Ιστορίες του περιθωρίου, με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Μικρές, κακές ιστορίες, που – αυστηρά μιλώντας – δεν προορίζονται για γράψιμο, και, σίγουρα, δεν γράφονται με την προσδοκία να αρέσουν.
Συντάκτης: Χαρά Ζυμαρά
Γράφω τις ιστορίες μου, τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω, τις αφήνω, τις ξεχνώ, γράφω άλλες, κι όταν μου στερέψει η έμπνευση πάω πίσω και τις ξαναδιαβάζω απ’ την αρχή. Μου θυμίζουν ποια ήμουν όταν τις έγραφα, τι έμαθα από αυτές και τι να βελτιώσω στις επόμενες, αλλά πάνω απ’ όλα τι να βελτιώσω στον εαυτό μου. Πολλές φορές με κρατούν δέσμιά τους μέχρι να μπορέσω να τις αφήσω πίσω μου ξανά για να εφεύρω άλλες, και μαζί, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Γράφω τις σκέψεις μου για να ελαφρύνω το μυαλό μου και να ανακτήσω τις ισορροπίες μου ξανά. Σαν μικρές ιστορίες, αλλά χωρίς την προσδοκία να είναι καλές. Συνεχίζω να γράφω τις μικρές, κακές μου ιστορίες, για να μπορώ να υπάρχω εν ειρήνη. Κι όσο γράφω σημαίνει ότι ακόμα την ψάχνω, και δεν είμαι καν σίγουρη πως θέλω να τη βρω.
Κάθομαι στο καφέ φορμάικα τραπέζι της κουζίνας και ετοιμάζομαι να προγευματίσω. Ο πρωινός ήλιος μού λούζει την πλάτη, και το σώμα μου, μέσα στη βαμβακερή μου ρόμπα, ζεσταίνεται γλυκά. Κάθομαι στην αγαπημένη μου θέση. Έχω τον νεροχύτη ακριβώς πίσω μου, με το ανατολικό άνοιγμα στον κήπο, και μπροστά μου ανοίγεται όλο το ισόγειο του σπιτιού. Απ’ εδώ που κάθομαι, μπορεί το μάτι μου να πέφτει ανεμπόδιστα στο αγαπημένο Steinway μου, που σοφά τοποθέτησα πριν από πενήντα-τρία χρόνια στη γωνία δίπλα από το τζάκι. Ούτε πολύ κοντά του, για να μην ξεκουρδίζεται όταν το τζάκι είναι αναμμένο, αλλά ούτε και πολύ μακριά, για να εξακολουθούν να ζεσταίνονται τα πόδια μου πάνω στα πετάλια όταν κάνω εξάσκηση.
Στον αγαπημένο μου ραδιοφωνικό σταθμό παίζει ο Γαλάζιος Δούναβης. Από τότε που μας άφησε ο άντρας μου, το ραδιόφωνο παραμένει ρυθμισμένο στην ίδια συχνότητα. Το μόνο που έχω να κάνω κάθε πρωί, κατεβαίνοντας τις ξύλινες σκάλες, είναι να το ανάψω, κι αυτόματα οι αγαπημένες μου κλασικές μελωδίες πλημμυρίζουν όλο το σπίτι. «Πολύ καλημέρα μας, κύριε Στράους», λέω και κόβω στα δύο το ακτινίδιο που έχω στο πιάτο μου. Φρούτα εποχής και πράσινο τσάι: το αγαπημένο μου πρωινό.
Πίνω μια γουλιά από το τσάι μου. Το φακελάκι είναι βουτηγμένο στο ζεστό νερό μετρημένα ακριβώς τρία λεπτάκια – ούτε δευτερόλεπτο περισσότερο. Διαφορετικά δεν υποφέρεται η γεύση του. Αναγκάζομαι και το ξαναφτιάχνω από την αρχή.
Κουνάω το μαχαίρι στον ρυθμό του βαλς και μουρμουρίζω τη μελωδία του καθώς μασάω λίγο από το ακτινίδιο. Στο μυαλό μου, πατάω νοερά τα αντίστοιχα πλήκτρα. Αναλογίζομαι πόσο τυχερή είμαι. Ζω μια όμορφη ζωή. Ο Θεός με προίκισε με ομορφιά και ταλέντο, παντρεύτηκα τον έρωτα των νεανικών μου χρόνων κι έζησα μαζί του πενήντα χρόνια προτού αποδημήσει εις Κύριον, υπήρξα καταξιωμένη πιανίστρια της κρατικής συμφωνικής ορχήστρας για σαράντα ολόκληρα χρόνια, έκανα έναν υπέρ-ταλαντούχο γιο, που ακολούθησε με ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία τα επαγγελματικά μου χνάρια, ζω σε ένα υπέροχο, ιδιόκτητο σπίτι, δεν έχω ανάγκη από καμία βοήθεια για να αυτοεξυπηρετηθώ και μέχρι χθες δεν είχα κανένα σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Μέχρι σήμερα, δηλαδή. Γιατί το κουβάρι στο στήθος μου, μπορεί να μην είναι και τίποτα τελικά.
Ένας αγωνιστής της ΕΟΚΑ, πρώην βουλευτής, Υπουργός επί Μακαρίου τζ̆αι Κληρίδη, μερακλής των τσ̆ιαττιστών τζ̆αι του ζεϊμπέκκικου αναστοχάζεται την ζωήν του
credit: Η Καθημερινή Κύπρου
Εδυσκόλεψεν με πολλά τούτη η συνέντευξη, εξού τζ̆αι η καθυστέρηση της. Πώς παρουσιάζεις έναν άθρωπον που είσ̆εν ενεργότατον ρόλον σε εποχές που εδιαμορφώσαν την μετέπειτα ταραχώδην πορείαν της Κύπρου; Που εσυνομιλούσεν καθημερινά με προσωπικότητες που εγώ μόνον μέσα που τα βιβλία μου εγνώρισα τζ̆αι που ως σήμερα αντιμετωπίζουνται που τον πολλύν κόσμον με μιαν προσέγγισην λατρείας ή μίσους τζ̆αι τίποτε ενδιάμεσον;
Ένας που τους αγαπημένους μου καθηγητές στο Αριστοτέλειο, ο Νίκος Ροτζώκος, όταν μας εδίδασκεν Νεότερην τζ̆αι Σύγχρονην Πολιτικήν Ιστορίαν της Ελλάδας, εφρόντιζεν να μας θυμίζει συχνά έναν πράμαν: ότι στην ιστορίαν εν μπορείς να κρίνεις αποφάσεις τζ̆αι ανθρώπους μιας άλλης εποχής με βάσην τα δεδομένα της εποχής στην οποίαν ανήκεις εσύ.
Έτσι επροσπάθησα να την γράψω τούτην την συνέντευξην. Τα σχόλια μου εν’ επίτηδες ελάχιστα. Ο καθένας ας σχηματίσει την δικήν του άποψην για τον άνθρωπον Νίκον Κόσ̆ην. Εγώ εσχημάτισα την δικήν μου τζ̆αι τον ευχαριστώ που καρδιάς που μου αννοίχτηκεν.
Εμιλούσαμεν τρεις ώρες γεμάτες τζ̆αι αν εμπορούσα θα τον είχα να μου μιλά άλλο τρεις. Τα πλείστα που τζ̆είνα που μου είπεν εν θα μπορούσα να τα γράψω. Εκμυστηρεύτηκεν μου όμως ότι είπεν τα ούλλα στα παιθκιά του τζ̆αι θα τα χειριστούν οι ίδιοι όπως νομίζουν όταν έρτει η ώρα.
Είσ̆εν μπροστά του έναν νέσκαφεν με κανέλλαν αλλά ούτε που του έντζ̆ισεν όσην ώραν μου εμίλαν. Εκάθετουν στητός, οι κινήσεις του ήταν μετρημένες, τζ̆αι στα χαμόγελα του εν ήταν καθόλου φειδωλός.
Παιδική Ηλικία
«Είμαι γέννημαν Δαλιού, εγώ. Τζ̆αι οι δύο μου γονείς από το Δάλιν. Εγεννήθηκα 20 Μαϊου του ‘33. Έκλεισα 90 τις προάλλες. Ο πατέρας μου ήταν γεωργός τζ̆αι είχεν έξι παιδιά. Εγώ ήμουν ο πέμπτος στην σειράν. Ήμαστεν τρεις άντρες και τρεις γυναίκες.
Η μάνα μου τελείως αγράμματη, ενώ ο πατέρας μου επήεν σχολείον τρία χρόνια. Έππεφτα μες την μέσην τους εγώ, διότι κάθε παιδίν που εγεννιέτουν, ώσπου να γεννηθεί το άλλον έππεφτεν στην μέσην των γονιών του πα’ σε μιαν καρκόλαν μεγάλην. Εγώ ήμουν ο πέμπτος και υποτίθεται ήμουν ο τελευταίος. Αλλά ύστερα που έξι χρόνια εκάμαν την μικρήν την αδερφήν μου. Θυμούμαι την μάναν μου την ώραν που ήταν να κοιμηθούμεν, να λέει ‘Θεέ μου, φύλαε τον Κόσμον σου ούλον τζ̆ι εμάς’.
Όταν ετελιώνναμεν το δημοτικό, ο πατέρας μου έβαλεν ερώτησην σ’ εμάς: ‘Τι θέλετε να κάμετε; Όποιος θέλει να πάει να σπουδάσει τότε θα αποκλειστεί από την κληρονομιάν.’ Διότι θα δουλεύκουν οι άλλοι να τον ισπουδάσουν. Ο πρώτος μου αδερφός, ο Φίλιππος, είπεν ότι ήθελεν να μείνει γεωργός. Ο δεύτερος μου αδερφός ο Θεοδόσης είπεν το ίδιον. Όταν ήρτεν η σειρά μου εμέναν, είπα ότι εγώ θέλω να πα’ να σπουδάσω.»
Ρωτώ τον αν τούτην την ερώτησην την έκαμεν ο πατέρας του τζ̆αι στες τρεις του αδερφές.
«Μόνον στα αγόρια. Οι κοπέλες ήταν μόνον για δημοτικόν τζ̆αι όχι πάρακατω. Ήταν άλλα τα καθεστώτα τότε», λαλεί μου.
«Πριν πάω σχολείον, ο παπάς μου εφώναξεν μου τζ̆αι λαλεί μου ‘ρε, εσέναν εν θα σε ελέγχω τωρά που εννα φύεις. Να σου δώκω μιαν συμβουλήν, να ‘σ̆εις την ευτζ̆ήν μου. Να πίννεις ποτόν, λογικά πράματα. Να κάμεις φιλενάδες, να κάμεις. Αλλά μεν βάλεις στο στόμαν σου το τσιγάρον. Τζ̆είνον ήταν.»
Μαθητικά Χρόνια στη Λάρνακα
«Επήα στο λύκειον στην Λάρνακαν, ετέλιωσα το το ’52. Δεν ήμουν ο top αλλά ετέλιωσα με 80 στα 100, που ήταν καλή βαθμολογία. Στην αρχήν έκαμα τρία χρόνια σε οικοτροφείον και μετά έμενα σε έναν σπίτιν σε μιαν μαμμούν που έμενεν Λάρνακαν αλλά ήταν που το Δάλιν.»
«Τι μαθητής ήσασταν;» ρωτώ τον.
«Ήμουν ζωντανός άνθρωπος. Ήμουν σε όλα τα αθλήματα. Άτακτος δεν ήμουν νομίζω, εν’ ο χαρακτήρας μου έτσι. Αλλά εν έσ̆ει πράμαν που εν το έκαμα. Έκαμα αθλητής, επήα σε παγκύπριους αγώνες, έπιασα έπαθλα. Εν ήμουν που τζ̆είνους οι οποίοι εδημιουργούσαν προβλήματα. Πάντοτε εργάζουμουν μέσα στα πλαίσια της λογικής.
Κάποτε που εσυναντηθήκαμεν με τον λυκειάρχην μετά που ετέλιωσα το σχολείον, λαλεί μου ‘ρε ήσουν μαθητής του λυκείου. Αθθυμούμαι σε, αλλά εσύ εν ήσουν άτακτος για να σε θυμούμαι καλά. Τους άτακτους θυμούμαστεν τους παραπάνω’ [γελά].
Από την τετάρτην τάξην ήμουν τζ̆αι ο σημαιοφόρος, αλλά εν ήταν με βάσην τους βαθμούς τότε, ήταν βάσει του αναστήματος.
Τότε οι κανονισμοί του σχολείου ήταν πολλά αυστηροί. Ήταν χωριστά τα σχολεία. Ετραγουδούσαμεν:
‘με κορούδες μη μιλήσεις, τ’ άρθρο δέκα τ’ απαιτεί τζ̆αι τις κάτω τσ̆έπες ράψε, μα γιατί; Μα γιατί; Το πηλήκιο σου βγάλε τζ̆αι ξαναφορείς το πάλε εις τον δρόμον σαν ιδείς καθηγητή’.
