη.
«Κύριε δικαστά», του αποκρίθηκε εκείνος χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τους κίτρινους φακέλους της κάθε υπόθεσης, που τοποθετούσε με αδιάλειπτη προσοχή σε τρεις απολύτως ευθυγραμμισμένες στοίβες στο κέντρο του εδράνου.
«Εν σου άκουσα;» ρώτησε ξανά ο Κόκος.
«Λέω», συνέχισε ο δικαστής Παπαευαγόρου, «όταν απευθύνεστε σε έναν δικαστή, ο σωστός τρόπος απεύθυνσης είναι ‘κύριε Δικαστά’».
«Εγιώ ίντα ‘μπου είπα;» απόρησε ο Κόκος κι έξυσε την αραιή του μελαχρινή κόμη.
Ο Παπαευαγόρου τον αγνόησε. «Δεν έχω τίποτε για ‘σας σήμερα κύριε Κόκο, μπορείτε να πηγαίνετε», είπε κι ανέμισε την παλάμη του συνεχίζοντας να μην τον κοιτά. «Δεσποινίς Ερμιόνη;»
Η Ερμιόνη Γεωργίου καθόταν στο μικρό τετράγωνο γραφείο της, στο πλάι του δικαστικού εδράνου. Τα μάτια της δεν έχαναν τον δικαστή ούτε στιγμή από το οπτικό τους πεδίο και τ’ αυτιά της, ως συνήθως, ήταν τεντωμένα· ένα προσόν που αποδείχθηκε απαραίτητο για την αποτελεσματικότητά της ως στενογράφου.
«Μάλιστα κύριε Δικαστά;» απάντησε ευθύς αμέσως καθώς καθάριζε με σπίρτο τα πλήκτρα του στενογράφου της, όπως έκανε κάθε πρωί στα τριάντα-τέσσερα χρόνια υπηρεσίας της. Τα ορθογώνια γυαλιά της κρέμονταν σχεδόν από τη μύτη της και δάγκωνε με μανία τα χείλη, όση ώρα έτριβε τη μηχανή.
«Δεν ξέρω πού είναι το μυαλό σας, αλλά σήμερα δεν θέλω να σας ξεφύγει ούτε σημείο στίξης. Διαφορετικά αυτή η δίκη θα συνεχιστεί στο γραφείο μου και θα είστε εσείς η κατηγορουμένη.»
Χριστούλη μου, σκέφτηκε η Ερμιόνη κι έμεινε να τον κοιτάζει. Αυτό το παιχνίδι γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο. Ένιωσε τους πόρους του δέρματός της να διαστέλλονται.
«Θα εκτεθούμε.» Τα χείλη της σχημάτισαν τις δυο λέξεις χωρίς να ακούγεται ήχος, ενώ κοίταξε βιαστικά τριγύρω για να δει αν τυχόν είχε υποψιαστεί κανείς το παραμικρό.
Μέλλοντες πρώην σύζυγοι που αλληλοκοιτάζονταν με μίσος ή με την απελπισία που γεννά η μονομερής συζυγική αφοσίωση, παιδιά που κρέμονταν από τα φουστάνια των μανάδων τους χωρίς να δείχνουν να κατανοούν ότι σήμερα κρίνεται το μέλλον της ανατροφής τους, κουστουμαρισμένοι δικηγόροι να παλεύουν με τη χαρτούρα τους, βεντάλιες ν’ ανεμίζουν εδώ κι εκεί κι όλων τα μέτωπα ιδρωμένα. Τίποτε το διαφορετικό απ’ ό,τι συνήθως.
Ο δικαστής Παπαευαγόρου, όμως, είχε ήδη στρέψει την προσοχή του αλλού.
«Κυρία Φωτούλα, σας είπα πάμπολλες φορές ότι δεν θέλω να εξυπηρετείτε κόσμο στη δικαστική αίθουσα. Ο χώρος αυτός είναι ιερός.»
Τα είχε βάλει με την υπεύθυνη της καντίνας, που είχε εισβάλει, ως συνήθως, στην αίθουσα του δικαστηρίου σαν μητέρα που αγωνιά μη μείνουν τα παιδιά της νηστικά από το διάβασμα.
«Κύριοι», φώναξε αυστηρά στα άτομα που ήταν συνωστισμένα στους πάγκους της αίθουσας και σηκώθηκαν όρθια για να παραλάβουν τα τρία ζεστά σάντουιτς ρόστο – χαλλούμι που κουβαλούσε μέσα στον μεταλλικό της δίσκο η κυρία Φωτούλα. «Επαναλαμβάνω ότι η αίθουσα του δικαστηρίου δεν είναι καφετέρια».
Χτύπησε δυνατά το σφυρί του, κοιτάζοντας στιγμιαία την Ερμιόνη. Κάθε φορά που χτυπούσε το σφυρί του, ανεξαρτήτως λόγου και αιτίας, εκείνην κοίταζε. Ακούγοντας τον χτύπο από το βαρύ, ξύλινο σφυρί, τα λεπτά δάκτυλα της Ερμιόνης πάγωσαν πάνω στα πλήκτρα του στενογράφου της και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα.
Ένας σαματάς απλώθηκε ανάμεσα στους παρευρισκομένους, κι ένα βρέφος άρχισε να κλαίει γοερά.
«Σιωπή στην αίθουσα! Κυρία Φωτούλα σας προειδοποιώ», φώναξε ο Παπαευαγόρου και ξανακτύπησε το σφυρί.
Η φωνή του ακούστηκε στην Ερμιόνη ίδια ακριβώς μ’ εκείνο το απόγευμα. Εκείνο το ανατρεπτικό απόγευμα, όταν ξεκίνησαν όλα.
Άλλη μια δύσκολη μέρα με απανωτές δίκες είχε ολοκληρωθεί και ο δικαστής Παπαευαγόρου την είχε καλέσει στο γραφείο του προτού αποχωρήσει για το σπίτι. Εκείνος έφευγε πάντα τελευταίος, κι εκείνη έμενε να τον περιμένει, με την πρόφαση μήπως χρειαζόταν κάποια διευκρίνηση με τα πρακτικά, που συνήθιζε να διαβάζει απομονωμένος στο γραφείο του, στο τέλος κάθε δικαστικού μαραθωνίου.
«Δεσποινίς Ερμιόνη, περάστε», της είχε πει κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ήταν ντυμένος ακριβώς όπως κάθε μέρα, με το κοτλέ καφέ παντελόνι του, τη μαύρη ζώνη και το λευκό, κολλαριστό του κοντομάνικο πουκάμισο.
«Τα πρακτικά σήμερα ήταν άμεμπτα, σας συγχαίρω.» Το πρόσωπό του, όπως πάντα, σοβαρό και αυστηρό.
Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ερμιόνης. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγε να επιβραβεύει τη δουλειά της, κι ένας Θεός ξέρει πόσο σκληρά προσπαθούσε να τον εντυπωσιάσει, από τότε που άρχισαν να εργάζονται μαζί. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο ερωτικό από έναν άντρα που εκπέμπει σεβασμό», είχε εκμυστηρευτεί στις γάτες της τη μέρα που τον γνώρισε.
«Σας… σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Δικαστά», είπε και άρχισε να παίζει στα δάκτυλά της την άκρη της αλογοουράς που έπεφτε στον ώμο της.
Της έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα από πάνω μέχρι κάτω, κι ύστερα πήρε το σφυρί στο δεξί του χέρι κι άρχισε να το χτυπά ρυθμικά στην αριστερή του παλάμη.