Επαίζαμεν ποδόσφαιρον, είχαμεν ομάδαν στο σχολείον τζ̆αι ήμουν goal keeper εγώ. Ήμουν καλός, υποτίθεται. Επαίζαμεν με την Ακαδημίαν της Λάρνακας τζ̆αι είχαμεν σύνθημαν:
‘Αποφασίσετε να μας νικήσετε, που κάτω που το Λύκειον εγονατίσετε.’
Είχαμεν έναν καθηγητήν ο οποίος μας εδίδασκεν Ελληνικά. Σε έναν που τα μαθήματα είχαμεν έναν ποίημαν του Χατζ̆ιόπουλου:
‘Άσ’ τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει, ας ορίζει το αέρι, τιμόνι, πανί, τα φτερά άπλωσε πλέρια – άκρη ο Κόσ̆μος δεν έχει· είναι πιο όμορφοι οι άγνωροι πάντα γιαλοί!
είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση, είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός, μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις· όπου θέλει το κύμα μαζί του θ’ αράξεις!..»
Στο σχολείον είπεν του ένας καθηγητής «να ασχοληθείς με τούτα, έχεις κλίση».
«Ένας καθηγητής είσ̆εν μας βάλει μιαν έκθεσην: ‘24 ώρες μες το φρενοκομείον’. Εγώ αντί να κάμω πεζόν λόγον, έκαμα έναν ποίημαν. Βλακωδώς όμως εν το εφύλαξα, τζ̆αι αθθυμούμαι μόνον την κατάληξην του:
‘Τζ̆’ ύστερα πήα να φύω από το φρενοκομείον
τζ̆αι η μάνα μου φωνάζει τζ̆αι τα μμάθκια μου αννοίω.’
Επεριστρέφετουν το ποίημαν γύρω που έναν όνειρον, στο οποίον έβλεπα ότι επροσπαθούσα να φκάλω νερόν που έναν λάκκον μες το καλάθιν.»
Ρωτώ τον αν ήταν στα κυπριακά που το έγραψεν.
«Στα κυπριακά, πάντα, ναι», λαλεί μου.
«Αν παρακολουθήσεις, αρέσκει μου η κυπριακή διάλεκτος. Ευτυχώς είχαμεν έναν καθηγητήν, τον Πηλαβάκην, που ήταν δημοτικιστής τζ̆αι υποστήριζεν την κυπριακήν διάλεκτον. Ένας άλλος καθηγητής μας, ο Παπακυριακού, που ήταν καθαρευουσ̆ιάνος, ελάλεν μας: ‘τι θα πει τρώει με η κκελλέ μου, my head eats me, στα αγγλικά;’ [γελά].
EnterΕΟΚΑ
«Ετέλιωσες το σχολείον το ’52», λαλώ του. «Τα πράματα στην Κύπρον ήδη εβράζαν. Πώς εγεννήθηκεν μέσα σου το σκουλούτζ̆ιν του αγώνα;»
«Κοίταξε να δεις», λαλεί μου.
«Επειδή εσείς εν την εζήσετε την εποχήν εκείνην, δεν μπορεί να καταλάβει κανένας το τι ακριβώς εγίνετουν μέσα μας εμάς τους μαθητές. Ήμαστουν κάτω που τον αποικιακόν ζυγόν. Ο πατέρας μου ήταν θρησκευόμενος τζ̆αι η οικογένεια μου όλη. Ο αδερφός του ήταν παπάς, της μητέρας μου ο αδερφός ήταν παπάς, έχω έναν παππούν που τον εκηρύξαν άγιον στον Άγιον Όρος. Εμεγάλωσα μες σ’ έναν κλίμαν – τζ̆αι στα χωριά έτσι ήταν βασικά – που ήταν η πατρίδα, δηλαδή η ένωσις με την Ελλάδαν, η θρησκεία τζ̆αι η οικογένεια. Τότε, τούν’ τα πράματα επηαίνναν μαζίν. Ήταν έναν. Ύστερα αλλάξαν τα πράματα.
Συνεπώς ο τρόπος που εμεγαλώσαμεν έκαμεν μας έτοιμους για τζ̆είνα που ακολουθήσαν μετά. Και εβρέθηκαν οι κατάλληλοι ηγέτες – ο Μακάριος και ο Διγενής, τότε, ανεξάρτητα αν εκάμαν τζ̆αι τζ̆είνοι τα λάθη τους μετά.
Οι οικογένειες μας ελαλούσαν ‘χαλάλιν της πατρίδας’. Δηλαδή έμπαινες στον αγώναν τζ̆αι ήταν πανευτυχείς.»
Ρωτώ τον να μου πει πώς έγινεν τούτη η πρώτη επαφή με την οργάνωσην της ΕΟΚΑ.
«Εγώ τότε ήμουν 22 χρονών. Ήμαστεν μια νεολαία με παρόμοια ιδανικά. Ένας που τούτους τους νεολαίους, που ήταν φίλος μου, λαλεί μου ‘ρε, εμπήκα μες την οργάνωσην εγώ. Βλέπω ότι είσαι έτοιμος. Να κάμουμεν τον όρκον;’ Τζ̆αι έγινεν ο όρκος της οργάνωσης εκεί στην Αθαλάσσαν, μέσα σε έναν εκκλησάκιν. Παρόντες ήμασταν μόνον τζ̆είνος τζ̆ι εγώ. Κανένας εν έπρεπεν να ξέρει.
Ήμασταν λίγοι στην αρχήν. Εν είσ̆εν δράσην πολλήν. Πρώτα ήταν με φυλλάδια, με διαδηλώσεις. Μετά τον Μάρτην-Απρίλην του ’56 άρχισεν η δράσις μου εμέναν. Είχαν πιαστεί σχεδόν όλοι οι ηγέτες που ήταν υπεύθυνοι για την οργάνωσην τζ̆αι η Λευκωσία έμεινεν ακέφαλη. Τότε ο αρχηγός έστειλεν έναν αγωνιστήν που δεν ήξερεν την πόλην τζ̆ι έτσι ανάλαβα τον εγώ. Ήσαν τζ̆είνος τομεάρχης τζ̆ι εγώ βοηθός τομεάρχη. Μόνον οι τομεάρχες είχαν επαφήν με τον αρχηγόν. Όταν έγινα τομεάρχης, είχα τζ̆ι εγώ επαφήν μαζίν του. Τζ̆αι τότε είχαμεν πολλήν αντάρτικην δράσην. Εγίνουνταν πολλές μάχες στη Λευκωσίαν τότε.»
Αρχίζει να μου μιλά εκτενώς για τες μάχες τζ̆αι για το πώς εφυγάδευκεν τομεάρχες που εδραπετεύκαν τότε, επειδή ο ίδιος δεν ήταν ακόμα καταζητούμενος τζ̆αι είσ̆εν μιαν ελευθερίαν κινήσεων. Διακόπτω τον. Προσπαθώ να του εξηγήσω ότι ενδιαφέρει με παραπάνω να ακούσω πώς εβίωννεν ο ίδιος τούτην ούλλην την περίοδον. «Θέλω να μπω μέσα στα μμάθκια σου», λαλώ του.
«Ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Είχαμεν έναν σκοπόν, είχαμεν έναν στόχον, είχαμεν έναν ιδανικόν, είχαμεν έναν όραμαν», εξηγεί.
«Φόβον εν είσ̆ετε;» ρωτώ τον.
«Πρέπει να ‘σαι τρελλός για μεν έσ̆εις φόβον», απαντά μου.
«Ο φόβος ήταν γλυτζ̆ύς όμως. Τζ̆αι μπορώ να σου πω ότι εζηλεύαμεν εκείνους οι οποίοι εσκοτώννονταν για την πατρίδαν. Όταν με επιάσασιν τζ̆αι εβασανίζαν με, τζ̆αι εφοούμουν ότι είσ̆εν να λυγίσω ή να μου βάλουν ορόν αληθείας τζ̆αι ήξερα τούν’ τα πράματα ούλλα, η προσευχή μου όποτε έβρισκα τζ̆αιρόν ήταν ‘Θεέ μου τζ̆αι βοήθα με να πεθάνω’. Διότι το να γίνεις προδότης είναι μια κλωστή που εύκολα μπορεί να γυρίσει που την άλλην.»
Για την επόμενην μου ερώτησην επιστρατεύκω πολλύν θάρρος. «Κύριε Νίκο», λαλώ του. «Θυμάσαι την πρώτην φοράν που έπιαες όπλον στα σ̆έρκα σου;»
«Θυμούμαι, ναι.»
Κάμνει μιαν παύσην. Νιώθω ότι φέρνει μπροστά στα μμάθκια του ακριβώς την σκηνήν. Αλλά αμέσως ανασυντάσσεται.
«Να σου πω. Όπλον στα σ̆έρκα μου έπιασα τον καιρόν που ήμουν κυνηγός. Άρεσκεν μου το κυνήγιν, άρα είχα επαφήν με τα όπλα.»
Ρωτώ τον να μου πει τι του άρεσκεν ακριβώς.
«Στο κυνήγιν άρεσκεν μου περισσότερον η παρέα τζ̆αι να ξεβαίννουμεν έξω για περπάτημαν. Είμαι αθλητικός τύπος – λαλώ τους ότι που τον τζ̆οιλιάν της μάνας μου εγώ έκαμνα γυμναστικήν, ως τωρά.»
Νιώθω τον ότι θέλει να μου εξηγήσει καλλύττερα τι εννοεί.
«Τούτοι οι πόθοι της ελευθερίας, της ένωσης με την Ελλάδαν, ήταν μες τον οργανισμόν μας. Εμεγαλώσαμεν με τούν’ τα πράματα. Ο πατέρας μου το ’40 που έγινεν ο πόλεμος τζ̆αι εγυρίζαν τα σπίθκια τζ̆αι εζητούσαν βοήθειαν για την Ελλάδαν, είσ̆εν δύο δόνκια χρυσά τζ̆αι έφκαλεν τα να πάσιν να πουληθούσιν για την πατρίδαν. Ο πατέρας μου θυμούμαι τον εμίλαν πάντοτε για την Ελλάδαν, για δικαιοσύνην, για την αλήθειαν. Με τούν’ τα πράματα διαμορφώννεται ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου.»
Εξιστορεί μου ιστορίες με τον παπάν του που φανερώννουν πόσον αυστηρός ήταν μαζίν με τα παιθκιά του. Προσπαθώ να τον πιέσω.
«Κύριε Νίκο, μπορείς να θυμηθείς ακριβώς την φάσην που έπιασες πρώτην φοράν όπλον στα σέρκα σου τζ̆αι έξερες ότι με τούτον έννα σκοτώσεις πλάσμαν;»
Κάμνει παύσην.
«Ε, θυμούμαι…» λαλεί.
«Αφού ήταν ο αγώνας για απελευθέρωσην. Επιάνναμεν το όπλον τζ̆αι ενομίζαμεν εν’ χρυσάφιν μες τα σ̆έρκα μας. Τότε εν τζ̆αι είσ̆εν πολλά όπλα. Άμαν ήταν καινούριον ειδικά, είχαμεν το σαν το παιδίν μας.
Αλλά ξέρεις, εμεγαλώσαμεν μέσα σ’ έναν κλίμαν πολλά διαφορετικόν, το οποίον δεν μπορεί να συλλάβει ο σημερινός νους. Για να καταλάβεις ήμαστον στο σχολείο ρε παιδίν μου τζ̆αι υψώνναν μας την αγγλικήν σημαίαν πας το σχολείον, εβάλλαν μας τζ̆αιεψάλλαμεν τον εθνικόν τους ύμνον – ‘τον βασιλέαν μας και τον πατέραν μας…’.
Από την άλλην πλευράν, όταν αποφασίζεις τζ̆αι διάς τον όρκον της οργάνωσης τζ̆αι πιστεύεις πράγματι σ’ αυτόν που κάμνεις τζ̆αι είσαι έτοιμος να δώσεις τη ζωήν σου, τότε εν τζ̆αι υπάρχει δύναμις που να μπορεί να σταθεί μπροστά σου, μεν ακούεις λόγια.»
Συνεχίζει να μου εξιστορείται τις περιπέτειες του με την οργάνωσην. Μεταφέρει μου διαλόγους του με τον Αυξεντίου, τον Διγενή, τον Μάτση, με απλούς ανθρώπους που τον εκρύφκαν τζ̆αι τον εφροντίζαν τζ̆αι ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν μαζίν του για τον αγώναν. Θωρώ τον που βουρκώννει. Εν’ εικόνες που πράγματι αδυνατεί να συλλάβει ο νους μου.
«Με έτσι κόσμον κάμνεις αγώναν ή εν τον κάμνεις;» ρωτά.
Κεφάλαιο Νίτσα Χατζ̆ηγεωργίου
«Αν υπάρχει μια η οποία ήταν πραγματική ηρωίδα, ήταν αυτή η γυναίκα»
Ρωτώ τον για την περίπτωσην της Νίτσας Χατζ̆ηγεωργίου. Της γυναίκας αγωνίστριας της ΕΟΚΑ που τον Άγιον Δομέτιον, που της έμελλεν τραγική κατάληξη μετά που μιαν αποτυχημένην αποστολήν που ο ίδιος της εζήτησεν να αναλάβει.
«Η Νίτσα εν’ μια περίπτωσις… Νιώθα πολλά… διότι είμαι εκείνος που την έπεισα να παίξει τούν’ τον ρόλον. Η Νίτσα Χατζ̆ηγεωργίου ήταν μια κοπέλλα πολλά όμορφη – έρεσσεν με περίπου ένα-δυο χρόνια. Ήταν κομμώτρια τζ̆αι ήταν μια κοπέλλα παρεξηγημένη για την εποχήν. Ήταν στην οργάνωσην.»
Ρωτώ τον αν ήταν τζ̆είνος που την εμύησεν στην ΕΟΚΑ. Εξηγεί μου πως οι. Εσυμμετείχεν πριν σε άλλην μιαν αποστολήν, στην οποίαν εσυνόδευσεν τον Αυξεντίου που τον Πενταδάχτυλον εις το Τρόοδος.
«Αλλά εν την έξερεν κανένας», λαλεί μου. «Εγώ έξερα την. Είπεν ο Διγενής να συλλάβουμεν Άγγλους τζ̆αι να τους ανταλλάξουμεν με θανατοποινίτες δικούς μας. Εν τα εκαταφέρναμεν, ήταν δύσκολον. Εσκέφτηκα εγώ να μιλήσω με την Νίτσαν να δούμεν ίντα μπου λαλεί. Ήβρα την, είπα της ‘έτσι κι έτσι αποφάσισεν η οργάνωσις και θέλουμεν να παίξεις τούντον ρόλον. Να ψαρέψεις κάποιον Άγγλον στρατιωτικόν, να τον πάρεις σπίτιν σου και απ΄εκεί και κει εμείς θα αναλάβουμεν να τον απαγάγουμεν. Να του πεις εν’ ανάγκην ότι θα πάεις τζ̆αι στο κρεβάτιν μαζίν του’. Λαλεί μου ‘Που τα τωρά αν θέλεις’.
Έπιασα την και επήρα την απέναντι που το Κωνσταντίνου και Ελένης, που είσ̆εν το ΒΜΗ το στρατόπεδον. Απ’ έξω είχεν έναν μπαρ που επηαίνναν οι αξιωματικοί και επίνναν τα ποτά τους. Άφησα την εκεί και την άλλην μέραν ήρτεν, λαλεί μου ‘μάστρε εψάρεψα έναν της αεροπορίας’. Λαλώ της ‘χαραχτήρισ’ μου τον’. Λαλεί μου ‘έχει Volkswagen αυτοκίνητον, μέσα έσ̆ει λυκόσ̆σ̆υλλον, κρατά όπλον. Επήαμεν σπίτιν, ήπιεν coca cola γιατί εν πίννει άλλον ποτόν τζ̆αι έπια σχέσην μαζίν του. Πώς θέλετε να προχωρήσω;’
Εγράψαμεν εμείς στον Διγενήν και απάντησεν μας ‘να πάρετε το τάδε φάρμακον από το φαρμακείον τζ̆αι να το βάλετε μες το ποτόν του, να τζ̆οιμηθεί’. Ύστερα θα επήαιννα εγώ να τον πιάσω να τον κρύψω για να τον ανταλλάξουμεν. Είπα της όμως, ‘να του πεις ότι δεν θέλεις σκύλλον μαζίν του’. Πράγματι, επήεν, ήπιεν την coca cola του, τίποτε. Έρκεται την άλλην μέραν η Νίτσα, ‘εν του έντζισεν το φάρμακον’ λαλεί μου. Οπότε αποτύχαμεν.
Τζ̆αι αποφασίσαμεν να στείλουμεν δύο του εκτελεστικού ένοπλους σπίτιν της να κρυφτούσιν. Να του πει η Νίτσα ότι θα πάει στο κρεβάτιν μαζίν του τζ̆αι την ώραν που θα ξιντυθεί τούτος να μπούσιν στο δωμάτιον να τον δέσουν και εγώ θα ήμουν έξω να τον αναλάβω.»
Έτσι τζ̆ι έγινεν.
«Η Νίτσα επήεν τουαλέτταν για να ξιντυθεί τούτος. Εβιαστήκαν οι ένοπλοι τζ̆αι εμπήκαν μες το δωμάτιον την ώραν που είσ̆εν βγάλει το παντελόνιν τζ̆αι έβγαλεν τζ̆αι το πουκάμισον τζ̆αι εκράτεν το στο σέριν. Τζ̆αι έτσι όπως τους είδεν μπροστά του τζ̆αι είπαν του ‘face on the wall, hands up’, έσυρεν τους το πουκάμισον. Τζ̆αι στο έσυρεν τους το πουκάμισον, τακ τακ, εσκοτώσαν τον τζ̆αι εφύασιν.
Εγώ επεριφέρουμουν στην περιοχήν. Πάω, βλέπω την πόρταν ανοιχτήν τζ̆αι βλέπω μιαν Νίτσαν να βγαίνει έξω τζ̆αι να κρατά την τζ̆εφαλήν της. ‘Μάστρε’, λαλεί μου, ‘εσκοτώσαν τον.’ ‘Απαναγία μου’, λαλώ. ‘Έμπα μες το αυτοκίνητον. Θα σε πάρω στον σταθμόν τον αστυνομικόν τζ̆αι θα σε αφήκω εκεί και θα πεις τα καθέκαστα όπως ακριβώς έγιναν. Όπως έγιναν, χωρίς να αναφέρεις την οργάνωσην.’
Επήεν, πράγματι. Φαίνεται ότι επιστέψαν την εις την αρχήν. Αλλά τζ̆είνος που έλαβεν μέρος στην αποστολήν εν’ τζ̆είνος που με επρόδωσεν εμέναν ύστερα. Οπότε ενώ στην αρχήν δεν είχεν πει για την Νίτσαν, ύστερα εμίλησεν.
Ύστερα που χρόνια τούτος ο άθρωπος ήρτεν να με έβρει. Ήθελεν να μου εξηγήσει τι έγινεν τζ̆αι γιατί με πρόδωσεν. Του έστειλα μήνυμαν ότι εσυγχώρησα τον μέσα μου, θέλω να τον σκέφτομαι παλλικάριν όπως ήταν μαζίν μου παρά να σέρνεται τζ̆αι να ψάχνει να δικαιολογηθεί. Ξέρω τι δικαιολογίαν θα μου πει. Τζ̆αι επειδή τζι εγώ επέρασα που βασανιστήρια, εμαλάκωσα μέσα μου. Εμέναν εβοήθησεν με ο Θεός, είχα δύναμην μέσα μου πολλήν, αλλά ο καθένας εμπορούσεν να λυγίσει.»
«Νιώθεις τύψεις κύριε Νίκο για την Νίτσαν;» ρωτώ.
«Για την Νίτσαν νιώθω… όι τύψεις. Την Νίτσαν μετά εσυλλάβαν την οι Εγγλέζοι, εβιάσαν την, εδέραν την εκάμαν την. Μέσα στα κρατητήρια οι δικές μας – να μεν τες χαρακτηρίσω – εθεωρούσαν ότι ήταν πόρνη και το αποτέλεσμαν ήταν ότι εδημιουργήθηκεν μια παρεξηγημένη υπόθεσις. Ενώ για μέναν, αν υπάρχει μια η οποία ήταν πραγματική ηρωίδα, ήταν αυτή η γυναίκα. Η οποία έκαμεν ό,τι έκαμεν για την πατρίδαν.
Ούτε εκδίδετουν ούτε τίποτε. Ούτε να το συζητάς τούτον το πράμαν. Νιώθω το πολλά δυνατά. Τούτα ούλλα που λέγονται για την Νίτσαν είναι πελλάρες. Θέλω να το ξεκαθαρίσω τούτον.»
«Εν υπήρχεν άλλη λύση για να γλιτώσει που τούν’ την μοίραν;» ρωτώ τον. «Εχτός που το να πάει στον σταθμόν να πει τζ̆είνα που της είπες;» Η ζωή της Νίτσας εστιγματίστηκεν μετά που τούτον τζ̆αι στα 37 της εβρέθηκεν νεκρή στο σπίτιν της. Τα αίτια θανάτου της εν εξιχνιαστήκαν ακόμα, ενώ υπάρχουν υπόνοιες για στραγγαλισμό.
«Εν υπήρχεν τίποτε.»
«Έσ̆εις καθαρήν την συνείδησην σου;», ρωτώ τον.
«Ναι. Έπρεπεν να πάει γιατί αν δεν επήαιννεν στον σταθμόν ήταν να την συλλάβουν στο σπίτιν της. Ήταν λογική η ιστορία που εκάμαμεν.»
Ο Κόσ̆ης της ποίησης, των τσ̆ιαττιστών τζ̆αι της ζεϊμπεκιάς
«Ποιον εν΄το αγαπημένον σου τραγούδιν;» ρωτώ τον.
«Αρέσκουν μου τζ̆̆είνα με τα οποία εμεγάλωσα. Τα τσ̆ιαττιστά, τα πατριωτικά, τα κυπριακά. […] Επήαιννα στον κατακλυσμόν. Ήμουν λάτρης του να πάω εκεί και να ακούω τζ̆είνους που ετσ̆ιαττίζασιν. Και όπως τα ετσ̆ιαττίζασιν, έπιαννα τα αμέσως. Δηλαδή εν εχρειάζετουν να γράψω τίποτε. Μιαν χρονιάν είχεν έναν πολλά καλόν τσ̆ιαττιστήν – ο Άζινος – και είχεν απέναντι του κάποιον άλλον. Τζ̆αι άρχισεν το τσ̆ιάττισμαν:
‘Άτε να πας που δαχαμαί, ρε πόξυσμαν του σπάου, παράπλασμαν του ποταμού, σόιν του κουκκουφκιάου.’
Απαντά του ο Άζινος:
‘Άτε να πας που δαχαμαί, κουέλλα τερατσούνα, που μοιάζεις του γαδάρου μου, στ’ αυκιά τζ̆αι στην μουτσούναν.’
Απαντά του ο άλλος:
‘Τούν’ τα τραούθκια που λαλώ, μεν τα ξαναδιπλάζεις, τζ̆αι βάλλω σε μες τον γουμάν, σαν πετεινόν τζ̆αι κράζεις.’
Τζ̆αι άκου τωρά τον Άζινον, τζ̆αι κερδίζει:
‘Ε…’ λαλεί του.
‘Τραούδκια ξέρω κάμποσα, ως έναν μιλιούνιν. Μακάρι να ‘μουν πετεινός, τζ̆αι όρνιθα εσούνι.’
Αλλά αρέσκουν μου τζ̆αι οι ζεϊμπεκιές.
Ο ζεϊμπέκκικος τον οποίον χορεύκω που μιτσής, εκφράζει λύπην, θυμόν, καημόν τζ̆αι θάνατον. Άρα τζ̆είνος που τον χορεύκει πρέπει να τον σέβεται. Δεν γίνεται να κάμνεις φιγούρες, να ππέφτεις χαμαί. Φαντάζουμαι έναν άθρωπον ο οποίος τρεκλίζει, εν’ μεθυσμένος, τζ̆αι πάει σύμφωνα με την μουσικήν. Εν έσ̆ει βηματισμόν. Εν μαθθαίννεται [ο χορός]. Πρώτα ντζ̆ίζεις το σ̆έριν σου χαμαί στην γην πο ‘ννα σε δεχτεί τζ̆αι μετά γυρίζεις το πάνω τζ̆αι χορεύκεις στον Θεόν για να τον ευχαριστήσεις ότι σου έδωκεν την ζωήν να ζήσεις.»
Στες τρεις ώρες περίπου που εμιλούσαμεν, ο Νίκος Κόσ̆ης θα μου απάγγειλεν 3-4 ποιήματα.
«Αρέσκει μου πολλά τζ̆αι η ποίηση. Όταν έπαιρνα τον Κυριάκον Μάτσην εις την Τζ̆ερύνειαν, που εδραπέτευσεν, σαν επηαίνναμεν, άρκεψεν να λαλεί έναν ποίημαν.
‘Όσα βουνά κι αν ανεβείτε, απ’ τις κορφές τους θ’ αγναντεύτε άλλες κορφές ψηλότερες, µιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα· και στη κορφή σα φτάστε την κατάψηλη, πάλε θα καταλάβετε πως βρίσκεστε σαν πρώτα κάτω απ’ όλα τ’ άστρα’
‘Αμάν’, λαλώ του. ‘Ποιου εν’ τούν’ το ποίημαν;’ ‘Του Παλαμά’, λαλεί μου. Μόλις επήα σπίτιν έπια τον Παλαμάν τζ̆αι εμελέτησα τον. Πολλά ωραίος ο Παλαμάς.»
Μετά τον Δωδεκάλογο, απαγγέλνει μου το «Οι πατέρες», πάλε του Κωστή Παλαμά.