«Εκτός από ένα μόνο σημείο», είπε αργά.
Η Ερμιόνη σάστισε. Σβήστηκε το χαμόγελο από τα χείλη της και κατέβασε απότομα τα χέρια. Έσμιξε τα δάκτυλα μπροστά από τη φούστα της και χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ό,τι και να είναι… δηλώνω ένοχη, κύριε Δικαστά», τόλμησε να μουρμουρίσει.
«Σιωπή», είπε εκείνος το ίδιο ήρεμα και χτύπησε παιχνιδιάρικα το σφυρί στο γραφείο του. «Σιωπή… κατηγορουμένη.»
Η τρίχα της σηκώθηκε κάγκελο. Είχε ονειρευτεί από την πρώτη μέρα γνωριμίας τους αυτή τη στιγμή. Κανένας άντρας που βρέθηκε στο διάβα της δεν είχε ποτέ τέτοιο αντίκτυπο πάνω της. Εκείνη η συνεχής ένταση ανάμεσά τους, τελικά, ήταν πράγματι ερωτική, σκέφτηκε με ικανοποίηση και σφίχτηκε το στομάχι της.
«Πρέπει να επιβάλετε τον νόμο καθώς αρμόζει, κύριε Δικαστά», αποκρίθηκε δειλά εκείνη ξανά, καθώς τον παρακολουθούσε να έρχεται προς το μέρος της. Δεν υπήρχε λόγος να προσποιείται πια. Αυτή η συναναστροφή οδηγούσε σε μονόδρομο.
«Σεβασμός!», φώναξε τώρα ο Παπαευαγόρου και ξαναχτύπησε το σφυρί, αυτή τη φορά λίγα εκατοστά από το σώμα της, στην άκρη του γραφείου του.
«Δεν θα ειπείς εσύ στον Δικαστή πώς να δικάσει σωστά το έγκλημαν», συνέχισε κι άρχισε να χαλαρώνει τη γραβάτα του. Στεκόταν τώρα τόσο κοντά της, που η μυρωδιά του, ένα μίγμα λεβάντας, ναφθαλίνης και ιδρώτα, γινόταν ένα με τον αέρα που γέμιζε με φόρα τους πνεύμονές της.
«Γιατί περί εγκλήματος πρόκειται» της ψιθύρισε στ’ αυτί. Τα χέρια του ψηλάφησαν το μαλλί της από το σβέρκο μέχρι τον κότσο που το κρατούσε δεμένο.
«Το δικαστήριο σας κρίνει ένοχη δια το έγκλημαν της αποπλανήσεως νυμφευμένου ανδρός», πρόσθεσε μέσα απ΄ τα δόντια, και της έλυσε με μια κίνηση την αλογοουρά.
Το τελευταίο που θυμάται πριν τους τυλίξει η δίνη του πάθους ήταν ένας πρωτόγονος λυγμός, που βγήκε από τα ανοιγμένα της χείλη καθώς αναζητούσαν τα δικά του.
Λίγες σκέψεις για το αν αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο της Βιόλα Αρντόνε (εκδ. Πατάκη)
Θα αγόραζα ποτέ ένα βιβλίο με τίτλο «Η ατίθαση καρδιά της Ολίβα Ντενάρο»; Η απάντηση είναι «όχι». Είμαι, όμως, ευγνώμων που το διάβασα, χάρη στη φίλη μου Αναστασία, που μου το έκανε δώρο για τα γενέθλιά μου.
Πέρασα από διάφορα στάδια διαβάζοντάς το. Η ενστικτώδης μου αντίδραση στον τίτλο και στην όψη του εξωφύλλου ήταν ότι πρόκειται για κάποιου τύπου άρλεκιν που δεν θα διάβαζα ποτέ (και να το παραδεχόμουν δημόσια). Η φίλη μου, όμως, που το είχε διαβάσει, με προειδοποίησε να μην το κρίνω ως τέτοιο. Εξάλλου, εδώ που τα λέμε, χίλιες φορές ένα καλογραμμένο άρλεκιν παρά ένα κακογραμμένο, σοβαροφανές μυθιστόρημα, έτσι δεν είναι;
Από τις πρώτες σελίδες δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ότι η γραφή της Ιταλίδας συγγραφέως μοιάζει με μια πρώιμη έκφανση εκείνης της Έλενα Φερράντε. Πιο απλοϊκή, πιο στρογγυλεμένη, πιο αφελής, ακόμα. Διάβασα το πρώτο μισό του βιβλίου κρίνοντας τη συγγραφέα για την προσπάθειά της να μιμηθεί κάτι. Λάθος μου, θα μου πείτε, και θα ‘χετε δίκιο. Θα ‘πρεπε να γνώριζα καλύτερα, σαν συγγραφέας που θέλω κι εγώ να κρίνομαι σαν αυτόφωτη οντότητα, με τις επιρροές και τις γνήσιες ιδέες μου.
Επιπλέον, σαν αναγνώστρια, στο τελευταίο κεφάλαιο με ξένισε η απότομη αλλαγή στην αφηγηματική σκοπιά. Ενώ όλη η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο και γίνεται από την πρωταγωνίστρια, σε εκείνο το κεφάλαιο εναλλάσσεται μεταξύ των αφηγήσεων της πρωταγωνίστριας και του πατέρα της, σε μια προσπάθεια -εικάζω – κάλυψης των εξελίξεων είκοσι χρόνων μέσα σε λίγες σελίδες.
Όταν κατάφερα να ξεπεράσω τα κολλήματά μου και να βυθιστώ στο σύμπαν της Αρντόνε, κάπου γύρω στο εικοστό κεφάλαιο (είναι μικρά), άρχισα να σχηματίζω μια κάπως πιο ουδέτερη γνώμη για το βιβλίο και να εκτιμώ την ιστορία γι’ αυτό που είναι: άλλη μια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί, χωρίς προκατάληψη και πάθος.
Η Αρντόνε, μέσα από τη σκοπιά της ηρωίδας της, της έφηβης Ολίβας Ντενάρο, που πέφτει θύμα βιασμού από έναν φιλόδοξο γαμπρό, τον οποίο έχει απορρίψει, καταφέρνει με έναν μοναδικό τρόπο να θίξει τη θέση και την ψυχοσύνθεση της γυναίκας στον Ιταλικό νότο του ‘60, αλλά και τη σχέση μάνας-κόρης, πατέρα-κόρης, κόρης-συνομηλίκων και κοινωνίας.
Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ιστορία φέρνει στο προσκήνιο την αδικία ενός νομοθετικού πλαισίου της εποχής, που ήθελε αθώο όποιον άντρα «έπαιρνε» με το ζόρι μια γυναίκα (συχνά κοριτσάκι) βιάζοντάς την, με την προϋπόθεση ότι ύστερα θα την παντρευόταν.
Εκτίμησα χωρίς εμπάθεια πια την πειστικότητα της εφηβικής φωνής της ηρωίδας της, που καταλήγει να αλλάζει άποψη για τον κόσμο ένα μικρό και εμπειρικό συμπέρασμα τη φορά. Που έχει αποστηθίσει τους κανόνες της μητέρας της και τους αντιπαραβάλλει σε σχέση με αυτά που της αρέσουν ή δεν της αρέσουν, χωρίς ωστόσο να τους σπάζει, εσωτερικεύοντας από πολύ νωρίς μια μοιραία αντίληψη για τον ρόλο και τον προορισμό της γυναίκας στην κοινωνία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ηρωίδα που σμίλεψε η Αρντόνε, δεν έμαθε να ξέρει τι θέλει. Δεν διανοήθηκε ποτέ ότι θα μπορούσε να έχει άποψη, ακόμα και για το γλυκό που θα φάει, πόσο μάλλον για τον άντρα που θα της «δώσει μια θέση στην κοινωνία» ή για την ίδια τη θέση στην κοινωνία που η ίδια θα προόριζε για τον εαυτό της.