«Μιλά για τους αλύτρωτους τζ̆αι ταιρκάζει τζ̆αι για μας», λαλεί μου.
Ρωτώ τον αν θεωρεί ότι η Κύπρος παραμένει αλύτρωτη.
«Εν’ αλύτρωτη», απαντά μου. «Άμαν την ψηλότερην κορφήν του Τροόδους τζ̆αι την Δετζ̆έλειαν κρατεί την ο Εγγλέζος εν’ λυτρωμένη καλό;»
«Ποια θα ήταν η λύτρωση της σήμερα;» τολμώ να τον ρωτήσω.
«Να μπορεί ο λαός της, τζ̆αι εμείς τζ̆αι οι Τούρκοι που ήταν παλιά να την σ̆αιρούμαστιν όπως ήταν τζ̆αι να μεν έχουμεν αφέντες. Η ένωση με την Ελλάδαν για ‘μέναν έληξεν που την στιγμήν που ενωθήκαμεν με την Ευρώπην. Δεν υπάρχει θέμαν ένωσης με την Ελλάδαν πλέον. Ενωθήκαμεν με μιαν μεγαλύτερην οικογένειαν. Εν έχουμεν παράπονον. Εκάμαμεν την ένωσην με τούν’ τον τρόπον. Τζ̆αι μακάρι να μπορούσαμεν να βάλουμεν τζ̆αι την Τουρκίαν μέσα.
Εγώ με τους Τούρκους [σ.σ. εννοεί τους Τουρκοκυπρίους] είχα πολλά καλήν σχέσην. Έχω τζ̆αι πελάτες τζ̆αι ακόμα τζ̆αι όταν ήμουν στην οργάνωσην έφκαιννα μαζίν τους τζ̆αι εδιασκεδάζαμεν τζ̆αι έμαθα τζ̆αι τραούθκια τούρτζ̆ικα.»
Αρκέφκει τζ̆αι τραουδά μου έναν. «kızım yillar bekledim…»
Αναστοχασμοί
«Έσ̆ει κανέναν που τον οποίον θα εζητούσες συγγνώμην για κάτι που έκαμες στον αγώναν;» ρωτώ τον.
«Εν εσκέφτηκα για να είμαι ειλικρινής», απαντά μου.
«Μέσα μου δεν έχω μίσος για κανέναν. Όταν μισάς κάποιον εν΄εσύ που υποφέρεις. Πρέπει εμείς πριν να φύουμεν, να φύουμεν που τούν’ τα βαρίθκια ούλα. Να συγχωρήσουμεν τζ̆αι ας έχουν οι άλλοι το πρόβλημαν. Μέσα μου νιώθω λύπην αλλά όχι έχθραν.»
Ζητώ του να μου πει τι θα έλεεν στον Μακάριον αν εμπορούσεν να του ξαναμιλήσει μιαν τελευταίαν φοράν.
«Ότι εξεκίνησεν καλά τζ̆αι επήεν λανθασμένα. Εγώ ήμουν εκ των πιο πιστών του τζ̆αι ούτε θέλω να μηδενίσω το έργον του, αλλά μυθοποιούμεν τους ηγέτες. Άμαν τους γνωρίσεις, όμως, όλους ανεξαίρετα, απομυθοποιάς τους. Απομυθοποιάς τους τζ̆αι συγχωράς τους τζ̆αι για τα λάθη τους. Μιλώ εκ των υστέρων, αλλά εάν ο Μακάριος υπηρετούσεν την πρώτην πενταετίαν σαν ηγέτης και μετά έδινεν την εξουσίαν σε πολιτικόν τζ̆αι να βοηθήσει ο ίδιος να στηθεί το κράτος θα ήταν πολλά διαφορετική η κατάσταση. Επειδή είχαμεν το τούρκικον στοιχείον μέσα. Η θρησκεία δεν έχει καθόλου να κάμει με την πολιτική.»
****
WHOISWHO
Ο Νίκος Κόσ̆ης ήταν αγωνιστής της ΕΟΚΑ στον αγώνα του 1955-59. Στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας εδιετέλεσε βουλευτής τζ̆αι μετέπειτα Υπουργός Εσωτερικών, Υπουργός Άμυνας, Υπουργός Δικαιοσύνης τζ̆αι Δημοσίας Τάξεως.
Πρωινός καφές με έναν κλασικόν ροκκάν, που επήεν νηπιαγωγείον στο Ομάν, έκαμνεν ‘tape trading’ στες αλάνες των Αγίων Ομολογητών τζ̆αι εδιαμόρφωσεν την πολιτικήν του συνείδησην στο Cardiff
Credit: Ανδρέας Λουκαΐδης
Ομολογώ το απωθημένον μου εξαρχής: Ο υπότιτλος που ήθελα πραγματικά να γράψω στο κείμενον για τον Γιώργον είναι ο εξής: «Πρωινός καφές με έναν κλασικόν ροκκάν που έσ̆ει να λαλεί πως επήεν νηπιαγωγείον μιαν μέραν με το DeLorean».
Όταν μου το είπεν τούτον ο Γιώργος για την ζωήν του, έφυεν η φάτσα μου. Μιλούμεν για το DeLorean. Το αυτοκίνητον που το ‘Back to the Future’. Τζ̆αι μιλούμεν για κάτι που έγινεν την δεκαετίαν του ’80, που η ταινία ήταν το talkoftheworld, αφού είσ̆εν μόλις κυκλοφορήσει (1985). Εν’ λλίον πράμαν να σε παίρνει ο παπάς σου σχολείον με το DeLorean;
Ο υπότιτλος τούτος, όμως, θα επροέβαλλεν μιαν πολλά περιορισμένην πραγματικότηταν για τον συνεντευξιαζόμενον μου, επομένως αποφάσισα να αυτό-λογοκριθώ, εξ’ ού τζ̆αι ο υπότιτλος που έβαλα τελικά.
Προτρέχω όμως. Πάμε πάλι.
Με τον Γιώργον Ανδριώτην εσυναντηθήκαμεν το πρωινόν του περασμένου Σαββάτου στο Swimming Birds, στην παλιάν πόλην. Όπως η πλειοψηφία, πλέον, των συνεντευξιαζομένων μου, ούτε τζ̆είνος πίνει Brandy Sour. Πάνω στην συνδιαλλαγήν μας για να διευθετήσουμεν την συνάντησην μας, αντί να τον έχω να πίννει μπύραν στο Χαράτσιν, εδέχτηκα να σπάσουμεν εντελώς το concept της συνέντευξης τζ̆αι να βρεθούμεν για πρωινόν καφέν. Φταίει το διπλωματικόν του background που με εκατάφερεν; Ίσως.
Έφτασα στο καφέ με το ποδηλατούιν μου. Επέρασα μέσα που τον Δημοτικόν Κήπον, έπιασα τον ποδηλατόδρομον της λεωφόρου Αιγύπτου, εκατέβηκα στην τάφρον της Πλατείας Ελευθερίας τζ̆αι εφκήκα πάνω προς το παλιόν Δημαρχείον. Εδιέσχισα την Ονασαγόρου, έπιασα τον δρόμον του (πρώην) Πίβο μπροστά που τα φυλάκια, εφκήκα στο CYens τζ̆αι που τζ̆ειαμαί εκατέληξα Swimming Birds. Εν’ μια απόλαυση η διαδρομή που τον Άγιον Ανδρέαν στην παλιάν πόλην, ειδικά άμαν εν δροσιά τζ̆αι η ατμόσφαιρα ολοκάθαρη.
Ο Γιώργος ήταν ήδη τζ̆ειαμαί τζ̆αι είσ̆εν παραγγείλει τζ̆αι καφέδες. Καθούμαστεν στην πισινήν αυλήν, πάνω σε κάτι μακρόστενα ξύλινα τραπέζια. Είμαστεν μόνοι μας τζ̆αι στο βάθος μια γυναίκα θκιεβάζει το βιβλίον της. Ο Γιώργος τυλίει το τσιάρον του, ανάφκει το τζ̆αι ξεκινούμεν.
Που τους Άγιους Ομολογητές στο Μουσκάτ
«Εγεννήθηκα στους Αγίους Ομολογητές, όρια με παλιόν Στρόβολον, τζ̆ειαμαί που εν’ ο Ερυθρός Σταυρός. Εν’ περιοχή που δύσκολα αποχωρίζουμαι, γιατί ο ποταμός κάμνει την διαφοράν. Έσ̆ει έναν δικόν του μικροκλίμαν, ειδικά το καλοτζ̆αίριν. Τζ̆αι γεωγραφικά, όμως. Είσαι κοντά που παντού. Εν εχρειάστηκα ταξίν ως τα 17 μου, που έκαμα φιλενάδαν στα προάστια.
Μόλις εσυμπλήρωσα έναν χρόνον ζωής επήαμεν στο Ομάν για τέσσερα χρόνια. Είσ̆εν έβρει δουλειάν ο παπάς μου ως μηχανικός σε μιαν εταιρείαν που εισήγαγεν αυτοκίνητα πολυτελείας.»
«Τι θυμάσαι που τα χρόνια στο Ομάν;», ρωτώ τον.
«Έχω πολλά έντονες αναμνήσεις», λαλεί μου. «Είχαμεν έναν πολλά ωραίον σχολείον, το οποίον είσ̆εν τζ̆αι πισίναν. Έτσι εξεκίνησεν τζ̆αι η σχέση μου με το νερόν. Ήμασταν 80 μωρά στο σχολείον. Σκέφτου ότι μέσα της δεκαετίας του ’80 είσ̆εν 1030 Κυπραίους που εζούσαν στο Ομάν.»
Φκάλλει το τηλέφωνον του τζ̆αι δείχνει μου μιαν αναμνηστικήν φωτογραφίαν του σχολείου. Εν’ έναν ισόγειον ορθογώνιον χτίσμαν με θκυό παράθυρο δεξιά τζ̆ι αριστερά. Στην μέσην, μπροστά που την είσοδον, υψώννεται έναν τεράστιον δέντρον που μοιάζει με καρυθκιάν. Στα σκαλιά του σχολείου στέκουνται οι μαθητές τζ̆αι οι δασκάλοι τους. Μοιάζει μου πολλά κυπριακόν σκηνικόν. Αν δεν μου ελάλεν ότι εν’ φωτογραφία που το Ομάν, εν θα το εκαταλάβαιννα.
«Εν’ που τα λλία σημεία του Μουσκάτ που είσ̆εν πράσινον, τζ̆αι νομίζω εν’ οι Κυπραίοι που το εφυτέψαν. Το Ομάν έσ̆ει έρημον, αλλά έσ̆ει τζ̆αι θαμνώδην βλάστησην τζ̆αι έσ̆ει τζ̆αι σημεία που εν’ όπως τες οάσεις. Οι πιο έντονες μου αναμνήσεις που τζ̆ειαμαί εν’ η θάλασσα, η πισίνα του σχολείου τζ̆αι οι συμμαθητές μου. Στην πορείαν έχασα επαφήν με τους παραπάνω, αλλά τα πρώτα τρία χρόνια που επιστρέψαμεν θυμούμαι ότι επηαίνναμεν Αργάκαν για διακοπές, που τζ̆ειαμαί εμείνισκεν τζ̆αι ο κολλητός που είχα στο Ομάν.»
Προσγείωση στην κυπριακήν πραγματικότηταν
Λαλεί μου ότι το 1988 επιστρέψαν στην Κύπρον με την αδερφήν του τζ̆αι την μάμμαν του, ενώ ο παπάς του έμεινεν για ακόμα τρία χρόνια. Ρωτώ τον να μου πει πώς εβίωσεν τούτην την αλλαγήν.
«Εσημάδεψεν μας τούτη η αλλαγή. Η αδερφή μου εδυσκολεύτηκεν πολλά. Εγώ εν είχα σχεδόν καθόλου μνήμες που την Κύπρον, αλλά τουλάχιστον έκαμα τζ̆αι έναν χρόνον προδημοτικήν τζ̆αι έκαμα catch up. Όταν επιστρέψαμεν θυμούμαι ότι εβαρκούμουν πάρα πολλά. Στο Ομάν έφκαινα πιο εύκολα στην αυλή, δαμαί εμεινίσκαμεν σε πολυκατοικίαν. Έκαμνα τζ̆αι πολλά extra curricular activities μετά το σχολείον.
Επίσης η τηλεόραση είσ̆εν πολλά παραπάνω πράματα. Τζ̆αι οι σειρές οι αμερικάνικες οι καρα-80’s, όπως οι Night Riders τζ̆αι τα Mickey Mouse, ξέρω ‘γω, ευτυχώς εν ήταν ντουμπλαρισμένα, οπότε εποσκολιούμασταν. Αλλά η ειδοποιός διαφορά ήταν ότι στο Ομάν εν εδούλευκεν η μάνα μου. Όταν επιστρέψαμεν άνοιξεν δικόν της νηπιαγωγείον τζ̆αι εδούλευκεν πάρα πολλά.
Ο παπάς μου έμεινεν στο Ομάν ως το ’91, που εξέσπασεν ο πρώτος πόλεμος στο Ιράκ. Για τρία χρόνια ήμασταν μόνον οι τρεις μας στην Κύπρον. Έρκετουν Χριστούγεννα, Πάσχαν, καλοτζ̆αίριν. Παρόλον που είχαμεν πολλά τεταμένην σχέσην με τον παπάν μου, ήταν έντονη η απουσία του τζ̆είνον το διάστημαν. Θυμούμαι να πιάνει κάποιος τηλέφωνον στο σπίτιν –ήταν ο ενοικιαστής του νηπιαγωγείου της μάνας μου νομίζω; – τζ̆αι εμοιάζαν πάρα πολλά οι φωνές τους τζ̆αι στην αρχήν εμίλουν του σάννα ήταν ο παπάς μου.»
Παρατηρώ τον ότι κοτσ̆ινίζει σαν μου διηγείται το περιστατικόν. Ρωτώ τον πώς τον επηρέασεν το γεγονός. Τι αποτύπωμαν άφηκεν πάνω του.
«Νομίζω στα τέλη της εφηβείας εφκήκεν μου, ναι. Ειδικά στες σχέσεις με το αντίθετον φύλον.» Εν επεκτείνεται. Έσ̆ει μιαν τάσην να μου μιλά μέσα που συμβάντα, μέσα που ιστορικά τζ̆αι οικογενειακά γεγονότα της εποχής παρά μέσα που τα συναισθήματα του για κάθε γεγονός.
Παιδικά όνειρα τζ̆αι… Back to the Future
«Τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν μιτσής;», ρωτώ τον.
«Στο Ομάν αρέσκαν μου πολλά τα αυτοκίνητα. Εκτεθήκαμεν σε υπέρ-πολυτελή αυτοκίνητα λόγω της δουλειάς του παπά μου. Αυτοκίνητα όπως Porsche, αλλά customized Porsche. Τζ̆αι με τούντα αυτοκίνητα επηαίνναμεν σχολείον. Ο παπάς μου οδηγούσεν τα τούτα τα αυτοκίνητα, που έρκουνταν στο γκαράζ για service. Ας πούμεν επήα σχολείον στο νηπιαγωγείον με DeLorean.»
Κάμνω εικόναν το αυτοκίνητον που το ‘Back to the Future’ να παρκάρει μπροστά που το σχολείον. Να αννοίουν οι πόρτες ίσ̆ια πάνω τζ̆αι που μέσα να κατεβαίννει έναν… μωρόν τεσσάρων χρονών με την τσεντούαν του τζ̆αι την στολήν του σχολείου.
«Επομένως σε τζ̆είνην την φάσην ήθελα να γίνω μηχανικός. Μετά ήθελα να γίνω Ίκαρος. Αλλά εν είχα τες δεξιότητες που θα μπορούσαν να με πάρουν ως τζ̆ειαμαί. Ούτε τες φυσικές ικανότητες. Ο δρόμος μου εν θα με έφκαλλεν ποττέ τζ̆ειαμαί.»
Σχολείον, αλάνες, μπάσκετ τζ̆αι ροκ
«Τι μαθητής ήσουν;», ρωτώ.
«Στο Λύκειον εδυσκολεύκουμουν να θκιαλέξω κλάδον μαθημάτων. Στο τέλος αναγκάστηκα τζ̆αι έβαλα μαθήματα για να έχω πολλές επιλογές. Εν ήξερα τι ήθελα να κάμω. Ήμουν σε φάσην σύγχυσης ως τον στρατόν.
Η αδερφή μου εσπούδασεν Αρχαιολογίαν, έκαμεν τζ̆αι πτυχίον τζ̆αι διδακτορικόν με υποτροφίαν. Ένιωθα έναν ανταγωνισμόν, ευτυχώς όμως οι γονιοί μας εμεγαλώσαν μας αναγνωρίζοντας ότι είμαστεν πολλά διαφορετικά άτομα μεταξύν μας. Αλλά τζ̆αι μόνον το ότι η αδερφή μου ήξερεν τι ήθελεν, έκαμνεν με να νιώθω τούτην την πίεσην. Ήταν έναν commitment ζωής που εν ήμουν έτομος να κάμω.
Είχα παραπάνω κλίσην στα κλασικά τα μαθήματα αλλά οι γονείς μου εθέλαν να μείνω στο πρακτικό. Εδεινοπάθησα ώσπου να φκω που τζ̆ειμέσα. Η τρίτη Λυκείου ήταν μαρτύριον.»
Ανάφκει ξανά το τσιάρον του, πίννει μιαν ρουφιξιάν.
«Εν΄ έναν που τα πράματα που θα άλλασσα. Θα επερνούσα πολλά καλλύττερα αν εμείνισκα στο κλασικόν.»
«Πώς έμοιαζεν ο Γιώργος τζ̆είνης της ηλικίας;», ρωτώ τον.
«Είχα σπόντες μαλλιά, γενικά όμως εν ακολουθούσα την τάσην της μόδας. Που τες πρώτες τάξεις του γυμνασίου εμπήκα σε μιαν σχέσην ζωής με την ροκ μουσικήν τζ̆αι έτσι εφορούσα ντζ̆ιν τζ̆αι φανέλλες ροκ συγκροτημάτων. Εν είχα ποττέ μακρύν μαλλίν ή σκουλαρίτζ̆ια. Εσύχναζα Καλά Καθούμενα, μετταλλάδικα, ροκάδικα, στο Καφεωδείον. Επηαίνναμεν στην Transit, που έπαιζεν ροκ κλασικόν αγγλικόν τζ̆αι ελληνικόν, τζ̆αι στην Reckless. Ήταν τα late 90’s. Η παρέα της γειτονιάς ακούαμεν ούλλοι heavy metal: Maiden, Metallica, thrash, Slayer, Megadeth.»
Ρωτώ τον πώς του ακούεται τούτη η μουσική σήμερα.
«Πορώννουμαι με τον ίδιον τρόπον», λαλεί μου.
«Επειδή παίζω τζ̆αι κιθάραν, εν’ τζ̆αι το artistic part που μου αρέσκει σε τούτην την μουσικήν. Άρκεψα να παίζω κιθάραν στα 13-14 μου. Έκαμνα πιάνον που ήμουν δημοτικόν – εγελάσαν μου – αλλά πάντα ήθελα να μάθω κιθάραν. Εμάθθαιννα μόνος μου ως τα 19 μου, που άρκεψα μαθήματα. Τότε εν ήμουν σε κάποιον συγκρότημαν. Τζ̆είνον το απωθημένον φκαίννει μου τωρά [γελά].
Τότε είχαμε έναν community σαν γειτονιά τζ̆αι επαίζαμεν μπάσκετ τζ̆αι επαίρναμεν τζ̆αι έναν φορητόν ράδιον τζ̆αι ακούαμεν τούτην την μουσικήν. Ούλλοι εξεκινήσαμεν πάνω-κάτω να μαθθαίννουμεν όργανα – οι παραπάνω κιθάραν – οπότε επαίζαμεν μαζίν τζ̆αι εμαθθαίνναμεν ο ένας που τον άλλον. Τότε έπαιζεν το ‘Jamming’ στην ΕΡΤ, με τον γνωστόν και πλέον καταδικαστέον Στάθην Παναγιωτόπουλλον, έπαιζεν RobertKamasa στο ράδιον. Εν΄ ίσως ο πιο ψαγμένος disc jockey στην Κύπρον. Έκαμνεν εκπομπήν στον Super τζ̆αι μετά στο ΡΙΚ για τριάντα χρόνια, που τες αρχές της δεκαετίας του ’90. Ηχογραφούσαμεν τες εκπομπές του, τζ̆αι έτσι εμαθθαίνναμεν πάρα πολλά πράματα τζ̆αι που τζ̆είνον.
Εκάμναμεν επίσης ‘tape trading’ γιατί ήταν τζ̆αι 12 λίρες το CD τότε, ήταν ακριβά. Οπότε εγόραζεν κάποιος έναν τζ̆αι επηαίνναμεν σπίτιν του τζ̆αι ηχογραφούσαμεν το. Τες παραπάνω κασέττες έχασα τες κάπου δαμαί στα φυλάκια», λαλεί μου. Δείχνει μου προς την νεκράν ζώνην. «Έφκαλλα σκοπιάν τζ̆ειαμαί που θωρείς», λαλεί μου. «Στο φυλάκιον πάνω που την Πινέζαν».
Στρατός τζ̆αι πρώτη επαφή με δημοσιογραφία
Ζητώ του να αννοίξουμεν το κεφάλαιον του στρατού. «Πε μου την εμπειρίαν σου», λαλώ του.
«Ήταν πολλά δύσκολη η προσαρμογή στον στρατόν. Εν ήταν που τες πιο ωραίες εμπειρίες της ζωής μου, αλλά έχω τζ̆αι θετικές αναμνήσεις. Εν συμφωνώ ότι σκληραγωγείσαι, αλλά εν’ μια εμπειρία. Καταλαβαίννεις την ειρωνίαν τζ̆αι το παράλογον του να είσαι σε έναν σύστημαν με ιεραρχείαν. Άμαν το έσ̆ει τζ̆αι η δουλειάν σου ύστερα, υπενθυμίζεται σου συχνά τούτος ο παραλογισμός.»
Ρωτώ τον πώς εβίωσεν τούτην την εγγύτηταν με το τουρκοκυπριακόν στοιχείον, τότε. «Άλλοι εσύρναν τους πέτρες», λαλεί μου, «εγώ ήμουν αδιάφορος».
«Είχα φκει που έναν πολλά δεξιόν σχολείον, του Τζ̆ύκκου Β’, είχα έναν διοικητήν που μας έκαμνεν brainwashing κάθε μέρα, επομένως you sort of buy into it. Αλλά ο παπάς μου όμως εμίλαν μου συχνά για την σχέσην του με τους Τουρκοκύπριους. Μιαν ημέραν εκατέβηκεν μου ένας μιτσής μες την νεκράν τζ̆αι έκαμνεν μου νούμερα. Έμεινα τζ̆αι εθώρουν τον, τζ̆ι εγέλουν. Τι ήταν να έκαμνα;»
«Μέσα σε τούτον το σκηνικόν, πώς σου ήρτεν να σπουδάσεις δημοσιογραφίαν;» ρωτώ τον.
«Εν με ενδιέφερεν ακόμα το πολιτικόν. Άρεσκεν μου τότε να θκιεβάζω μουσικά τζ̆αι πολιτιστικά περιοδικά. Classic Rock, Mojo, Fume, Total Guitar. Εγόραζα τα που το περίπτερον της Πλατείας Ελευθερίας, που εν υπάρχει πλέον. Εν’ το πολιτιστικόν κομμάτιν που με ετράβησεν στην αρχήν. Άρεσκεν μου να θκιεβάζω συνεντεύξεις, ιντρίγκαρεν με η ιδέα του να μπαίνει ο δημοσιογράφος στα παπούτσια του συνεντευξιαζόμενου.»
Σπουδές στο Cardiff: Και εγένετο πολιτική συνείδηση
Μιλά μου για τες σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Cardiff. Εξηγεί μου πώς που τα μουσικά περιοδικά εκατέληξεν να βλέπει την δημοσιογραφίαν ως κάτι πολλά πιο βαθύν.
«Στην πορείαν, όταν εξεκίνησα σπουδές δημοσιογραφίας στο Cardiff, αρέσαν μου πολλά τα μαθήματα σημειολογίας, πολιτικής επικοινωνίας, σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας τζ̆αι εμπήκα ακόμα παραπάνω μέσα στο νόημα», λαλεί μου.
«Συνειδητά έπιασα μιαν στάσην πιο κεντροαριστερήν εξαιτίας του Πανεπιστημίου μου. Γενικά ένιωθα να είμαι στο επίκεντρον πολιτικών εξελίξεων τζ̆αι η σχολή μου είσ̆εν πολλά critical leftist approach on media reporting. Ήταν τα χρόνια του δεύτερου πόλεμου στο Ιράκ. Ήρτα επίσης για πρώτην φοράν σε επαφήν με τον όρον ‘asylum seeker’ γιατί η πόλη του Cardiff ήταν πολλά πολυπολιτισμική, τζ̆αι γενικά εταυτίζουμουν με το σύνοικο στοιχείον της περιoχής.