Αλλά ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση του θύτη είναι πειστικός. Τον σκιαγραφεί ως κάποιον που «κι αυτός έχει χάσει, είναι κι αυτός θύμα – της άγνοιας, μιας απαρχαιωμένης νοοτροπίας, ενός ανδρισμού τον οποίο πρέπει ν’ αποδείξει σε όλους με κάθε τρόπο και με κάθε τίμημα…». Ως κάποιον που δεν έχει διανοηθεί «την πιθανότητα να πρέπει να δεχτεί την απόρριψη».
«Η κοπέλα είναι μια στάμνα, όποιος τη σπάει την παίρνει, έτσι λέει η μάνα μου.», γράφει η Αρντόνε.
Ακόμα κι όταν έχει πληρώσει ακριβά το «όχι» της στον άντρα που τη βίασε με σκοπό να την κάνει γυναίκα του με το ζόρι, η ηρωίδα της παραδέχεται ότι θα έκανε τα πάντα για να μη διαφέρει σε τίποτα από τις συμμαθήτριές της. Από τις γυναίκες που παρέμειναν ατόφιες στάμνες και παντρεύτηκαν εκείνον που τις διάλεξε, ακολουθώντας τον δρόμο που εκείνος όρισε για του λόγου τους. Η ηρωίδα της εκφράζεται μέσα από μια αντι-ηρωική ειλικρίνεια, που την καθιστά πέρα για πέρα αληθοφανή.
Γιατί ποιος έφηβος ανεξαρτήτως της εποχής στην οποία του έλαχε να μεγαλώνει δεν επιθυμεί διακαώς απλώς να «ανήκει»;
Bonus info:Αν και δεν είναι αυτός λόγος να το διαβάσετε, σε περίπτωση που δεν σας έχουν πείσει οι πιο πάνω, όπως εντόπισε το αετίσιο μάτι της φίλης μου Αναστασίας, το όνομα της ηρωίδας, Ολίβα Ντενάρο, είναι αναγραμματισμός του ονόματος της συγγραφέως: Βιόλα Αρντόνε.
Είναι όλοι όσοι ψήφισαν Φειδία Παναγιώτου στις ευρωεκλογές χαζοί ή παρορμητικοί;
Δημοσιευμένο στην Καθημερινή της Κυριακής, 23 Ιουνίου 2024
Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν το φαινόμενο της εκλογής Φειδία στο ευρωκοινοβούλιο και της ανάδειξής του σε τρίτη πολιτική δύναμη στην Κύπρο. Ορισμένοι επικαλέστηκαν την αυθεντικότητα της προσωπικότητάς του, ως το x-factorπου τον έκανε να λάμψει εκλογικά.
Άλλοι απέδωσαν τη νίκη του στη δεινότητά του ως influencer στα Μέσα Κοινής Δικτύωσης και συγκεκριμένα στο Tik Tokκαι στην απήχηση που έχει το μέσο στο νεανικό κοινό.
Κάποιοι άλλοι είδαν την εκλογή του ως τη μετουσιωμένη αντίδραση του κόσμου προς τα κόμματα που δε λένε να πάρουν το μήνυμα της κοινωνίας ότι είναι αναχρονιστικά.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν είναι όλοι όσοι ψήφισαν τον Φειδία χαζοί ή παρορμητικοί.
Η «αυθεντικότητα» ως απάντηση στην πολιτική ορθότητα
Ο Φειδίας Παναγιώτου κρίνεται ως «αυθεντικός», από την άποψη ότι δεν έχει υιοθετήσει το συστημικό προφίλ του πολιτικού, ενώ αρνείται να μπει στο καλούπι της σοβαρότητας και της πολιτικής ορθότητας που χαρακτηρίζει την εποχή μας.
Το 2016 ο Τραμπ ήταν ο πρώτος πολιτικός που «έσπασε» το πρωτόκολλο της πολιτικής ορθότητας και απέδειξε ότι σπάζοντάς το, όχι μόνο δεν «ακυρώθηκε» αλλά αύξησε και τα ποσοστά απήχησής του στην κούρσα για την προεδρία των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι είναι πολύ πιθανό να κερδίσει εκ νέου τις αμερικανικές εκλογές, παρά την κατακραυγή για την πολιτική του ακαταλληλότητα και τα πολλαπλά σκάνδαλα που τον βαραίνουν, αποτελεί απόδειξη για την συνεχιζόμενη απήχηση τέτοιων χαρακτηριστικών.
Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως όταν η Χρυσή Αυγή έκανε ντεμπούτο στην Ελλάδα, η «αυθεντικότητα» των υποψηφίων της, μαζί με τον «τσαμπουκά» ήταν ένα από τα δυνατά της χαρτιά.
Στην Ιταλία, επίσης, κι ενώ το άγραφο πρωτόκολλο πολιτικής ορθότητας προνοεί ότι οι παραδοσιακοί προσδιορισμοί με βάση το βιολογικό φύλο, την εθνικότητα και τη θρησκεία δεν θα πρέπει να μονοπωλούν τη συζήτηση περί ταυτοτήτων κι επομένως ούτε τον πολιτικό στίβο, η Τζώρτζια Μελόνι διεξήγαγε την προεκλογική της εκστρατεία διαλαλώντας «είμαι γυναίκα, είμαι μητέρα, είμαι Ιταλίδα, είμαι Χριστιανή».
Ο Φειδίας, ένας 24χρονος γιος παπά, χωρίς ουσιαστική επίσημη μόρφωση και χωρίς πολιτικές θέσεις, έκανε θρίαμβο όχι παρόλα τα χαρακτηριστικά του, αλλά ίσως κι εξαιτίας τους.
Ο παράγοντας ΜΚΔ και ο θάνατος της κομματικής αφοσίωσης
Το ενστικτώδες συμπέρασμα, ότι ο παράγοντας ΜΚΔ καθιστά ανεπαρκή και αναποτελεσματικά τα παραδοσιακά μέσα επικοινωνίας που χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο οι πολιτικοί στη χώρα μας σήμερα, είναι απολύτως λογικό, αφού, σύμφωνα με έρευνες (ευρωβαρόμετρο, Eurostat), 83% του πληθυσμού στην Κύπρο χρησιμοποιεί τα μέσα αυτά, με τη συντριπτική πλειοψηφία (70%) να τα αξιοποιεί ως τη βασική πηγή ενημέρωσής του. Δεν αντανακλά, ωστόσο, την πλήρη πραγματικότητα.
Πρόκειται, στην ουσία, για ένα μέσο στο οποίο κύριο εργαλείο πειθούς παύει να είναι ο λόγος (discourse) και τη θέση του παίρνει η εικόνα υπό τη μορφή φωτογραφίας ή βίντεο. Μια εικόνα με την οποία ο χρήστης δεν έχει παρά ελάχιστη επαφή, που όμως είναι αρκετή για να προκαλέσει ταύτιση.