Έππεσα τζ̆αι θύμαν ρατσιστικής επίθεσης τζ̆ειαμαί. Μιαν φοράν ήμουν σε μιαν τοπικήν μπυραρίαν τζ̆αι έβλεπα μάππαν. Είσ̆εν μιαν παρέαν μεθυσμένων που ήταν απειλητικοί εναντίον μου. Τότε είσ̆εν πολλύν ρατσισμόν κατά των Πολωνών γιατί είχαν μόλις μπει στην ΕΕ τζ̆αι επηαίνναν πολλά στην Αγγλίαν για να δουλέψουν. Τούτοι ήταν τόσον ignorant που είδαν με ξένον τζ̆αι εσυμπεράναν ότι πρέπει να είμαι Πολωνός. Ήρτεν ο ένας, έκατσεν δίπλα μου τζ̆αι έκαμνεν μου επιθετικές ερωτήσεις για να μάθει πόθθεν είμαι. Στα πολλά-πολλά λαλώ του ‘είμαι που την Κύπρον, ποιον εν’ το πρόβλημαν σου;’. Λαλεί μου ‘έζησα Κύπρον, ήταν ο παπάς μου UN’. Λαλώ του ‘εσύ έζησες έσσω μου, έσ̆εις πρόβλημαν που ζω εγώ έσσω σου;’»
Επαγγελματική πορεία: ΠΟΛΙΤΗΣ – ΜΚΟ – Διπλωματία
Ζητώ του να μου μιλήσει λλίον για την εμπειρίαν του στην δημοσιογραφίαν.
«Στον ΠΟΛΙΤΗΣ είχα δουλέψει πιο παλιά στην αποθήκην σαν χαμάλης, επομένως είχα επαφήν με την εφημερίδαν. Ήταν σταδιακή η ανέλιξη μου, εξεκίνησα που το υπόγειον τζ̆αι ανελίχτηκα, κυριολεχτικά [γελά].
Τότε, το 2007, είσ̆εν πολλές εξελίξεις στην Κύπρον τζ̆ι εγώ έκαμνα ελεύθερον ρεπορτάζ. Ήταν το τέλος της διακυβέρνησης Παπαδόπουλου, εκοντεύκαν οι εκλογές του 2008, η δημοφιλία του Χριστόφκια τότε ήταν στα ύψη, επροέκυψεν η διάνοιξη του οδοφράγματος της Λήδρας, υπήρχεν έναν momentum στο Κυπριακόν.
Ήταν τα πρώτα χρόνια της ένταξης μας στην ΕΕ, το 2008 εμπήκαμεν στο Ευρώ. Είχα πάει αποστολήν στην Συρίαν τον Οκτώβριον του 2007, έζησα την χώραν πριν να διαλυθεί. Iwaswitnessinghistory.
Ήξερα όμως ότι εν το πολλο-είχα. Εν είχα το σκουλούτζ̆ιν της δημοσιογραφίας.»
Διερωτούμαι πώς ήταν η εμπειρία του στον χώρον των ΜΚΟ.
«Έσ̆ει μιαν παθογένειαν ο χώρος των ΜΚΟ. Τα διοικητικά τους συμβούλια εν΄ σε εθελοντικήν βάσην που λειτουργούν. Οι υπάλληλοι των οργανισμών εν’ σε έναν συνεχές άγχος να φέρουν προγράμματα μέσα τζ̆αι αντιμετωπίζουν τζ̆αι δύσκολες συνθήκες εργασίας. Μέσα σε τούτον το context, πολλά εύκολα χάννεται το όραμαν ενός ΜΚΟ. Συνειδητά αποφάσισα να φύω, γιατί εν ήταν βιώσιμος χώρος για μέναν.»
Αίσθηση του «ανήκειν» τζ̆αι αποχρώσεις της Αριστεράς
Παρατηρώ στον τρόπον που μου αναλύει τα δεδομένα της εποχής τζ̆είνης μιαν πολλά διεθνοποιημένην αντίληψην της ιστορίας. Η σκέψη του εν έσ̆ει σαν σημείον εκκίνησης της την Κύπρον. Σαν να ξεκινά που έναν πιο διευρυμένον σημείον για να καταλήξει τζ̆αι τζ̆ειαμαί. «Πιστεύκεις ότι εβοήθησεν στην ανάπτυξην τούτης της αντίληψης το ότι έζησες κάποια χρόνια στο Ομάν;» ρωτώ.
«Ναι», λαλεί μου. «Τζ̆αι θα ήταν ακόμα πιο έντονον τούτον αν επήαιννα σε ιδιωτικόν σχολείον. Ένιωθα τούτον το χάσμαν με τους συνομήλικους μου. Στον στρατόν, που εγνώρισα τζ̆αι άτομα που ιδιωτικά, έσπασεν μέσα μου μια προκατάληψη που είχα εναντίον τους, ότι εν’ ούλλοι βαρετοί. Ένιωθα ότι είχαν παραπάνω διεθνείς γνώσεις τζ̆αι είχαμεν παραπάνω κοινά.»
Ρωτώ τον αν στην Κύπρον νιώθει την αίσθησην του «ανήκειν». Διά μου την εντύπωσην ότι ίσως να μεν το νιώθει πούποτε τούτον. «Νιώθεις να ζεις στο περιθώριον;» ρωτώ τον.
«Γενικά εν ταυτίζουμαι με ομάδες. Εν’ κομμάτιν του χαρακτήρα μου, έννεν πολιτική προσέγγιση των πραμάτων. Αν δεν ταυτίζουμαι με κάτι 100% εν θα συμβιβαστώ μαζίν του. Είμαι 40 χρονών τζ̆αι εν ανήκα ποττέ σε κόμμαν. Ενοχλεί με πολλά τούτον το tribal mentality που επικρατεί στην κυπριακήν κοινωνίαν. Το ‘wash my back, I’ll wash yours’ εν με εκφράζει. Εν’ δαμαί που βασίζεται το ‘κρύψε να περάσουμεν’ τζ̆αι εξαιτίας του εν κάμνουμεν εποικοδομητικήν κριτικήν σαν λαός. Που τούτην την άποψην ναι, ζω κάπως στο περιθώριον.»
Βάλλω του την άσκησην διαχωρισμού Δεξιάς-Αριστεράς. Βάλλει την τζ̆ίζαν του τρία δάχτυλα αριστερά του κέντρου. Ρωτώ τον τι σημαίνει για τζ̆είνον Αριστερά.
«Εκτιμώ το στοιχείον της ισότητας. Γενικά εν μου αρέσκει η αδικία. Αλλά αν βάλουμεν το κόκκινον ή το βαθύν κόκκινον ή το Ferrariκόκκινον σαν reference, είμαι αρτκετά ροζ για πολλούς.»
****
ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ
Κάποια fun facts για την προσωπικότηταν του Γιώργου:
Απλά αλλά ιερά Αγαπημένον ρόφημα: Freddo cappuccino. On-repeat τραγούδι στο Spotify:Life’s been good (Joe Walsh). Guilty Pleasure (τραγούδιν): Time after Time (Cindy Lauper). Σπεσιαλιτέ:Fajitas. Αγαπημένον junk food: Pizza (τζ̆αι ενδοφλεβια χοληστερολη). Σειρά που παρακολουθεί:Miss Fisher’s Murder Mysteries. Βιβλίον που θκιεβάζει:11 rings (Phil Jackson).
Πεζά μεν, χρήσιμα δε Σχέση με την τεχνολογία: Άσχετος. Αγαπημένον gadget:Κινητό τηλέφωνο
Σοφιστικέ Έργον τέχνης που ξεχωρίζει: Εν το ‘χω με τα εικαστικά, θα εθκιάλεα το St. Peppers των Beatles, εν’αριστούργημα.
Blast from the past Αγαπημένη παιδική ανάμνηση: Μπάσκετ στη γειτονιά. Πιο συχνή αταξία που έκαμνεν μιτσής: Πομπάρτες. Αγαπημένον τραγούδιν στην εφηβεία: TNT (AC/DC). Αγαπημένον στέκκιν στην εφηβεία:Transit. Το πιο εξτρίμ πράμαν που έκαμεν έφηβος: Εστείλαν με πειθαρχικόν στο σχολείον γιατί εβούττησα στηνθάλασσαν σε εκδρομήν. Πρώτον τραγούδιν που έμαθεν να παίζει στην κιθάραν: Κλασικά Smoke on the water (Deep Purple).
The world as an oyster Αγαπημένος προορισμός: Κεφαλονιά. Επόμενο προγραμματισμένο ταξίδι: Χάγη. Τύπος τουρίστα:μουσεία ή θκιάνεμμαν; Πόσες καφετεριες τζ̆αι πεζοδρόμους έσ̆ει μια πόλη; Αγαπημένη γωνιά στο Ομάν: Η γειτονιά μου, Madina Qabus. Αγαπημένη γωνιά στο Cardiff: Crwys Road.
Μεταφυσικά κι αγαπημένα 5 άτομα, living or dead, που θα επροσκαλούσεν σε dinner party: James Hetfield, Paul McCartney, Mick Ronson, Randy Rhoads, Jeff Beck. Αν είσ̆εν κάποιαν υπερδύναμην τούτη θα ήταν: Ήθελα να γινώ πιλότος μητσης άρα να πετώ. Αν εμπορούσεν να μετενσαρκωθεί σε κάποιον ήρωαν βιβλίου: Οδυσσεας στην Ομηρου Οδυσσεια.
Τα πολύ προσωπικά Τελευταία φορά που έκλαψεν:Πριν δέκα μέρες. Κοσμοθεωρία: τελικά η ζωή εν’ μια σειρά που τυχαία γεγονότα; Αν έχεις τύχη διάβαινε.
Η πολιτική αλλιώς Πολιτικός που θαυμάζει ή εκτιμά στην Κύπρο: Κανέναν. Πολιτικός που θαυμάζει στο εξωτερικόν: Μπαράκ Ομπαμα. Κριτική προς την Αριστεράν: Έλλειψη εξωστρέφειας. Πόσο ταυτίζεται με την ρήση «Δεν υπάρχει αλήθεια στην πολιτική, παρά μόνο η πολιτική της αλήθειας»; Ισχύει, ειδικά άμαν ψηφίζουμε ανθρώπους που δεν εν’ ηγέτες. Έναν μήνυμαν που θα έστελνεν στον/ην μέσον/ην Κυπραίον/αν: Να κάμνουμε αυτοκριτική. Να σταματησούμε να λειτουργούμεν ως φυλές (κουμπαροκρατία) τζ̆αι να βάλουμεν το ατομικόν ‘εγώ’ κάτω που το συλλογικόν.
WHO IS WHO Ο Γιώργος Ανδριώτης εσπούδασεν Δημοσιογραφίαν τζ̆αι Διπλωματίαν στην Αγγλία. Εργάστηκεν ως δημοσιογράφος, ως υπεύθυνος επικοινωνίας σε διάφορα ΜΚΟ, ως media analyst στην UNFICYP, τζ̆αι ως PublicRelations Officer στην Πρεσβεία του Κουβέιτ στην Κύπρον. Σήμερα εργάζεται ως Policy Officer στην Πρεσβείαν της Ολλανδίας στην Κύπρον.
Συζήτηση με μιαν πρώην Υπουργόν ‘with a twist’, που ήθελεν να γίνει συγγραφέας τζ̆αι τελικά έγινεν λογίστρια
Την συνέντευξην με την Νατάσαν επερίμενα την με ανυπομονησίαν. Με τον τζ̆αιρόν που την παρακολουθώ εδημιουργηθήκαν μου κάποιες απορίες σε σχέσην με την πορείαν της. Τζ̆είνον το «αποφοίτησε με άριστα από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στη Γαλλική και Ιταλική Φιλολογία», για παράδειγμαν, που γράφει το βιογραφικόν της, εν μου εκόλλαν με το «είναι εγκεκριμένη λογιστής», που ακολουθεί αμέσως μετά.
Εδώσαμεν ραντεβού την περασμένην Κυριακήν μπροστά που το CYens. Εγώ της το επρότεινα, σκεπτόμενη ότι μπορεί να εδυσκολεύκετουν να έβρει το Χαράτσιν. Έφτασα τζ̆ειαμαί λλίον πιο νωρίς τζ̆αι εστήθηκα να την περιμένω. Ούλλη μέρα είχα ένοιαν να μεν ξιάσω το τετράδιον με την άσκησην προσδιορισμού της Δεξιάς-Αριστεράς. Ήθελα οπωσδήποτε να έχω την χειρόγραφην απάντησην της μέσα. Τζ̆αι ευτυχώς, εν το εξίασα. Μες την βιασύνην μου, όμως, εξίασα το τηλέφωνον μου.
Όσην ώραν την επερίμενα, εν ήμουν καν σίουρη αν θα εγίνετουν η συνέντευξη. Εσκέφτουμουν ότι θα εμπορούσεν κάλλιστα να με έπιαννεν τηλέφωνον να μου πει ότι κάτι της έτυχεν, ότι εχάθηκεν, ότι εννα καθυστερήσει, τζ̆ι εγώ εν θα είχα τρόπον να της απαντήσω τζ̆αι θα την άφηννα ξεκρέμμαστην. Εκόφκουνταν τα πόθκια μου στην σκέψην ότι εν’ η πρώτη πολιτειακή αξιωματούχος που εδέχτηκεν να της κάμω συνέντευξην τζ̆αι ίσως να τα είχα κάμει σ̆ιόνιν.