Υπόψη θα πρέπει να ληφθεί και η επίδραση των ΜΚΔ στα επίπεδα συγκέντρωσης και την πρόθεση των χρηστών τους να εντρυφήσουν σε αυτά στα οποία εκτίθενται, και στον τρόπο που αυτό αντανακλάται στη διαδικασία επιλογής των πολιτικών τους αντιπροσώπων.
Από την άλλη, υπάρχει και ο αστάθμητος παράγοντας που ονομάζεται αλγόριθμος, και που, ενδέχεται να μεγεθύνει την απήχηση περιεχομένου που τυγχάνει να έχει τραβήξει την προσοχή ορισμένων χρηστών σε μια δεδομένη χρονική συγκυρία.
Το απολιτίκ ως αντίδραση στην πόλωση
Η κοινωνία μας σήμερα χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία πόλωσης. Από το ζήτημα των ταυτοτήτων μέχρι το μεταναστευτικό και τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Γάζα, οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν στρατόπεδο στη βάση απόλυτων αληθειών, που δεν αφήνουν περιθώριο για αμφισβήτηση ή ενσυναίσθηση ως προς την αλήθεια της «άλλης πλευράς».
Η ψήφος στον Φειδία μπορεί να ιδωθεί και ως μια αντίδραση στις συνθήκες αυτές, από μια μερίδα του κόσμου που προτιμά να μην τοποθετηθεί, είτε επειδή νιώθει ότι δεν τον αφορούν οι εξελίξεις ή από φόβο μη γίνει “cancelled”.
Ανάμεσα στο δίλημμα επιλογής πολιτικών που, λαμβάνοντας θέση χαρακτηρίζονται, για παράδειγμα, ως αντισημίτες ή ισλαμόφοβοι, μία φαινομενικά απολιτίκ επιλογή όπως ο Φειδίας ίσως να λειτουργεί σαν διέξοδος για τους ψηφοφόρους που δεν επιθυμούν να εισέλθουν σε αυτό τον χορό. Τουλάχιστον όχι ακόμα.
Δεν είναι επομένως όλοι όσοι ψήφισαν τον Φειδία χαζοί ή παρορμητικοί. Αποτελούν είδωλο του μέσου Κύπριου ψηφοφόρου, που, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, στις επόμενες εκλογές, αν συνεχιστεί η πόλωση αυτή, και με δεδομένη πια την εύκολη εναλλαγή ψήφου, δεν αποκλείεται να επιλέξει να ψηφίσει ΕΛΑΜ ή οποιαδήποτε άλλη επιλογή κρίνει ως «αυθεντική», ως «αντισυστημική», ως «εναλλακτική» σε ένα πολιτικό σκηνικό που δεν επιτρέπει την παραμικρή παρεκτροπή από μία απόλυτη αλήθεια.
Αν τα αποτελέσματα της εκλογικής διαδικασίας της 9ης Ιουνίου στέλνουν ένα μήνυμα, ίσως αυτό να μην έχει ως αποδέκτες μόνο τα κόμματα, αλλά την κοινωνία ευρύτερα.
Ίσως το μήνυμα αυτό να είναι ότι στην πολιτική, όπως και στη ζωή, έννοιες, όπως η πολιτική ορθότητα, η αλήθεια και η Δημοκρατία, πρέπει να είναι δομημένες ακριβώς όπως ένα ψηλό κτήριο. Με ευκαμψία και ελαστικότητα που τους επιτρέπει να απορροφούν κραδασμούς και να κάμπτονται σε συνθήκες σεισμού για να μην καταρρεύσουν στην προσπάθειά τους να μείνουν ακίνητες.
Μεσημεριανό στην παλιάν πόλην με τον μικρόν γιον ενός παιδιάτρου, που θυμάται την ζωήν του μέσα που ιστορικά γεγονότα, εν’ πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου τζ̆αι (ίσως γι’ αυτόν) αγαπά τους «κακούς ήρωες»
*Disclaimer*: Την συνέντευξην του Μιχάλη έπιασα την τον περασμένον Νιόβρην. Εν είχαν αρκέψει καν οι κρυάδες τζα οι γιορτές των Χριστουγέννων εφαντάζαν ακόμα μακρινόν σενάριον. Για δικούς μου λόγους άρκησα να την γράψω, τζαι οφείλω στον συνεντευξιαζόμενον μου μιαν απολογίαν για τούτον. Το αποτέλεσμαν, όμως, ελπίζω να τον δικαιώννει που μου την επαραχώρησεν.
Εν’ Νιόβρης τζ̆αι ίσ̆ια που άρκεψεν να κρυαδίζει στην νήσον Κύπρον. Περπατώ τα στενά της παλιάς πόλης τζ̆αι φτάννω στο μαειρκόν του κύριου Ματθαίου, πίσω που το μικρόν τζ̆αμίν, δίπλα που το σχολείον της Φανερωμένης, όπου εδώσαμεν ραντεβού για μεσημεριανόν με τον Μιχάλην Περσιάνην. Πιάννω τραπεζούιν έξω – όσον έσ̆ει ήλιον εν’ καλά, σκέφτουμαι- τζ̆αι περιμένω τον να έρτει.
Με το που φτάννει, γίνεται αντιληπτός.
«Είσαι ο Μιχάλης;», ρωτά τον η Αθηνά, η κόρη του κ. Ματθαίου, σαν μας στρώννει το τραπέζιν. «Εν τζ̆αι ξέρω σε εσέναν», λαλεί του. «Αλλά περιττόν να σου πω ότι ο παπάς σου ήταν τζ̆αι ο δικός μου παιδίατρος τζ̆αι του αρφού μου» [γελά].
«Αν το έξερα ήταν να σου φέρω φρουτάκι», απαντά της γελώντας.
Ρωτώ την πώς τον εκατάλαβεν. Αν μοιάζει με τον παπάν του. Ο Μιχάλης προλαβαίννει την.
«Εκυκλοφορούσα μες το γιατρείον τζ̆ι έκαμνα πελλάρες», λαλεί.
Παραγγέλνουμεν που μιαν μερίδαν λουβί (πόρρω απέχει που το brandy sour, I know) τζ̆αι ξεκινούμεν.
«Νιώθω λλίον άβολα», λαλεί μου στην αρκήν, «επειδή νομίζω ότι εν έχω κάτι να πω». Αν τζ̆αι εν είχα καμίαν αμφιβολίαν ότι έσ̆ει πολλά να μου πει, «το point των συνεντεύξεων», απαντώ του, «εν’ ότι ούλλοι έχουν κάτι να πουν».
Παιδική Ηλικία Πάνω που το Ιατρείον του Παπά
Εξηγεί μου ότι στην οικογένειαν του εν’ τρία αδέρφια. Εν’ ο πιο μιτσής τζ̆αι έσ̆ει δύο αδερφές. Εμεγαλώσαν στο σπίτιν τους στη Λευκωσία, που ήταν χτισμένον πάνω που το γιατρείον του παπά του.
«Εν είσ̆εν κάτι αξιόλογον, ήταν ήσυχη ηλικία, χωρίς majorevents. Πρωινόν εν ετρώαμεν ούλλοι μαζίν, ήταν το τυπικόν χάος μες τη βιασύνην. [Μετά] επήαιννα σχολείον περπατητός.
Ο παπάς μου σε κάποιαν φάσην της παιδικής μου ηλικίας για να τζ̆οιμηθώ εθκιέβαζεν μου εγκυκλοπαίδειαν. Εγώ ήθελα ιστορίαν, αλλά όταν άρχιζεν να μου μιλά, εσυνέπαιρνεν με.»
«Πώς εχειρίζετουν τες πελλάρες που έκαμνες στο γιατρείον του;», ρωτώ.
«Καλά. Χαλαρά», απαντά μου. «Συνήθως εκατέληγεν σε funnystory που ελαλούσαμεν τζ̆αι εγελούσαμεν.»
«Η μάμμα σου τι φάση ήταν;»
«Η μάμμα μου όταν εγεννηθήκαμεν αποφάσισεν να γίνει stay–at–homemum, ενώ πριν εδούλευκεν σε τράπεζαν. Aπέκτησεν καριέραν σε μεγάλην ηλικία πλέον, βουρώντας τες δουλειές του παππού μου, που άφησεν πίσω. Ακίνητα στην Λάρνακαν», απαντά.
Ρωτώ τον αννέν’ που την μάμμαν του που έπιασεν το επιχειρηματικόν/χρηματοοικονομικόν μικρόβιον.
«Εν το ήξερα ότι το είσ̆εν, τζ̆αι εν θεωρώ πως έχω επιχειρηματικόν attitude», λαλεί μου. «Είμαι το αντίθετον του τύπου που σκέφτεται λογιστικά. Θεωρώ πολλά σημαντικόν το quantification, να έσ̆εις τεκμήρια για τζ̆είνα που λαλείς, να έσ̆εις νούμερα μπροστά σου, αλλά υποβαθμίστηκεν η ποιοτική ανάλυση πάρα πολλά. Εν’ καλά τα νούμερα, αλλά θέλει πολλήν συζήτησην μέσα σου τζ̆αι με άλλους το τι σημαίνουν τζ̆είνα τα νούμερα που θωρείς.»
Ρωτώ τον τι ήθελεν να γίνει όταν μεγαλώσει.
«Α, εν ξέρω. Ακόμα εν ξέρω τι θέλω να γίνω που έννα μεγαλώσω.» [γέλια]
Παιδικά χρόνια με Τσ̆αουσ̆έσκου, Τσ̆έρνομπιλ,Challenger τζ̆αι Λέλλον
Ζητώ του να μου περιγράψει τις πιο έντονες εικόνες της παιδικής του ηλικίας.
«Έχω εικόνες πολλά συγκεκριμένες. Ας πούμεν, που την εκτέλεσην του Τσ̆αουσ̆έσκου, το ελικόπτερον πάνω που το Τσ̆έρνομπιλ, την έκρηξην του Challenger, την κηδεία του Χομεϊνί, τες διαδηλώσεις εναντίον του Λέλλου για την πεζοδρόμησην της Λήδρας. Είμαι γύρω στα οκτώ με δέκα χρονών, καθούμαστεν ούλλοι μαζίν στο καθιστικόν του σπιθκιού μας τζ̆αι παρακολουθούμεν ειδήσεις. Τούτον που έβλεπα ήξερα ότι εσήμαινεν κάτι σημαντικόν, που όμως εν εμπορούσα να καταλάβω.»
Περιγράφει μου μιαν ανάμνησην που έσ̆ει που την επομένην που είδεν την έκρηξην του Challenger:
«Στο σχολείον ερώτησεν η δασκάλα τι είδαμεν, τι συμβαίννει γυρών μας τζ̆αι εσήκωσα το σ̆έριν μου τζ̆αι είπα της -έναν περίπου ότι- δύο κοσμοναύτες εκάμαν κάτι κάπου. Τζ̆αι λαλεί μου ‘οι, ήταν αστροναύτες’. Εγώ ήμουν σίουρος ότι ήταν κοσμοναύτες. Αφού είχα την ακούσει στες ειδήσεις [την λέξην] τζ̆αι έκαμεν μου εντύπωσην τζ̆αι γι’ αυτόν την είπα τζ̆ιόλας. Λαλεί μου ‘εν υπάρχει τούτη η λέξη’.
Πού να ήξερα εγώ στα εφτά-οχτώ μου ότι οι κοσμοναύτες ήταν της Σοβιετικής Ένωσης τζ̆αι οι αστροναύτες ήταν οι αμερικάνοι; Προφανώς ήταν δεξιά η δασκάλα.
Κάθε πρωίν, στον περίπατον μου για το σχολείον εσκέφτουμουν ότι εσυμβαίνναν τούτα ούλλα στον κόσμον τότε, τζ̆ι εγώ γύρω μου έβλεπα απλά δρόμους όφκιερους, σαν να μεν εσυνέβαιννεν τίποτε. Ήταν μια εποχή – ’86-’93 – που άλλασσεν ο κόσμος ολόκληρος. Τζ̆αι εν το επήραμεν χαπάριν.»
Σχολική Ζωή στο EnglishSchool
«Τι μαθητής ήσουν;», ρωτώ τον. «Αμφισβητούσες το authority των δασκάλων συχνά;»
«Ναι. Ιδίως εις στο EnglishSchool, επειδή ήμουν πιο μεγάλος τζ̆αι είχα παραπάνω όρεξην να το κάμω. Εκοντραρίσκουμουν με καθηγητές που μου αρέσκαν. Έβρισκα το ωραίαν άσκησην. Άρεσκεν μου να εισπράττω την απάντησην τους. Ικανοποιούσεν με [η απάντηση τους] άμαν ήταν witty. Απολάμβαννα τη διαδικασίαν τούτην.»
Τζ̆αι συνεχίζει:
«Μιαν χρονιάν, πρέπει να ήμουν πρώτην ή δευτέραν, εστείλαν μας επιστολήν ότι έννα αυξηθούν τα δίδακτρα διότι ήταν να σάσουν το πάρκινγκ. Αρχικά εν τζ̆αι έκοψεν μας τούτον το πράμαν. Μιαν μέραν, όμως, είσ̆εν πολλά πιλά μες το πάρκινγκ τζ̆αι ενευρίασα, διότι εθθυμήθηκα ότι επληρώσαμεν για να σαστεί τούτος ο χώρος. Επήα σπίτιν τζ̆ι έκαμα ταπέλλες ‘MindtheGrass’ τζ̆αι επήα τζ̆αι έβαλα τες μες τα πιλά. Έβαλα τον παπάν μου να με πάρει σχολείον πιο νωρίς τζ̆αι επήα τζ̆αι έβαλα τες. Έβαλλα στοισ̆ήματα ποιος που τους καθηγητές έννα μου θυμώσει. Εν το έκρυψα ότι εν’ εγώ που το έκαμα. Ήταν έναν αστείον που επήεν τρεις μέρες τζ̆αι τζ̆είνον ήταν. Εν τζ̆αι ετιμωρήθηκα. Τι ήταν να μου πουν; Που τα καλά του σχολείου, τότε, ήταν ότι είσ̆εν καθηγητές που ελαλούσαν ‘έσ̆ει δίκαιον ο μιτσής’.»
Αναρωθκιούμαι τι του ελαλούσαν οι γονείς του για τούτα ούλλα.
«Οι γονείς μου επαίζαν πελλόν τζ̆αι αφήνναν με να τα κάμω. Ελαλούσαν μου τζ̆αι κανέναν ‘πρόσεξε’, αλλά ήταν καθηκόντι που το εκάμναν. Νομίζω αντιλαμβάννουνταν ότι έννεν απλώς που πελλάραν που τα έκαμνα.»