Άμαν τζ̆αι είδα την είδα να έρκεται που την μερκάν του Swimming Birds με γοργόν βήμαν, η καρδία μου επήεν στην θέσην της. Με το ντζ̆ιν της, μιαν άσπρην φανελλούαν, έναν χακκίν λεπτόν σακκάκιν τζ̆αι τες εσπαντρίγιες της, αν δεν έξερες ποια εν’ τούτη που περνά, εν θα επήαιννεν ο νους σου ότι τούτη η γυναίκα ως τον περασμένον Φεβράρην ήταν υπουργός.
«Συγγνώμην για την καθυστέρησην», λαλεί μου τζ̆αι συμπαρασύρει με σχεδόν αυτόματα στην ίδιαν ταχύτηταν βαδίσματος. «Έχω πολλά κακόν προσανατολισμόν τζ̆αι εχάθηκα μες τα στενά ώσπου να ‘ρτω. Τζ̆αι σπίτιν μου να με βάλεις να πάω μπορεί να χαθώ. Εν’ πολλά σπαστικόν για τους άλλους, ξέρω το.»
Καθώς περπατούμεν, τα μαύρα σύννεφα της μπόρας που επροηγήθκεν αραιώννουν τζ̆αι επικρατούν σιγά-σιγά τζ̆είνα τα γλυτζ̆ιά χρώματα του ουρανού άμαν σουρουππώννει.
Παρατηρώ ότι ξέρει πού πάμεν. Ομολογώ ότι επίστευκα πως εν θα είσ̆εν ξαναπάει στο Χαράτσιν. Αλλά όι μόνον εξαναπήεν, ήταν τζ̆αι η πρώτη μου συνεντευξιαζόμενη που ήταν ενθουσιασμένη στην ιδέαν ότι θα επίνναμεν Brandy Sour. Ήξερεν μέχρι τζ̆αι την ιστορίαν του κοκτέηλ. «Ξέρεις το ότι έσ̆ει τζ̆αι ομώνυμον βιβλίον;» ρωτά με καθώς βολεύκεται πάνω στην τόνενην καρέκλαν του καφενείου.
Twist πρώτον
«Ξέρω την ιστορίαν του Brandy Sour καλά γιατί μιτσ̆ιά επήαιννα πολλά συχνά στις Πλάτρες. Ετρυπώνναμεν με τις φίλες μου μέσα στο Βερεγγάρια τον τζ̆αιρόν που ακόμα τα κρεβάθκια ήταν τζ̆ειαμαί ξεστρωμένα τζ̆αι ο βούτυρος λιωμένος πάνω στο τραπέζιν με τα μυρμήγκια. Επεριμέναν μας έξω ο παππούς τζ̆αι η γιαγιά μου τζ̆ι εμείς εξερευνούσαμεν το ξενοδοχείον. Εχάρηκα πολλά που είδα ότι σάζουν το.
Ετραβούσα τους παππούδες μου σε έτσι είδους περιπέτειες. Έβαλλα τους, ας πούμεν, να με πάρουν με τες φίλες μου στον καταρράχτην των Καληδονιών. Ελαλούσα τους να μας περιμένουν με τα πράματα έξω, τζ̆αι εμείς εφκαίνναμεν πάνω τζ̆αι εκατεβαίνναμεν τον καταρράχτην που μες το νερό. Εφωνάζαν μας ‘κανεί εκάμετε το χάζι σας, ελάτε έξω τωρά’, αλλά εμείς εν ακούαμεν [γελά].
Πιο παλιά, η γιαγιά μου η Ζηνοβία, που ήταν δασκάλα, ενοικίαζεν τα καλοκαίρια έναν δωμάτιον σε έναν ξενοδοχείον στην Κακοπετριάν τζ̆αι επηαίνναμε κάποτε να τη δούμε, επομένως ξέρω καλά την περιοχήν. Λλίον αργότερα εγοράσαν σπίτιν στες Πλάτρες οι γονείς μου τζ̆αι έτσι επερνούσαμεν παραπάνω καιρόν τζ̆ειαμαί.»
«Τι παιδίν ήσουν;» ρωτώ την.
«Στο σχολείον ήμουν μεγάλον σπάσμαν. Καθόλου δημοφιλής θα έλεα. Εν το επεδίωκα τζ̆ιόλας, να σου πω την αλήθκειαν. Ήμουν το κλασικόν σπασματούιν που ήταν να μουρμουρώ για τους βαθμούς τζ̆αι στο τέλος επήαιννα τα καλά. Ως τωρά οι δικοί μου περιπαίζουν με ότι είμαι μεγάλη μουρμούρα τζ̆αι αγχώννουμαι για το πώς εννα τα πάω ενώ πάντα πάω τα καλά.
Τζ̆αι επειδή ήμουν καλή μαθήτρια, που πολλά νωρίς έπεισα τους γονείς μου να με αφήννουν να φκαίννω έξω όποτε ήθελα. Που τα 13-14 μου επήαιννα σε clubs – Vivendi, Versus, τζ̆ιαι σε μπαρ όπως η Reckless. Τζ̆αι έπεισα τους να με αφήννουν να μεινίσκω ως τες δύο το πρωίν, όπως αφήνναν τζ̆αι τον αδερφόν μου γιατί εν θα ήταν δίκαιο να μεν το εκάμναν.»
«Πώς ήταν η σχέση σας με τον αδερφόν σου;» ρωτώ την. «Εδερνούμασταν», απαντά μου τζ̆αι γελά. «Εδερνούμασταν κυριολεκτικά, ώσπου τζ̆αι έφτασεν σε ηλικίαν που εμπορούσεν τζ̆είνος να με κερδίσει. Είχα του πει ότι εννα σταματήσω να τον δέρνω μόλις μπορέσει να με δέρει τζ̆αι τζ̆είνος τζ̆αι έτσι έκαμα» [γέλια].
«Εντελώς άλλη φάση ο αδερφός μου. Εγώ ήμουν πολλά high achiever τζ̆αι επροσπαθούσα πάρα πολλά να έρκουμαι πρώτη σε ό,τι έκαμνα. Εν το χωρεί ο νους μου κάποιος να εν’ έξυπνος τζ̆αι να μεν κάμνει προσπάθεια. Τζ̆είνος εν έκαμνεν. Την μιαν έβαφφεν τα μαλλιά του πορτοκαλί τζ̆αι την επομένην εξιούριζεν τα [γελά]. Ζηλεύκω την τούτην την ελευθερίαν. Αν εμπορούσα να γίνω κάποια άλλη για λλίον θα ήθελα να μπω στην θέσην του.
Ως τωρά είμαστεν πολλά κοντά με τον αδερφόν μου τον Αχιλλέαν. Έσ̆ει έναν χιούμορ που θαυμάζω τζ̆αι μιαν εξυπνάδαν πολλά out of the box. Όποτε έχω ανάγκην που συμβουλήν εννα τον πιάσω τηλέφωνον.»
Με τους γονείς της τι σχέσην είσ̆εν; διερωτούμαι.
«Τζ̆αι με τους δύο πολλά καλήν σχέσην. Με την μάμμαν ήμουν ίσως λλίον πιο κοντά επειδή εν’ η μάμμα μου. Πολλά μεγάλη φυσιογνωμία. Εσπούδασεν αρχαιολόγος τζ̆αι έκαμεν PhD όταν ήμασταν μωρά. Λατρεύει την αρχαιολογίαν τζ̆αι έγραψεν πολλά βιβλία πάνω στο αντικείμενον της. Μετέπειτα εδούλεψεν στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, για πολλά χρόνια ως έφορος μουσείων. Στην αρχήν νομίζω εν ήταν ευτυχισμένη με τις ευκαιρίες που προσφέρει η Κύπρος σε άτομα που ανήκουν στον κόσμο των τεχνών τζ̆αι της αρχαιολογίας. Όταν έσ̆εις τόσα προσόντα τζ̆αι έργον να επιδείξεις αλλά εν βρίσκεις ανταπόκρισην στην χώραν σου, απογοητεύκεσαι. Πάντα όμως αγαπούσεν τη δουλειάν της, εν θα μπορούσε να ήταν κάτι άλλο.
Επίσης εν’ πολλά παθιασμένη σαν προσωπικότητα η μάμμα μου. Έσ̆ει τζ̆αι έναν τρόπον να βάλλει τους άλλους στην θέσην τους που βρίσκω εξαιρετικά αποτελεσματικόν. Νομίζω έχω το τζ̆ι εγώ τούτον, αλλά χρησιμοποιώ το πιο αραιά.»
Ρωτώ την τι ήθελεν να γίνει όταν ήταν μιτσιά. «Συγγραφέας», λαλεί μου. «Ήθελα να γίνω full time συγγραφέας.»
Twistδεύτερον
«Που μιτσ̆ιά εθκιέβαζα πάρα μα πάρα πολλά. Λατρεύω τον Oscar Wilde. Θεωρώ ότι ο άνθρωπος ήταν ιδιοφυία. Τζ̆αι έγραφα. Εξακολουθώ να γράφω. Έγραψα τρία βιβλία τζ̆αι πολλά ποιήματα», λαλεί μου.
«Το έναν βιβλίον μου έσ̆ει τίτλον ‘Όσα δείξει το φλυντζ̆άνιν’ τζ̆αι καταπιάννεται με την ιστορίαν θκυό αστών γυναικών στην δεκαετίαν του ’30 στην Κύπρον. Η μια επιστρέφει δαμαί που το Σουδάν όταν μαθθαίννει πως η οικογένεια της επάττισεν τζ̆αι αναγκάζουν την να πάει Κύπρον για να καλοπαντρευτεί πριν μαθευτεί το νέον. Μεινίσκει σε μιαν ξαδέρφην της που ζει στην αστικήν Λευκωσίαν τζ̆αι κάπως έτσι ξεκινά η περιπέτεια τους. Επέρασα αμέτρητες ώρες να θκιεβάζω εφημερίδες της εποχής τζ̆αι να μελετώ την ζωήν τότε. Αλλά όταν το έδωσα σε μιαν κυρίαν στην Ελλάδαν να το θκιεβάσει είπεν μου πως εν εκδίδεται έτσι κείμενον λόγω της ευρείας χρήσης των κυπριακών που έκαμα. Πέραν τούτου νομίζω εν’ κάπως μέτριο.»
«Νιώθω λλίον περίεργα με την χρήσην της γλώσσας άμαν γράφω», λαλεί. «Άμαν προσπαθώ να γράψω στην κοινήν νεοελληνικήν, νιώθω ότι εν μπορώ να είμαι 100% ο εαυτός μου. Αλλά τζ̆αι στα Αγγλικά άμαν το προσπαθήσω, νιώθω ότι κάτι μεινίσκει εχτός. Τα παραπάνω ποιήματα μου εν’ στα Αγγλικά, αλλά όπως τζ̆αι να το κάμεις η αγγλική εν’ πάντα η δεύτερη σου γλώσσα.»
Προσπαθώ να της εξηγήσω ότι ασχέτως της συζήτησης που υπάρχει για την χρήσην της κυπριακής διαλέκτου στην λογοτεχνίαν, εκδίδουνται αρκετά βιβλία τζ̆αι κείμενα με κυπριακά στην Ελλάδαν. Νιώθω ότι άμαν μου μιλά για την λογοτεχνίαν επικρατεί ένας αυθορμητισμός στον λόγον της. Ενθουσιάζεται όπως εν θα ενθουσιάζετουν, ας πούμεν, μια τεχνοκράτισσα πολιτικός που μιλά για θέματα ενέργειας.
Τολμώ τζ̆αι κάμνω της την ερώτησην του ενός εκατομμυρίου: «καλάν τζ̆αι πώς επροέκυψεν η λογιστική μετά τες σπουδές σου στην Οξφόρδην;»
«Εκάμαμεν συμφωνίαν», λαλεί μου. «Εσυμφωνήσαμεν με τους γονείς μου ότι θα έκαμνα τες σπουδές που ήθελα τζ̆αι μετά θα έκαμνα το chartered. Το σχέδιον μου ήταν να τελειώσω με άριστα τζ̆αι έτσι να τους πείσω ότι εν υπήρχεν περιθώριον για κάτι άλλον παρά έναν διδακτορικόν στο ίδιον αντικείμενον. Αλλά τα αποτελέσματα αργήσαν να φκουν τζ̆αι έπρεπεν να κάμω αιτήσεις για πάρακατω. Εν μετανιώνω. Πιστεύκω πως ό,τι κάμεις εν’ καλό. Εξάλλου αρέσκει μου ο επιχειρηματικός κόσμος.»
Twistτρίτον
Εν αμφιβάλλω καθόλου για τούτον που μου λαλεί, ότι της αρέσκει ο επιχειρηματικός κόσμος. Φαίνεται τούτη η επιμονή του «σπάσματος» στα μμάθκια της άμαν το λαλεί. Άλλον όμως το να κάμνεις τούτον που αγαπάς, τζ̆αι άλλον να αγαπάς τούτον που κάμνεις καλά, σκέφτουμαι. Το έναν εν effortless, το άλλον καλλιεργείται.
Διερωτούμαι πώς αντιλαμβάννεται την βαρύτηταν του ρόλου του παπά της στην δικήν της ευρύτερην πορείαν στον επιχειρηματικόν τζ̆αι μετέπειτα στον πολιτικόν κόσμον. Πρώην πρόεδρος του ΚΕΒΕ, πρώην πρόεδρος του Invest Cyprus όπου η Νατάσα ήταν Γενική Διευθύντρια, πρώην CEO του λογιστικού οίκου στον οποίον εδούλεψεν τζ̆αι η ίδια, το όνομαν Φειδίας Πηλείδης εν βαρύν στον χώρον.
«Εν’ μεγάλος βραχνάς το επίθετον μου. Στην PwC ειδικά είχα το πολλύν ένοιαν», λαλεί μου. «Στο Λονδίνον εν είχα έτσι θέμαν γιατί κανένας δεν ήξερεν ποια ήμουν. Στην Κύπρον άκουα πολλά συχνά την κουβένταν ‘εν’ τζ̆ειαμαί που ένει επειδή εν’ η κόρη του Πηλείδη’. Εκνευρίζει με αφάνταστα τζ̆αι λόγω τούτης της κουβέντας πάντα επροσπαθούσα να αποδείξω διπλά την αξίαν μου, έστω τζ̆αι αν τα επήαιννα καλά τζ̆αι στις εξετάσεις τζ̆αι στη δουλειά.»
Έχοντας δουλέψει με την Νατάσαν όταν ήταν ΓΔ του Invest Cyprus τζ̆αι εγώ σύμβουλος επικοινωνίας του οργανισμού στο agency που εδούλευκα, ξέρω που πρώτον σ̆έριν πόσον δουλευταρού τζ̆αι ικανή ένει. Η απορία μου, όμως, εν’ πιο βαθκειά. «Πιστεύκεις ότι θα εγίνεσουν τόσον νωρίς Υπουργός αν δεν ήταν το επίθετον σου Πηλείδου;» παίρνω θάρρος τζ̆αι ρωτώ την. «Κάποιες φορές τζ̆αι μόνον το άκουσμαν του επιθέτου ενός ατόμου μπορεί να κάμει πόρτες να αννοίξουν.»
Σε μιαν άλλην συζήτησην, είχα ακούσει την Νατάσαν να εξιστορεί τον τρόπον με τον οποίον εμπήκεν στην πολιτικήν. Είπεν πως την εκούρτισεν ένας φίλος να συμμετάσχει στες επιτροπές παραγωγής πολιτικής (policymaking) του ΔΗΣΥ. Έστειλεν το βιογραφικόν της στην γραμματέαν του Αβέρωφ Νεοφύτου τζ̆αι την επομένην έπιασεν την τηλέφωνον να της πει ότι ο πρόεδρος ήθελεν να την συναντήσει.
Στην μιαν ώραν που εσυζητούσαν, ο Αβέρωφ της εξέφρασεν την επιθυμίαν του να κατεβεί αριστίνδην υποψήφια στες βουλευτικές εκλογές που επλησιάζαν, τότε. Ήταν το 2016 η κουβέντα. Πιστεύκει ότι θα την εκαλούσεν στο γραφείον του σε τζ̆είνην την πρώτην συνάντησην ο Αβέρωφ αν δεν ήταν η Νατάσα Πηλείδου τζ̆αι ήταν απλώς μια Νατάσα; Έξυπνη, μεν, ικανότατη, δουλευταρού, επικοινωνιακή, αλλά χωρίς καμίαν σχέσην με τον Πηλείδην;
«Όταν μου εζητούσεν ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ να κατεβώ υποψήφια βουλεύτρια, προφανώς τζ̆αι έπαιξεν ρόλον το επίθετον τζ̆αι η καταγωγή μου. Ως κομματάρχης εν’ λογικόν ότι ήθελεν να φέρει μέσα άτομα που θα ήταν αρεστά τζ̆αι θα είχαν απήχησην στην αστικήν Λευκωσίαν για να πιάσει ψήφους. Που τούτην την άποψην μάλλον εν θα με εκαλούσεν σε συνάντησην αν ήμουν μια απλή Νατάσα. Αλλά που τζ̆ειαμαί τζ̆αι πέρα ό,τι εκατάφερα, εκατάφερα το λόγω δουλειάς. Έκαμα ό,τι εμπορούσα για να μεν μπορεί κανένας να πει ότι εν εδούλεψα αρκετά σκληρά ή ότι δεν έκαμα ό,τι καλλύττερον εμπορούσα σε κάθε θέσην που υπηρέτησα.»
Twistτέταρτον
«Γιατί με τον ΔΗΣΥ, πέραν του οικογενειακού affiliation;» ρωτώ την.
«Κυρίως για το Κυπριακόν. Λυπούμαι πολύ που παραμένει άλυτον. Θα έπρεπεν να εν’ ξεκάθαρον σε ούλλους ότι το status quo δεν είναι μια βιώσιμη κατάσταση τζ̆αι ότι μόνον προς τα πίσω μπορεί να μας πάρει. Ταυτίζομαι επομένως με τον ΔΗΣΥ πάνω στο Κυπριακόν, αλλά τζ̆αι στον τρόπο διαχείρισης της οικονομίας. Αν υπάρχει κάτι που θεωρώ επικίνδυνο, όι συγκεκριμένα στον ΔΗΣΥ αλλά γενικά στην χώραν μας, εν’ η διαχείριση του μεταναστευτικού. Πρέπει αφενώς να γίνει σωστή διαχείριση, ενώ παράλληλα να αποθαρρύνεται τζ̆αι να καταδικάζεται η οποιαδήποτε ρητορική ή πράξη μίσους τζ̆αι ρατσισμού.»
Βάλλω της την – γνωστήν πλέον τζ̆αι αμφιλεγόμενην κατά πώς φαίνεται – άσκησην προσδιορισμού της Δεξιάς/Αριστεράς. Δείχνω της μιαν ευθείαν: στο αριστερόν άκρον εν’ η ισότητα τζ̆αι στο δεξίν η ελευθερία. Ζητώ της να τοποθετήσει μιαν τελείαν τζ̆ειαμαί που θεωρεί πως εν’ το ιδανικόν μιξ.
«Βρίσκω την μονοδιάστατην», λαλεί μου. «Γιατί να πρέπει να θυσιάσεις την ισότηταν για την ελευθερίαν; Είμαι υπέρ του να έχουμεν ευκαιρίες εντός μιας ελεύθερης οικονομίας, αλλά πρέπει να υπάρχουν οι κατάλληλες δομές για να γίνει τούτον. Εξυπακούεται επίσης ότι πρέπει να υπάρχει ισότητα φύλων τζ̆αι ανθρώπων.»
Βάλλει το σημαδούιν της έναν δάχτυλον δεξιά του κέντρου τζ̆αι αρκέφκει να γράφει την αιτιολόγησην της, ως γνήσιον σπασματούιν που μαρτυρώ πλέον πως ένει.
Twistτέταρτον
«Τζ̆αι τι θέλεις να γίνεις μετά το υπουργιλλίκκιν;» ρωτώ την.
«Πραγματικά εν ξέρω. Έχω διάφορες προτάσεις που τον ιδιωτικόν τομέαν αλλά εν εκαταστάλαξα πλήρως ακόμα. Ενδιαφέρουν με τζ̆αι τα κοινά γιατί θέλω να προσφέρω στον τόπον μου. Αλλά σίουρα εν θέλω να γίνω πολιτικός καριέρας. Εν με αφορά κάτι τέθκοιον.»
Νιώθω ότι ζυγίζει πολλά ορθολογιστικά τες επιλογές της. Όπως θα έκαμνεν μια λογίστρια.Ρωτώ την πώς βλέπει την Λευκωσίαν. Θκιεβάζω ότι παίζει το όνομαν της για την Δημαρχείαν.
«Νευριάζω άμαν μου λαλούν ορισμένοι ‘μα τι να έρτουμεν να κάμουμεν στην Λευκωσίαν; Εν έσ̆ει τίποτε’. Η Λευκωσία εν’ υπέροχη πόλη. Έσ̆ει χαρακτήραν, εν´ πολλά όμορφη, έσ̆ει μοναδικό κέντρο, απίστευτα διατηρητέα, αστεροειδή τείχη με καρδιόσχημους προμαχώνες που φαίνουνται άθικτα που τον ουρανόν. Θα μπορούσεν να ήταν μια μόνιμη πολιτιστική πρωτεύουσα.»
Twistτελευταίον
Μιλούμεν για τα στέκκια της στη Λευκωσία. Φαντάζουμαι την να συχνάζει στην Στασικράτους, στο Χίλτον, τζ̆ειαμαί που υποθέτω ότι συχνάζει η αστική τάξη της πόλης.
«Με τρία μωρά πλέον εν πάω πούποτε. Αλλά παλιά επήαιννα πολλά Παλαιάν Πινέζαν. Έκαμα τζ̆αι τα γενέθλια μου μιαν χρονιάν τζ̆ειαμαί. Επήαιννα όμως τζ̆αι New Division, τζ̆αι Silver Star για ποτόν μετά την δουλειάν.»
Μιλούμεν για μουσικήν. Λαλεί μου ότι ακούει Britpop, ACDC, Metallica, David Bowie, The Kinks, Amy Winehouse, Janis Joplin, Jimi Hendrix, blues. Ότι όταν ήταν μιτσ̆ιά άκουεν τους δίσκους που της έφερνεν ο παπάς της που κάθε του ταξίδιν.
«Αρέσκουν μου πολλά επίσης οι Pulp», λαλεί μου. «Εν τζ̆είνοι που εγράψαν το τραγούδιν ‘Common People’.»
Μια πολιτικός που έννεν τίποτε άλλον παρά «έναν συνηθισμένον άτομον» ή μια πολιτικός εξαιρετικά ικανή ν’ απευθύνεται στο κοινόν που έσ̆ειμπροστά της τζ̆αι να προσαρμόζεται στις συνθήκες που την περιβάλλουν; Ομολογώ πως εν εκατέληξα. Τούτον στο οποίον σίουρα εκατέληξα εν’ ότι η Νατάσα Πηλείδου εν’ μια προσωπικότητα fulloftwists.
****
ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ Κάποια fun facts για την προσωπικότηταν της Νατάσας:
Αγαπημένον ρόφημα: Νερό και Gin & Tonic On-repeat τραγούδι στο Spotify: You sent me flying/ Cherry, Amy Winehouse Guilty Pleasure (τραγούδιν): Whiskey in the Jar, Metallica Σειρά που παρακολουθεί: White Lotus Βιβλίον που θκιεβάζει: Brandy Sour, της Κωνσταντίας Σωτηρίου Έργον τέχνης που ξεχωρίζει: Διάφορα από τον Κύπριο καλλιτέχνη Ανδρέα Καρούσιο Αγαπημένη παιδική ανάμνηση: Με τα ποδήλατα στα χωράφκια της (τώρα χτισμένης) Έγκωμης Πιο συχνή αταξία που έκαμνεν μιτσ̆ιά: Έπιννα κρυφά Calpol που το ψυγείον Αγαπημένον τραγούδιν στην εφηβεία: No, no, no – Dawn Penn Αγαπημένον διατηρητέον της Λευκωσιας: Αν τζ̆αι υπάρχουν πολλά πιο εντυπωσιακά, το σπίτιν μου στο Καιμακλί Αν η Λευκωσία ήταν γυναίκα, τι χαρακτήραν θα είσ̆εν; Ξέρει πολλά, κρύβει θησαυρούς αλλά δεν καυχιέται ποτέ Αγαπημένος προορισμός: Λονδίνο Επόμενο προγραμματισμένο ταξίδι: Δεν έχω Τύπος τουρίστριας:μουσεία ή θκιάνεμμαν;Συνδυασμός, αλλά χωρίς μουσεία εν γίνεται Αγαπημένη γωνιά στο Λονδίνον: Ain’t nothing but blues bar στην Kingly Street(εφόσον το αγαπημένον μου piano bar έκλεισε) 5 άτομα, living or dead, που θα επροσκαλούσεν σε dinner party: Margaret Atwood, Oscar Wilde, Freddie Mercury, Eleanor Roosevelt, Κώστας Ταχτσής τζ̆αι αν δικαιούμαι ακόμα δύο, TS Eliot και Sylvia Plath Αν είσ̆εν κάποιαν υπερδύναμην τούτη θα ήταν: Να εξαφανίζομαι Αν εμπορούσεν να μετενσαρκωθεί σε κάποιον ήρωαν βιβλίου: Στον Zeno που το La Coscienza di Zeno του ItaloSvevo.
*WHO IS WHO Η Νατάσα Πηλείδου εδιετέλεσεν Υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου τζ̆αι Βιομηχανίας, τζ̆αι ήταν η πρώτη Υφυπουργός Ναυτιλίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη. Εργάστηκεν σε λογιστικούς οίκους στην Κύπρο, το Μιλάνο τζ̆αι το Λονδίνο. Εσπούδασεν Γαλλικήν τζ̆αι Ιταλικήν Φιλολογίαν στο Πανεπιστήμιον της Οξφόρδης.