Εφηβεία
Ζητώ μου να μου περιγράψει πώς ήταν ως έφηβος. Πώς εντύννετουν, πού εσύχναζε.
«Ήμουν πάντα weird, λλίον κάπως, κλειστός στον εαυτόν μου τζ̆αι με τους καλούς μου τους φίλους, εθκιέβαζα, έγραφα. Το αγαπημένον μου συγκρότημαν ήταν οι Metallica, αλλά πρώτα άκουα Doors μανιωδώς. Εντύννουμουν του κουτουρού, εφορούσα Dr. Martins, Σάββατον νύχταν επηαίνναμεν κάτω, στην περιοχήν πίσω που το Σολώνειον.
Ήταν το Woodstock, η Reckless που επαίζαν ροκ τζ̆αι μέτταλ. Εν’ interesting γιατί τότε ούλλα τα είδη αθρώπων – τζ̆αι οι preppie τζ̆αι οι jocks, τζ̆αι οι μετταλλάδες τζ̆αι οι barbiedolls εβρέθουνταν σε έναν τόπον τζ̆ειαμαί στην περιοχήν ώσπου να συγκροτηθεί η παρέα για να πάει στον τόπον που ήταν να πάει. Εν ξέρω να γίνεται αλλού έτσι πράμαν, βρίσκω το πολλά ενδιαφέρον.»
Πολιτικές τζ̆αι Οικονομικές Επιστήμες
«Τι σε ώθησεν να θέλεις να ασχοληθείς με τες Πολιτικές Επιστήμες τζ̆αι μετά με τα Οικονομικά;» ρωτώ τον.
«Στο σχολείον άρεσκεν μου η λογοτεχνία, η φυσική, η ιστορία. [Στο πανεπιστήμιον] έκαμνα Political Science τζ̆αι minor στα Γαλλικά. Το αμερικάνικον σύστημαν διά σου ευτυχώς την ευκαιρίαν να κάμεις τζ̆ι άλλα πράματα. Εν’ πραγματικά το καλλύττερον. Εμέναν επέτρεψεν μου to explore other areas. Άφηκεν με να κάμω religion in politics, culture in politics, για τον ρόλον της θρησκείας, της κουλτούρας. Αλλά ακόμα τζ̆αι έτσι ένιωθα ότι μου έλειπεν κάτι.
Εν μου αρέσκαν τα Εconomics. Σε κάποιαν φάσην όμως αντιλαμβάννεσαι ότι για να καταλάβεις τι συμβαίννει, πρέπει να κάμεις οικονομικά. Εθωρούσα ότι έλειπεν κάτι που την ανάλυσην. Είτε ασχολείσαι με τα συντάγματα, με τες δομές, με voter behaviour, κάτι λείπει χωρίς τα οικονομικά.
Γιατί τα economics σε τζ̆είν’ το επίπεδον βασικά εν΄ η ανάλυση του πώς διαχειρίζεται μια κοινωνία τους πόρους της σε συνθήκες σπανιότητας. Τα economics κατευθύνουν την δομήν των θεσμών, τον τρόπον που οργανώννουμεν την κοινωνία μας. ΜετάέκαμαμάστερInternational Relations and Economics τζ̆αικάπωςέτσιέγιναgravitated πουποδά.»
Η Οικονομία ως «ανάλυση του πώς λειτουργούν οι αθρώποι»
Καθώς μου μιλά για την Οικονομία, ξεκινά να μου εξηγά πώς εξεκίνησεν η σχολή σκέψης που θέλει τα οικονομικά να ανήκουν στις θετικές επιστήμες τη δεκαετίαν του ’70: «Για τον κυνικόν λόγον ότι οι θετικές επιστήμες στα αμερικάνικα πανεπιστήμια επληρώνναν πολλά καλλύττερα που τες ανθρωπιστικές, τζ̆ι έτσι οι τελευταίες αποφασίσαν να αυτοπροσδιοριστούν ως θετικές». Ρόλον όμως έπαιξεν, προσθέτει, τζ̆αι η αντίληψη ότι η οικονομία τζ̆αι η αγορά «εν’ απλώς αυτόνομες μηχανές που πρέπει να καταλάβουμεν πώς δουλεύκουν».
«Που εν’ πελλάρες», καταλήγει. «Έσ̆ει κανόνες μέσα η οικονομία, έσ̆ει μιαν μηχανικήν, αλλά στο τέλος της ημέρας εν’ η ανάλυση του πώς λειτουργούν οι αθρώποι.»
«Άρα τζ̆αι η ιδέα περί αυτορρύθμισης της αγοράς αντανακλά το πώς σκέφτουνται οι άθρωποι την δεδομένην εποχήν που κάμνουν την ανάλυσην;», ρωτώ.
«Ναι. Όπως τζ̆αι το τι εν’ σωστόν τζ̆αι τι λάθος. Τα ethics.»
Ρωτώ τον πώς έβλεπεν το νησίν που την Αμερική. Θέλω να δω αν την είσ̆εν δει σωτήρας, όπως παθθαίννουμεν ούλλοι μας έναν περίπου όταν σπουδάζουμεν στο εξωτερικόν τζ̆αι θέλουμεν να επιστρέψουμεν ως άλλοι πεφωτισμένοι, έτοιμοι να «εξυγιάνουμεν» τες παθογένειες που ταλανίζουν την χώραν μας.
«Εν είχα ποττέ το attitude ότι είμαστεν τριτοκοσμική χώρα, διεφθαρμένη. Εθωρούσα ότι η Αμερική είσ̆εν πάρα πολλές που τούτες τες παθογένειες για τες οποίες παραπονιούμαστεν εμείς. Δηλαδή τα πιο πολλά πράματα που λαλείς ‘thisisCyprus’ είσ̆ες τα τζ̆αι τζ̆ειαμαί. Διαφθορά μπόλικη, σε κάποια μέρη να παίζουνται μες τους δρόμους, γκέτο, ξιμαρισ̆ιά, σε κάποιες γειτονιές εν είσ̆εν ίντερνετ, εν είσ̆εν τηλέφωνα. Ήταν το αντίθετον της εικόνας που είχαμεν εμείς δαμαί για την Αμερικήν.»
Δημοσιογραφία τζ̆αι «Καθημερινή»
«Η δημοσιογραφία πώς επροέκυψεν;», τον ρωτώ.
«Ήταν μεταξύ σοβαρού και αστείου. Εγνώρισα τον Δημήτρη [σ.σ. εννοεί τον Δημήτρη Λοττίδη, εκ των εκδοτών της Καθημερινής) στην προεκλογικήν εκστρατείαν του Κασουλίδη. Ήθελα να έρτω Κύπρον για λλίον τζ̆αιρόν, τζ̆αι κουβένταν στην κουβένταν είπεν μου ‘έλα να στήσουμεν την Καθημερινήν στην Κύπρον’. Είχα θέση στην Κομισιόν, αλλά είχα μπροστά μου 18 μήνες για τον διορισμόν, άρα είπα ‘ας πάω για λλίον τζ̆αιρόν’. E, beforeyouknowit, επεράσαν έξι χρόνια. Αλλά όι, την δημοσιογραφίαν εν την εκυνήγησα. Ήταν κάτι που έτυχεν.
Φαντάζουμαι τον εαυτόν μου ως policyanalyst. Να δουλεύκω για έναν πολιτικόν ή με έναν πολιτικόν, να γυρέφκουμε λύσεις, να αναπτύσσουμεν πολιτικές. Τζ̆είνον που εν μου άρεσκεν ποττέ εν’ οι κομματικές δομές. Τζ̆αι εν’ στην Αμερικήν που αποφάσισα πως εν’ κάτι που εν θέλω.»
PolicyMakingτζ̆αι … Τέχνη
Ρωτώ τον αν γράφει τζ̆αι σήμερα, πέραν που τες οικονομικές του αναλύσεις που δημοσιεύκει κατά καιρούς. Οι τόσον που δημοσιογραφικήν περιέργειαν, αλλά που μιαν ανάγκην έκφρασης της δημιουργικότητας του. Λαλεί μου πως όι. Πως η δημιουργικότητα για τζ̆είνον πλέον εν’ κάτι πολλά διαφορετικόν.
«[In order] todeviseproperpolicy για έναν πρόβλημαν στην κοινωνίαν θέλει επίσης πολλύ creativityτζ̆αι κάποτε πρέπει να το παίξεις Dali για να φκεις που μέσα που μιαν κατάστασην που λύεις το άλφα πρόβλημαν τζ̆αι δημιουργείται έναν βήτα πρόβλημαν.
Το creativity του policyτζ̆αι του problemsolving στα πιο πεζά πράματα εν’ πολλά υποβαθμισμένον. Τζ̆αι είμαι πολλά θυμωμένος απέναντι στην τέχνην γιατί εν θα δεις ούτε εικαστικήν τέχνην, ούτε μουσικήν ούτε λογοτεχνίαν να συζητά το ανθρώπινον δράμαν τζ̆είνου που συνήθως εν’ ο κακός σε έτσι περιπτώσεις. Όι του αντιήρωα, αλλά τζ̆είνου που λαμβάννει τες δύσκολες αποφάσεις.
Για παράδειγμαν του Άιζενχαουερ, που ανέλαβεν την ευθύνην για την αποτυχημένην απόβασην στην Νορμανδίαν (τες πρώτες ώρες, που η απόβαση εν τα επήαιννεν καλά). Ή του τύπου -πάντα ήθελα να ήξερα ποιος ήταν – που έβαλεν υπογραφήν τζ̆αι έδωσεν την διαταγήν να σηκωθεί το αεροπλάνον, να πάει πάνω που την Χιροσ̆ίμα τζ̆αι να σύρει την πόμπαν. Υποθέτουμεν ότι έγινεν αβασάνιστα. Υποθέτουμεν ότι ετζ̆οιμάτουν ήσυχα την νύχταν. Υποθέτουμεν ότι εν’ κακός.
Εν υποβαθμίζω το ανθρώπινον δράμαν των θυμάτων της Χιροσ̆ίμας. Αλλά έσ̆ει έναν αθρώπινον δράμαν τζ̆είνου που έσ̆ει να θκιαλέξει μεταξύ κακού τζ̆αι κακού – το μη χείρον βέλτιστον εν’ συνταγή για τα εύκολα μόνον – που μου λείπει που την τέχνην.»
Συνεχίζει να μου λαλεί μου ότι θέλει να θκιεβάσει για το δράμαν τζ̆είνου του τύπου που εν’, ας πούμε, «στο Eurogroupτζ̆αι προσπαθεί να έβρει μιαν λύσην τζ̆αι έσ̆ει τρεις μέρες να τζ̆οιμηθεί τζ̆αι ξέρει ότι για να λύσει το πρόβλημαν που έσ̆ει μπροστά του πρέπει να χάσει κόσμος την δουλειάν του ή να μείνει στον δρόμον. Τζ̆είνος ο τύπος που παίρνει την απόφαση που πληρώνουν οι άλλοι, γιατί υποθέτουμε πως εν τον κόφτει, πως εν’ γαούρι; Εν’ αθρώπινο δράμα τζ̆αι καλά κάμνει η τέχνη να το αναλύει.
Κοίτα τωρά με τες κεντρικές τράπεζες τζ̆αι τα επιτόκια. Επήραν την σωστήν απόφαση αλλά κάποιοι εν’ φορτωμένοι ενοχές που εκάμαν το σωστό. Τούτον το κομμάτιν εν το δείχνει η τέχνη, παρόλο που υπάρχουν εξαιρέσεις, ιδίως στην αφρικανικήν λογοτεχνίαν, που ασχολείται με το τέλος της αποικιοκρατίας.»
Εν αναφερούμαστεν πολλά στην υφιστάμενην του θέσην, ως Προέδρου του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, αλλά νιώθω, που τούτην την κουβένταν μας, ότι στην ουσίαν προσπαθεί να μου πει ότι τζαι πίσω που κάθε δικήν του απόφασην κρύφκεται έναν ανθρώπινον δράμαν. Ότι το prestige μιας τέθκοιας θέσης, έρκεται με έναν βαρύν αίσθημαν ευθύνης που εν παίρνει καθόλου ελαφρώς.
Ελευθερία – Ισότητα
Ζητώ του να επιλέξει το ιδανικόν μιξ μεταξύ Ισότητας και Ελευθερίας, πάνω σε έναν οριζόντιον άξοναν.
«Θωρείς, τούτη εν’ μια πάρα πολλά καλή άσκηση», λαλεί μου, «διότι όπου το βάλεις εν’ λάθος αλλά πρέπει να το βάλεις.»
Σκέφτεται το, μελετά το. Στο τέλος προσθέτει έναν δεύτερον άξοναν τζ̆αι δημιουργεί έναν νέον concept. Επερίμενα καιρόν κάποιον να παρέμβει πάνω στην άσκησην με μιαν πιο δημιουργικήν διάθεσην.
Τραβά, στην ουσίαν, μιαν κάθετην γραμμήν στην μέσην του άξονα, την οποίαν ονομάζει «Δικαιοσύνη». Τοποθετεί την κουκκίδαν του ως εξής:
Κεφάλαιον Λευκωσία
«Ωραίον τοπούιν», λαλεί μου σε κάποιαν φάσην για το μαειρκόν.
Εξηγώ του ότι εν’ σταθερή αξία της παλιάς πόλης. Ότι σίουρα εν’ πιο παλιόν τζ̆αι που τα Καλά Καθούμενα, τζ̆αι που το Οκτάνα, μπορεί τζ̆αι που τα Τρία Φανάρια. Ωστόσον εν εξαναήρτεν, λαλεί.
«Ποια εν’ η σχέση σου με την παλιάν πόλην;» ρωτώ τον.
«Περίεργη», απαντά.
Τι την κάμνει περίεργην τούτην την σχέσην;, διερωτούμαι.
«Εν’ είμαι της παλιάς πόλης, εν την ξέρω καλά ακόμα, κάθε φοράν που έρκουμαι ανακαλύφκω κάτι, έναν σημάδιν πάνω στον τοίχον, έναν κτήριον που εν εξαναπρόσεξα. Έσ̆ει πάρα πολλήν ιστορίαν, την οποίαν εν τζ̆αι μαθθαίννουμεν την».
Ξαφνικά αλλάσσει θέμαν.
«Πε μου, ξέρεις πόσα πάει το Hurricane;», ρωτά με.
Σε μιαν πρόσφατην συνέντευξη, οι ιδιοκτήτες ενός που τα πιο ιστορικά ζαχαροπλαστεία της παλιάς πόλης της Λευκωσίας, διάσημον για τες τυρόπιττες του τζ̆αι όι μόνον- αναφέραν ότι θέλουν να το πουλήσουν.
«Θα με ενδιέφερεν να δω το rescuemissionτου πώς μοιάζει.»
Αρκέφκει να μου αναλύει σενάρια οικονομικής διάσωσης του, με βάσην τα δεδομένα που έσ̆ει μπροστά του. «Πρέπει να σωθεί το Hurricane», μονολογεί τζ̆αι κάμνει με να σκέφτουμαι πόσον εργαλειακήν σκέψην έσ̆ει. Αντιλαμβάννουμαι ότι έννεν επιχειρηματική ή χρηματοοικονομική.
Ο Μιχάλης Περσιάνης εν’ ένας Πολιτικός Επιστήμονας by nature, τζ̆αι έτσι αντιλαμβάννεται τζ̆αι ερμηνεύκει την ζωήν γύρω του.
****
ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ
Κάποια fun facts για την προσωπικότηταν του Μιχάλη:
Απλά αλλά ιερά
Αγαπημένον ρόφημα: Dalmore, negroni On-repeat τραγούδι στο Spotify:Division Bell Guilty Pleasure (τραγούδιν): Boney-M, By the rivers of Babylon. Βιβλικό. Σπεσιαλιτέ:Το curry μου δεν τυγχάνει της εκτίμησης που του αξίζει! Αγαπημένον junk food: To curry μου. Σειρά που παρακολουθεί:Blue Eye Samurai. Είχε δίκαιο ο Παμπαλλής. Βιβλίον που θκιεβάζει:Τούτη την περίοδο, weekdays: Structure and Change in Economic History. Πάλε. Douglass North. Σπουδαίος. Σαββατοκύριακο: Elementary Forms of Religious Life, του Durkheim. Αλλά μόνο Σάββατα γιατί χαλά τον ύπνο.
Πεζά μεν, χρήσιμα δε
Σχέση με την τεχνολογία: Καλούτσικη. Άρχισα να φοούμαι. Αγαπημένον gadget:Banal αλλά κινητό.
Σοφιστικέ
Έργον τέχνης που ξεχωρίζει: Τρεις του Μάη και ο Κρόνος του Γκόγια.
Blast from the past
Αγαπημένη παιδική ανάμνηση: Θάλασσα. Πιο συχνή αταξία που έκαμνεν μιτσής: Τεστ αντανακλαστικών με το ειδικό σφυράκι πάνω στα καννιά των αρρώστων του παπά μου. Αγαπημένον τραγούδιν στην εφηβεία: People are Strange τζ̆αιRiders on the Storm. Αγαπημένον στέκκιν στην εφηβεία:Woodstock. Το πιο εξτρίμ πράμαν που έκαμεν έφηβος: Αστειεύεσαι. Πρώτον τραγούδιν που έμαθεν να παίζει στην κιθάραν: Ποτέ. Προσπάθησα πνευστά, βιολί, πιάνο, κιθάρα. Ατάλαντος. Στο βιολί μάλιστα είπε μου ο δάσκαλος πως εν κάμνω στο δεύτερο μάθημα.
Λευκωσία, αγάπη μου
Αγαπημένον στενόν:Που του Χατζηγιωρκάτζη Κορνέσιου, μέσα. Παρόλο που ήταν παλιοτόμαρο ο συγκεκριμένος. Αγαπημένη γωνιά: Άης Λάζαρος, η νότια στοά που πίσω.
The world as an oyster
Αγαπημένος προορισμός: Σηκουάνας. Bouquinistes. Επόμενο προγραμματισμένο ταξίδι: Βερολίνο, δουλειά. Τύπος τουρίστα:μουσεία ή θκιάνεμμαν; Χωρίς πρόγραμμα, μουσεία.
Μεταφυσικά κι αγαπημένα
5 άτομα, living or dead, που θα επροσκαλούσεν σε dinner party: Έχουμε πολλές παραλλαγές, αλλά μιακορυφαία θέλει: Jung, Isaiah Berlin, Υπατία, Lao Tzu τζ̆αι Heisenberg. Με ποτό, πούρο τζ̆αι ατζέντα για τη συζήτηση τη σχέση της επιστήμης με το Άφατο. Αν είσ̆εν κάποιαν υπερδύναμην τούτη θα ήταν: Time management. Αν εμπορούσεν να μετενσαρκωθεί σε κάποιον ήρωαν βιβλίου: Michael Udomo. Walk a mile in his shoes να δειςπόσο δύσκολο ένει.
Τα πολύ προσωπικά
Τελευταία φορά που έκλαψεν:Division Bell. Κοσμοθεωρία: τελικά η ζωή εν’ μια σειρά που τυχαία γεγονότα; Πόσες λέξεις δικαιούμαι; (😊).
Η πολιτική αλλιώς
Πολιτικός που θαυμάζει ή εκτιμά στην Κύπρο: Κασουλίδης, Βασιλείου. Πολιτικός που θαυμάζει στο εξωτερικόν: Eisenhauer, Adenauer, de Gaulle. Με διαφωνίες στην πολιτική των τριών. Κριτική προς την Αριστεράν: Οι στόχοι της Αριστεράς εν επιτυγχάνονται πάντα με τες πολιτικές που θεωρούνται «αριστερές». Αλλά η Αριστερά εν κάποτε πιο πιστή στις «αριστερές πολιτικές» παρά στους «Αριστερούς στόχους». Πρέπει να επικεντρωθεί στο αποτέλεσμα που επιδιώκει τζ̆αι να απορρίψει το φετίχ που έσ̆ει με τα εργαλεία/πολιτικές που θεωρούνται «αριστερές». Ειδέ μη, υποφέρει το αποτέλεσμα τζ̆αι χάνουνται οι στόχοι. Κριτική προς την Δεξιάν: Χωρίς κατεύθυνση πλέον. Απουσιάζει σοβαρή πολιτική Σκέψη. Τζ̆αι φαίνεται πολλά. Πόσο ταυτίζεται με την ρήση «Δεν υπάρχει αλήθεια στην πολιτική, παρά μόνο η πολιτική της αλήθειας»; Η πολιτική εν’ αναπόφευκτα ξιμαρισμένη. Τούτον εν μπορεί τζ̆ι’ εν πρέπει να αλλάξει. Είπεν το ο Μπίσμαρκ γιατα λουκάνικα [Laws are like sausages, it is better not to see them being made.]. Τούτον που απουσιάζει εν’ το αίσθημα ευθύνης. Εν υπάρχουν αλήθειες, υπάρχουν μόνο αποτελέσματα πολιτικής. Έναν μήνυμαν που θα έστελνεν στον/ην μέσον/ην Κυπραίον/αν: Πρέπει πρώτα να ξηβολευτούμε αν θα πάμε μπροστά. Την επόμενη φορά που θα έσ̆ει εκλογές, ας τες δούμε σαν διαδικασία πρόσληψης: Είμαι μέλος μιας μεγάλης επιτροπής προσλήψεων τζ̆αι θκιαλέω τον/την καλλύττερη για να μας κάμει μια πολλά συγκεκριμένη δουλειά. Τίποτε άλλο. Αν το δεις έτσι, αλλάζει πλήρως η εκλογική σου επιλογή.
WHOISWHO
Ο Μιχάλης Περσιάνης διατελεί Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που το 2022. Εδιετέλεσεν επίσηςΔιευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων της Τράπεζας Κύπρου που το 2015 ως το 2022, τζ̆αι παλαιότερα ήταν αρχισυντάκτης του Οικονομικού ρεπορτάζ στην Καθημερινή Κύπρου, που την ίδρυση της το 2008 μέχρι το 2015.